Τασούλας: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τίμησε τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας και επανέλαβε ότι οι ελληνικές αξιώσεις παραμένουν ενεργές, συνδέοντας την ιστορική μνήμη με την απόδοση δικαιοσύνης και την προστασία της δημοκρατίας.
Σαφές μήνυμα για τις γερμανικές επανορθώσεις έστειλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας από τους Λιγκιάδες Ιωαννίνων, όπου παρέστη την Κυριακή 4 Οκτωβρίου στις εκδηλώσεις για την 83η επέτειο του Ολοκαυτώματος. Στον τόπο όπου οι ναζιστικές δυνάμεις αφάνισαν οικογένειες και κατέστρεψαν τον οικισμό, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διεκδικεί δικαιοσύνη για τα εγκλήματα της Κατοχής.
«Οι απαιτήσεις και οι αξιώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας για τις γερμανικές επανορθώσεις είναι ενεργές, είναι νόμιμες, απαράγραπτες και διεκδικήσιμες», τόνισε, επαναλαμβάνοντας την πάγια ελληνική θέση.
Η μνήμη των θυμάτων και το αίτημα δικαιοσύνης
Μετά την επιμνημόσυνη δέηση και την κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος, ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στο χρέος της Πολιτείας απέναντι στους αμάχους που δολοφονήθηκαν και στις κοινότητες που εξακολουθούν να φέρουν το βάρος της καταστροφής.
Υπενθύμισε ότι το ίδιο μήνυμα για τις ελληνικές διεκδικήσεις έχει διατυπώσει στα Καλάβρυτα, στη Βιάννο και στην Παραμυθιά. Όπως επισήμανε, η διατήρηση των αξιώσεων απορρέει από τα ίδια τα γεγονότα, την ιστορική μνήμη και την υποχρέωση απόδοσης δικαιοσύνης.
Η παρουσία του στους Λιγκιάδες είχε, επομένως, διπλό περιεχόμενο: την απόδοση τιμής στους νεκρούς και την επαναβεβαίωση ότι η θυσία τους παραμένει σημείο αναφοράς για την Ελληνική Δημοκρατία. Οι επετειακές εκδηλώσεις ανέδειξαν τη σύνδεση της τοπικής ιστορίας με ένα εθνικό ζήτημα που παραμένει ανοικτό για την ελληνική πλευρά.
Το μήνυμα για την αντοχή των μαρτυρικών χωριών
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Πρόεδρος στην πορεία των κατοίκων μετά την καταστροφή. Παρά το πένθος και τις τεράστιες απώλειες, οι άνθρωποι των μαρτυρικών περιοχών συνέχισαν τη ζωή τους και κατάφεραν να ξαναχτίσουν τις κοινότητές τους.
Ο κ. Τασούλας παρουσίασε αυτή την προσπάθεια ως έμπρακτη απάντηση στη βαρβαρότητα. Η σημερινή Ελλάδα, σημείωσε, οφείλει να τιμά το παρελθόν και παράλληλα να δημιουργεί προϋποθέσεις προόδου, ώστε οι περιοχές που δοκιμάστηκαν να συμμετέχουν ισότιμα στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Στο πλαίσιο της επίσκεψης παρέστη στη δοξολογία στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου. Την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Κώστας Καραγκούνης, ενώ τον Πρόεδρο της Βουλής εκπροσώπησε ο βουλευτής Ιωαννίνων Γιώργος Αμυράς. Στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας επιδόθηκε επίσης το τιμητικό, συμβολικό κλειδί των Λιγκιάδων.
Ευθύνη των πολιτών απέναντι στον ολοκληρωτισμό
Στην ομιλία του, ο κ. Τασούλας συνέδεσε τη μνήμη της ναζιστικής βίας με τη σημερινή ευθύνη προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τόνισε ότι η δύναμη των δημοκρατιών βρίσκεται στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη μοίρα τους.
Αναφερόμενος στις ολοκληρωτικές αντιλήψεις, υπογράμμισε ότι υποτιμούν τον λαό, καθώς αμφισβητούν την ικανότητά του να αποφασίζει ελεύθερα. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι κοινωνίες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη μπορούν να εμποδίσουν την επιστροφή τέτοιων ιδεολογιών.
Η επέτειος αποτέλεσε έτσι και αφορμή υπενθύμισης ότι η δημοκρατία χρειάζεται ενεργή υπεράσπιση, πέρα από τις θεσμικές και δικαστικές εγγυήσεις.

Το ιστορικό: Η αιματοβαμμένη Κυριακή της 3ης Οκτωβρίου 1943
Οι Λιγκιάδες, στις δυτικές πλαγιές του Μιτσικελίου, πάνω από τη λίμνη Παμβώτιδα, γνώρισαν τη ναζιστική θηριωδία στις 3 Οκτωβρίου 1943. Στρατιώτες της γερμανικής μεραρχίας «Εντελβάις» επιτέθηκαν στον οικισμό, λεηλάτησαν περιουσίες, εκτέλεσαν αμάχους και πυρπόλησαν σπίτια.
Πολλοί άνδρες απουσίαζαν για αγροτικές εργασίες στο Ζαγόρι. Στο χωριό είχαν παραμείνει κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, πάνω στους οποίους ξέσπασε η βία των κατακτητών. Στον απολογισμό που αναφέρθηκε στις επετειακές εκδηλώσεις περιλαμβάνονται 86 κάτοικοι των Λιγκιάδων και τρεις της Αμφιθέας, ανάμεσά τους 41 παιδιά.
Η μαρτυρία του Χρήστου Αναστασίου Λώλη, την οποία διασώζει το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, καταγράφει τη λεηλασία, τις εκτελέσεις και τις φωτιές που κατέστρεψαν τον οικισμό. Περιγράφει επίσης την επιστροφή των κατοίκων που είχαν απουσιάσει και βρέθηκαν αντιμέτωποι με νεκρούς συγγενείς και ερειπωμένα σπίτια.
Οι επιζώντες χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα την απώλεια των δικών τους ανθρώπων, την καταστροφή των περιουσιών τους και τον φόβο νέων επιθέσεων. Η ανοικοδόμηση υπήρξε δύσκολη και η μνήμη της σφαγής μεταφέρθηκε στις επόμενες γενιές.
Ογδόντα τρία χρόνια αργότερα, οι Λιγκιάδες παραμένουν τόπος πένθους και ιστορικής μαρτυρίας. Η διατήρηση των αφηγήσεων των επιζώντων κρατά ορατές τις ανθρώπινες ζωές πίσω από τους αριθμούς και υπενθυμίζει το κόστος του πολέμου για τον άμαχο πληθυσμό.






















