Θεολογική Σχολή της Χάλκης: Η ευκταία επαναλειτουργία

Loading...


Από τον π. Γεώργιο Δ. Μεταλληνό
Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1844-1971) υπήρξε το σημαντικότερο και περιφανέστερο πνευματικό φυτώριο της Ρωμηοσύνης και περίλαμπρο «Σπορείον», όπως μετέφραζαν οι διδάσκαλοι και οι μαθητές της τον όρο «Σεμινάριο» τον 19ον αιώνα. Είναι όμως συνάμα επαινετοί και συγκινητικοί οι αγώνες του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου για την επαναλειτουργία του ιστορικού αυτού πνευματικού ιδρύματος της «Πονεμένης Ρωμηοσύνης».

Η επαναλειτουργία όμως της σχολής συνιστά τεράστιο και πολύπλοκο πρόβλημα, διότι συνδέεται, ως μη ώφελε, με τους λαβυρίνθους της πολιτικής. Απαιτείται δε, ακριβώς, αλλαγή της πολιτικής της γείτονος, αλλά και της Ελλάδος, για τη δυναμική διεκδίκηση εκ μέρους μας της επαναλειτουργίας της σχολής και της αναθεωρήσεως της μέχρι τώρα στάσεως της «συμμάχου» χώρας.

Εφόσον όμως όλοι, όπως πιστεύω, ζούμε με την ελπίδα και το όνειρο της επαναλειτουργίας της σχολής για τη συνέχιση της μεγαλειώδους προσφοράς της στο Γένος, στην Ορθοδοξία και στον κόσμο, θα μου επιτραπεί να σταθώ σε ένα καίριο ερώτημα: Τι καλείται να προσφέρει σήμερα η σχολή μέσα στον κόσμο της «Νέας Εποχής» (New Age) και της «Νέας Τάξης Πραγμάτων»; Και, κυρίως, πώς μπορεί να ανταποκριθεί, μαζί με κάθε άλλη Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, στις απαιτήσεις του «νέου κόσμου» της παγκοσμιοποίησης (Globalization), διαμετρικά αντίθετου προς τον παραδοσιακόν κόσμο της ορθόδοξης «παγκοσμιότητας» και «οικουμενικότητας»; Την απάντηση θα αναζητήσουμε στη σκοποθεσία της ιδρύσεώς της το 1844, που καθόρισε και την πνευματική ταυτότητά της.

Δεν πρέπει να παραθεωρείται καταρχάς το γεγονός ότι η Θεολογία, σ’ όλες τις εκφάνσεις της, είναι λειτουργία εκκλησιαστική. Φυσικός χώρος αναπτύξεώς της είναι η Εκκλησία, το εκκλησιαστικό σώμα. Οχι μόνο ως πνευματική λειτουργία, αλλά και ως επιστήμη, η Θεολογία διακονεί την Εκκλησία, όχι φυσικά μόνον ως Ιεραρχία, αλλ’ ως σώμα, τον Λαό του Θεού για τον οποίον υπάρχει και ασκείται. Ο σύνδεσμος, εξάλλου, θεολογικής παιδείας και Εκκλησίας επεκράτησε σ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο ως κάτι το αυτονόητο.

Μ’ αυτή την προϋπόθεση ιδρύθηκαν τον 19ον αιώνα η Θεολογική Σχολή της Ιονίου Ακαδημίας (1824) και η φυσική συνέχειά της, η Ιερά Θεολογική Σχολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (1844). Και η μεν πρώτη μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Τυπάλδου – Ιακωβάτου (1839) εμαράζωσε, για να σβήσει τελικά, όπως και όλο το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, για χάρη του Πανεπιστημίου Αθηνών (1837). Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης όμως ανεδείχθη σε περίλαμπρο πνευματικό φάρο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας σ’ όλη την ελληνορθόδοξη Ανατολή, σαφής έκφραση της ορθοδοξοπατερικής θεολογίας και φυτώριο ακραιφνώς ορθόδοξων διδασκάλων της «καθ’ ημάς Ανατολής». Κατά τον μεγάλο Γερμανό ιστορικό Hans Lietzmann (+1942) απέβη το «απώτατον προπύργιον ελληνικού πολιτισμού εις την Ανατολήν». Η εξέλιξη αυτή τροχιοδρομήθηκε από τη στιγμή της ιδρύσεώς της.

Η ίδρυση της σχολής απέβλεπε στη «σύμπηξη ενός πόλου συσπείρωσης των Ορθοδόξων […] για να προπαρασκευάζει στρατιώτες […] ιεροκήρυκες, που θα συντελούσαν στην ανάσχεση των αιρετικών ρευμάτων», στα όρια μιας ενιαίας πανορθοδόξου κοινότητος. Τα ρεύματα αυτά έρχονταν από τη Δύση, απότοκα της Γαλλικής Επανάστασης και της ιδεολογίας του Διαφωτισμού.

