Μητροπολίτης Ζάμπιας: Μια ιστορική πράξη μεταθανάτιας δικαίωσης εκτυλίχθηκε πριν από λίγες ημέρες στο νεκροταφείο της πόλης Κρούγκερσντορπ στη Νότια Αφρική, πάνω από την μέχρι πρότινος ανώνυμη τσιμεντένια πλάκα του Δημήτρη Τσαφέντα.
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Εξήντα χρόνια μετά την δολοφονία του αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ Χέντρικ Φέρβουρτ από τον Τσαφέντα ο Μητροπολίτης Ζάμπιας και Μοζαμβίκης κ. Ιωάννης -παρουσία και στελεχών του 0Κομουνιστικού Κόμματος της Νότιας Αφρικής- τέλεσε τρισάγιο στον τάφο του, τοποθετώντας έναν ξύλινο σταυρό και σπάζοντας οριστικά τη λήθη που επέβαλε για χρόνια το ρατσιστικό καθεστώς.
Εδώ και 15 χρόνια ο Μητροπολίτης κ. Ιωάννης συνεχίζει τις ενέργειες για την επίσημη αποκατάσταση της μνήμης του Έλληνα αγωνιστή. Ο Δημήτρης Τσαφέντας γεννήθηκε στην Μοζαμβίκη. Ο πατέρας του Μιχάλης καταγόταν από το Ηράκλειο και το επίθετό του ήταν Τσαφεντάκης. Στις αρχές του 20ου αιώνα μετανάστευσε στην Μοζαμβίκη (αποικία της Πορτογαλίας), όπου συνδέθηκε με μια γυναίκα από την Μοζαμβίκη. Καρπός της σχέσης ήταν ο Δημήτρης. Στην ηλικία των έξι ετών ο πατέρας του τον έστειλε να ζήσει κοντά στην γιαγιά του, που ήταν εγκαταστημένη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί ο Δημήτρης παρακολούθησε μαθήματα στο ελληνικό σχολείο. Διακρινόταν για τις ικανότητές του και εκτός της ελληνικής μιλούσε και άλλες επτά γλώσσες! Στην ηλικία των 19 ετών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Μοζαμβίκη. «Όντας ευαίσθητος άνθρωπος ενδιαφερόταν για τα κοινωνικά ζητήματα» επισημαίνει ο Μητροπολίτης κ. Ιωάννης μιλώντας αποκλειστικά στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» για το θέμα αυτό και τονίζει: «Εξαιτίας της δράσης του κατά των αποικιοκρατών συνελήφθη και φυλακίσθηκε. Κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του βασανίσθηκε απάνθρωπα. Όταν αποφυλακίσθηκε αποφάσισε να μπαρκάρει στα καράβια. Επιστρέφοντας έμαθε ότι ο πατέρας του είχε παντρευθεί μια άλλη γυναίκα και είχε διακόψει τους δεσμούς του με τον Δημήτρη. Ήταν πλέον ένας άνθρωπός μόνος χωρίς την αγκαλιά της οικογένειας!» τονίζει χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος.
Αφού περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες -ανάμεσα σε αυτές και η Ελλάδα- κατέληξε στη Νότια Αφρική χωρίς ωστόσο ν’ αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον πατέρα του. Κατάφερε να πιάσει δουλειά στις υπηρεσίες του κοινοβουλίου της Νότιας Αφρικής, που είχε έδρα στο Κέιπ Τάουν. Εργαζόμενος σε αυτό το περιβάλλον παρακολουθούσε από κοντά όλες τις εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο. Το καλοκαίρι του 1966 ήταν μια καθοριστικής σημασίας περίοδος για την χώρα, αφού επρόκειτο να ψηφισθεί το νομοσχέδιο με το οποίο θα εφαρμοζόταν με ακόμη πιο σκληρό τρόπο το σύστημα των φυλετικών διακρίσεων κατά του γηγενούς μαύρου πληθυσμού (το γνωστό απαρτχάιντ). Ιθύνων νους αυτής της πολιτικής ήταν ο πρωθυπουργός Χέντρικ Φέρβουντ: «Ο Τσαφέντας δεν μπορούσε να κρύψει την απέχθειά του για το βάρβαρο καθεστώς της Νότιας Αφρικής» συνεχίζει την αφήγηση ο Μητροπολίτης κ. Ιωάννης και προσθέτει: « Έπρεπε να δράσει άμεσα και έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του. Την ώρα που ο πρωθυπουργός ήταν στο βήμα και ανακοίνωνε τα σημεία του νομοσχέδιου, όρμησε και κατάφερε να τον πλήξει καίρια με τέσσερις μαχαιριές. Ο Τσαφέντας δεν πέρασε από κανονική δίκη, επειδή το καθεστώς δεν ήθελε να προσλάβει πολιτικό χαρακτήρα η πράξη του. Να μην φανεί δηλαδή ότι αυτός είχε κάνει το πρώτο βήμα για την επανάσταση των μαύρων και να μην λάβει η δίκη παγκόσμια διάσταση μέσα από την κάλυψή της από τα ΜΜΕ. Για αυτό προτίμησαν να τον χαρακτηρίσουν τρελό και να τον κλείσουν στο ψυχιατρείο!».
Ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο ο Μητροπολίτης Κένυας, όταν άκουσε για πρώτη φορά για την περίπτωση του Τσαφέντα. Εντυπωσιάσθηκε και έβαλε από τότε στόχο να τον γνωρίσει. Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε όταν υπηρετούσε ως απλός ιερέας στη Ζάμπια. Η πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε στο ψυχιατρείο ήταν τα Χριστούγεννα του 1995, ενώ ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια και άλλες επισκέψεις. «Μιλώντας μαζί του σχημάτισα την εικόνα πως ήταν ένας λογικός και σοβαρός άνθρωπος» υπογραμμίζει ο μητροπολίτης και συμπληρώνει: «Ήταν τόσο ήρεμος, ώστε ένιωθα ότι μιλούσα με έναν αγιορείτη μοναχό! Όλες του οι κινήσεις φανέρωναν ένα παιδικό βλέμμα. Μιλούσε πολύ σεμνά, δεν τον ένοιαζε η ζωή του. Είχε υποστεί φριχτά βασανιστήρια επί πολλά χρόνια. Και όμως η προσωπικότητά του δεν είχε αλλάξει. Ήταν ένας κατασταλαγμένος άνθρωπος. “Λένε ότι είμαι τρελός. Δεν με νοιάζει όμως τι λέει ο κόσμος. Το έργο μου το τελείωσα, έκανα αυτό που έπρεπε για την χώρα αυτή!” μου είχε πει. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι -μεταξύ των οποίων και πολλοί από την ελληνική κοινότητα της Νότιας Αφρικής- που με συμβούλευαν να μην ασχοληθώ με την υπόθεση Τσαφέντα. Ο Τσαφέντας δεν βρήκε υποστήριξη ούτε από τον Νέλσον Μαντέλα, όταν αυτός ανήλθε στην εξουσία στη Νότια Αφρική μετά την πτώση του απαρτχάιντ. Δεν έκανε κάτι για να τον βγάλει από το ψυχιατρείο και να αναγνωρισθεί η πράξη του, με την οποία συνέβαλε στον αγώνα των ντόπιων κατά του ρατσιστικού καθεστώτος» τονίζει ο Μητροπολίτης.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”






















