Βασίλης Νέδος – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Τα 1.500 χρόνια είναι ασφαλώς μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενας Γάλλος ιστορικός κάποτε έγραψε ότι τα 1.000 χρόνια είναι η διαφορά της Γαλατίας από τον Ντε Γκωλ (λογοπαίγνιο για το Gaulle και De Gaulle), ενώ οι γλωσσολόγοι εντοπίζουν τη μετεξέλιξη μιας γλώσσας σε μια περίοδο περίπου 500 ετών.
Είναι, πάντως, απορίας άξιον τι μπορεί να ένιωθε και να σκεφτόταν ο αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ιουστινιανός εάν ζούσε σήμερα και διάβαζε τη συμφωνία ανάμεσα στην Ελληνική Δημοκρατία και στην Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου, που, κατά τις δημόσιες κυβερνητικές τοποθετήσεις, ρυθμίζει ένα καθεστώς που ήταν αρρύθμιστο επί 1.500 χρόνια.
Δεδομένου ότι τα «1.500 χρόνια» αξιοποιήθηκαν από το σύνολο των κυβερνητικών αξιωματούχων που μίλησαν περίπου ως κοινός τόπος, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η επιλογή των λέξεων δεν είναι τυχαία.
Αλλά αποτελεί επικοινωνιακή γραμμή. «Ορίστε, τι άλλο θέλετε, λύνουμε και προβλήματα που προηγούνται της ίδρυσης του Νέου Ελληνικού Κράτους», είναι η γενική λογική των επιχειρημάτων. Τι και αν από την ίδρυσή της, ο προφήτης του Ισλάμ Μωάμεθ έδωσε στη μονή δικαιώματα με τον γνωστό αχτιναμέ του (τον οποίο οι Αιγύπτιοι βολικά αφαίρεσαν από την υπόθεση, περιορίζοντάς την ως ενός είδους κτηματολογική υπόθεση), ενώ από το Σινά πέρασαν Αραβες, Οθωμανοί και πολλοί ακόμη.
Η συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν απασχολεί το τρέχον σημείωμα. Ιδιαίτερα καθώς εκκρεμεί η δημοσιοποίηση της συμφωνίας της Ελλάδας με την Αίγυπτο, ώστε να μπορούν να βγουν καθαρά και κρυστάλλινα συμπεράσματα. Οταν όμως τα κόμματα φτάνουν στο σημείο να ξεχειλώνουν τον ιστορικό χρόνο, ώστε αυτός να χωρέσει στο στενό προεκλογικό… σπινάρισμα, τότε μάλλον κάτι δεν πάει καλά.
Η πιο εύκολη εξήγηση είναι ακριβώς αυτή. Οτι, δηλαδή, η κυβέρνηση, μετά τη δυσμενή εξέλιξη της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου, έπρεπε να παρουσιάσει μια επιτυχία. Βέβαια, η «επιτυχία» είναι ένα θέμα. Η «κοσμογονική» εξέλιξη της επίτευξης μιας συμφωνίας μία φορά στα 1.500 χρόνια είναι κάτι άλλο.
Η δεύτερη εξήγηση είναι ότι στην κυβέρνηση το χιούμορ περισσεύει. Και είναι σαφώς προτιμητέα, καθώς ο σεναριογράφος θα μπορούσε άνετα να συνεργαστεί ώστε οι Μόντι Πάιθον να βρεθούν (και) στο Σινά.
Υπάρχει και τρίτη εξήγηση, η οποία δεν περιλαμβάνει επιχειρήματα πολιτικής λογικής, και είναι επιστημονικής αρμοδιότητας, που δεν μπορεί να σχολιαστεί από τη στήλη. Η νοημοσύνη μας ως καιόμενη βάτος στην υπηρεσία του προεκλογικού αγώνα. Ας είναι.






