Οι δυτικές θρησκευτικοπολιτικές προπαγάνδες, άλλωστε, με την ανεξέλεγκτη δράση τους στην καθ’ ημάς Ανατολή, υποστασίωναν τον κίνδυνο που απειλούσε το Γένος, ως εκδυτικισμός ή εκφράγκευση. Η «κατ’ Ανατολήν Δύσις», κατά έναν προσφυέστατο χαρακτηρισμό, απαιτούσε ισχυρά οργανωμένη αντίδραση και τα κατάλληλα για τον αγώνα αυτό ηγετικά πρόσωπα, τα οποία, πέρα από το ανεπίληπτο ήθος και την πνευματικότητα, έπρεπε να διαθέτουν και υψηλής ποιότητος παιδεία. Αυτό επιβεβαιώνεται από το ανύστακτο ενδιαφέρον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας για την επιλογή ηγετικών μορφών στη σχολή, πατερικού ύψους, και αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την ανάδειξη του Κεφαλλήνος ιερομονάχου Κωνσταντίνου Τυπάλδου (1795-1867) σε πρώτο σχολάρχη.

Κατά τον Μανουήλ Γεδεών, «η Ιεραρχία προήγεν υλικώς, προήγεν ηθικώς την Σχολήν, θέλουσα να παρασκευάση δούρειόν τινα ίππον, όπως εξ αυτού προέλθωσιν αγωνισταί δόκιμοι, δογμάτων και θεσμών θεοδιδάκτων, απόστολοι και διδάσκαλοι». Το πατερικό φρόνημα του Τυπάλδου ήταν εγγύηση για την εκπλήρωση αυτού του σκοπού.

Ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος και οι συστρατευθένες μαζί του πρώτοι διδάσκαλοι της Σχολής, όπως ο Ιωάννης Τάξης (φιλόλογος) ή ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης (1818-1876), άνθρωποι όλοι πιστοί στην πνευματική παράδοση του Γένους, εγγυώνταν την αποτελεσματική ανταπόκριση σ’ αυτήν την κλήση. Δεν είναι εξάλλου χωρίς σημασία ότι κυρίαρχη πατερική Μορφή στη Σχολή ήταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος ο Μέγας (περ. 820-891), που αναγνωριζόταν έτσι ως ο πνευματικός ηγέτης και καθοδηγητής του φρονήματος και των στόχων της σχολής.

Είναι όμως γεγονός ότι μετά την τύφλωση του Τυπάλδου (1863) και τη μετάβαση της διευθύνσεώς της σε άλλα πρόσωπα, ταυτισμένα με το δυτικο-ευρωπαϊκό πνεύμα, επήλθε κάποια σύγχυση στα κριτήρια και στη στοχοθεσία της σχολής. Μια νοοτροπία διαμετρικά αντίθετη προς εκείνη του πρώτου σχολάρχου κάνει την εμφάνισή της όσον αφορά τη σχέση με την παράδοση της Ρωμηοσύνης, αν όχι σχετικά με το «δόγμα», τουλάχιστον ως προς τις καθιερωμένες πρακτικές και στάσεις. Η αλλοτριωμένη πνευματικά Ευρώπη, έναντι της οποίας αγωνιζόταν να διακρατήσει τις αναγκαίες ισορροπίες ο πρώτος σχολάρχης, εισβάλλει στη σχολή και σ’ όλη την «καθ’ ημάς Ανατολή», συνεπεία και της αναπροσαρμογής των πολιτικών και διεθνών σχέσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Τυπάλδος εκπροσωπούσε μια περασμένη ήδη εποχή, που έσβηνε μαζί με την εκπνοή του εθναρχικού θεσμού. Το σημείο αναφοράς δεν θα είναι πια η Ανατολή (κυρίως από το 1917), αλλά η Δύση. Το πρόβλημα όμως που αναδύεται τώρα είναι οι εύθραυστες ισορροπίες και η δυνατότητα διάσωσής τους στις συνεχείς μεταλλαγές της οθωμανικής ή αργότερα, από τον 20όν αιώνα, τουρκικής πολιτικής.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το σημείο συναντήσεως της τότε Νέας Εποχής, ως παγκόσμιας Ηγεσίας, με τη σημερινή. Τα μεταξύ τους παράλληλα είναι πολλά και δεν μπορούν να περιγραφούν εδώ. Ενας κόσμος που ανανοηματοδοτεί τα πάντα και στην ουσία τους, μέσα από την προοπτική της μετανεωτερικότητας, θα προετοιμάσει τη δική μας Νέα Εποχή, που κατεργάζεται την αποδόμηση και αναδόμηση των πάντων. Το τραγικό είναι ότι μέσα σ’ αυτές τις αδυσώπητες εξελίξεις τα κριτήρια όλου του ορθοδόξου κόσμου, κατά την κρίση πολλών, έχουν αλλοιωθεί και οι διαμορφούμενες νέες νοοτροπίες παράγουν αναπόφευκτα και νέες συμπεριφορές. Η Δύση, που επί χίλια χρόνια ήταν το φραγκικό μας κατέναντι, δεν θεωρείται πια αντίπαλος αλλά σύμμαχος και τροφοδότης, και μάλιστα όχι μόνο πολιτικά, αλλά και πνευματικά.

Γεννάται το ερώτημα, λοιπόν, ποιες δυνατότητες θα είχε υπό τις συνθήκες αυτές η σχολή, και πόσο ελεύθερα θα μπορούσε να καταρτίσει θεολόγους, μέσα στο πλαίσιο της πατερικής Ορθοδοξίας, υπερβαίνοντας τους εξωτερικούς και εσωτερικούς μηχανισμούς που η Νέα Εποχή επιβάλλει για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι όταν ιδρύθηκε η σχολή η ορθόδοξη και αντιρρητική γραμμή της δεν ενοχλούσε την οθωμανική εξουσία, διότι εξυπηρετούσε, ως ένα σημείο, την πολιτική της. Σήμερα όμως; Το πολιτικό κλίμα είναι πολύ διαφορετικό. Από την άλλη πλευρά μια Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα αναγκαζόταν, κατά τις κυκλοφορούμενες φήμες, να λειτουργήσει στο πλαίσιο μιας ισλαμικής πανεπιστημιακής μονάδας. Τι θα μπορούσε να προσφέρει στη ελληνορθόδοξη παράδοσή μας και στην ανά τον κόσμο Ορθοδοξία;

Πώς θα μπορούσε να αποφύγει τους άνωθεν και έξωθεν επιβαλλόμενους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις χάριν των πάσης μορφής διαλόγων, για να μπορεί να συνεχίσει την καθιερωθείσα από τον ιδρυτή της Οικουμενικό Πατριάρχη Γερμανό Δ’ (1842-1845, 1852-1853) και τον πρώτο σχολάρχη της πορεία;
Η στάση της Ορθοδοξίας και των θεολόγων της δεν μπορεί να εμπλακεί στις διεργασίες της διεθνούς πολιτικής της Νέας Τάξης και στις γνωστές επιδιώξεις της. Αυτό θα ισοδυναμούσε με νέκρωση της Θεολογίας μας, κατά τον χειρότερο μάλιστα τρόπο! Το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει ανάγκη ικανών θεολόγων και σήμερα, που θα αντιμετωπίσουν, μέσα όμως στο πνεύμα της ακραιφούς πατερικής μας παραδόσεως, τις νέες προκλήσεις προς όλες τις κατευθύνσεις.

Στο σημείο ακριβώς αυτό αναδύεται ευεργετικό το παράδειγμα της αρχικής φάσεως της Σχολής της Χάλκης. Η ιδρυτική περίοδος έδωσε το καταστατικό και προγραμματικό πρότυπο λειτουργίας της Θεολογίας της Σχολής, καθαρά πατερικό και ελληνορθόδοξο και ιεραποστολικά ευεργετικό προς όλο τον κόσμο. Το χρησιμοποιούμενο, κατά κόρον μάλιστα στους οικουμενιστικούς κύκλους επιχείρημα, ότι οι συνθήκες της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας έχουν ριζικά αλλάξει και επιβάλλονται νέες στάσεις και συμπεριφορές, δεν ευσταθεί. Η κακία και πονηρία του κόσμου μένουν αμετάβλητες στην παρατεινόμενη πτώση και αποστασία. Γι’ αυτό και οι επιδιώξεις της θεολογικής μαρτυρίας οφείλουν να προσφέρουν τον ίδιο Χριστό – Ορθοδοξία, που μένει «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13,8). Ο Μέγας Φώτιος είναι αδήριτη ανάγκη να μένει και σήμερα στο επίκεντρο της σπουδής και δράσης και των σημερινών σπουδαστών και αποφοίτων της σχολής, ως μέγας ορθόδοξος θεολόγος και πνευματικός ηγέτης της Ρωμηοσύνης, ανυπέρβλητος και γι’ αυτό αναντικατάστατος.







tilegrafima.gr