Τουρκία: Τουρκικά κεφάλαια ύψους 237 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα το 2025, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά αγορές ακινήτων, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου – vimaorthodoxias.gr
Η αύξηση της τουρκικής επενδυτικής παρουσίας τα τελευταία χρόνια αναδεικνύει μια σημαντική μεταβολή στις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών. Το ενδιαφέρον για ακίνητα, τουριστικές εγκαταστάσεις και υποδομές, ιδιαίτερα σε νησιωτικές περιοχές, φέρνει παράλληλα στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη στρατηγική σημασία ορισμένων επενδύσεων.
Σύμφωνα με την έκθεση, την οποία παρουσίασε η Ναυτεμπορική, οι αγορές ακινήτων από Τούρκους υπηκόους ανήλθαν σε 214 εκατ. ευρώ το 2025, επί συνολικών τουρκικών επενδυτικών ροών 237 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, περίπου εννέα στα δέκα ευρώ των καταγεγραμμένων ροών κατευθύνθηκαν σε ακίνητα.
Οι ετήσιες τουρκικές επενδυτικές ροές ήταν χαμηλότερες από το 2024, όταν είχαν φθάσει τα 298 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το συνολικό απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε στα 950 εκατ. ευρώ, έναντι 762 εκατ. ευρώ το 2024 και 104 εκατ. ευρώ το 2021.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, οι ελληνικές επενδυτικές ροές προς την Τουρκία διαμορφώθηκαν σε 13 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ το απόθεμα ελληνικών επενδύσεων στην τουρκική αγορά υποχώρησε στα 160 εκατ. ευρώ, από 183 εκατ. ευρώ το 2024.
Πού αγοράζουν ακίνητα οι Τούρκοι
Οι Τούρκοι επενδυτές βρίσκονται στη δεύτερη θέση μεταξύ των αιτούντων Golden Visa, μετά τους Κινέζους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Γραφείο ΟΕΥ.
Το ενδιαφέρον εντοπίζεται κυρίως σε κατοικίες και τουριστικά ακίνητα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα Ιόνια νησιά.
Πέρα από την αγορά ακινήτων, η έκθεση αναφέρεται σε τουριστικές εγκαταστάσεις, μαρίνες, λιμενικές υποδομές, αεροδρόμια και βιομηχανικές δραστηριότητες. Ως παραδείγματα καταγράφονται τουριστικό έργο στη Χίο, επένδυση σε μαρίνα στη Μυτιλήνη, δραστηριότητα στον τομέα των αεροδρομίων στη Σάμο και βιομηχανική εγκατάσταση πλαστικών στην Κέρκυρα, τονίζει διεθνής αναλυτής στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
Στον χώρο του λιανεμπορίου και της μόδας γίνεται αναφορά στην παρουσία της τουρκικής εταιρείας Vakko στην Αθήνα, αλλά και στο ενδιαφέρον άλλων επιχειρήσεων για την ελληνική αγορά.
Η δραστηριότητα σε νησιά και υποδομές όπως οι μαρίνες αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της γεωγραφικής και οικονομικής σημασίας των περιοχών αυτών. Κάθε επένδυση χρειάζεται, ωστόσο, να εξετάζεται χωριστά, με βάση το μέγεθός της, την ιδιοκτησιακή της δομή και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Η στρατηγική διάσταση και το ερώτημα για τη Θράκη
Η αυξανόμενη παρουσία τουρκικών κεφαλαίων προκαλεί συζήτηση για την ανάγκη παρακολούθησης των επενδύσεων σε περιοχές με ιδιαίτερη εθνική σημασία, ανάμεσά τους και η Θράκη.
Η ανάπτυξη της περιοχής, η στήριξη των τοπικών επιχειρήσεων, η ενίσχυση των υποδομών και η διαφάνεια στις αγοραπωλησίες αποτελούν ζητήματα που συνδέονται με τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της χώρας.
Η έκθεση, πάντως, όπως παρουσιάζεται στα διαθέσιμα στοιχεία, δεν προσδιορίζει το ύψος των τουρκικών αγορών στη Θράκη και δεν τεκμηριώνει ισχυρισμό ότι η περιοχή «τουρκοποιείται». Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα απαιτούσε συγκεκριμένα και αξιόπιστα δεδομένα ανά περιοχή και ανά είδος επένδυσης.
Αντίστοιχα, τα 950 εκατ. ευρώ του επενδυτικού αποθέματος δεν δείχνουν από μόνα τους ποιο ποσοστό της ελληνικής γης ή των ελληνικών επιχειρήσεων βρίσκεται σε τουρκικά χέρια.
Έλλειμμα 1,8 δισ. ευρώ στο εμπόριο αγαθών
Την ίδια στιγμή, η εμπορική σχέση των δύο χωρών παραμένει ελλειμματική για την Ελλάδα στον τομέα των αγαθών, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών.
Οι ελληνικές εισαγωγές από την Τουρκία ανήλθαν το 2025 σε 2,844 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,76% σε σχέση με το 2024. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη γειτονική χώρα μειώθηκαν κατά 6,6% και διαμορφώθηκαν σε 1,037 δισ. ευρώ.
Το εμπορικό έλλειμμα έφθασε έτσι τα 1,807 δισ. ευρώ.
Αντίθετη είναι η εικόνα στις υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που περιλαμβάνονται στην έκθεση, οι ελληνικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν σε 1,164 δισ. ευρώ και οι πληρωμές σε 578 εκατ. ευρώ, με το πλεόνασμα να ανέρχεται σε 586 εκατ. ευρώ.
Σχεδόν 1,5 εκατ. Τούρκοι επισκέπτες στην Ελλάδα
Αύξηση κατέγραψε το 2025 και ο αριθμός των Τούρκων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα. Οι αφίξεις ανήλθαν σε 1.497.465, σημειώνοντας άνοδο 23% σε σύγκριση με το 2024.
Αντίστοιχα, οι αφίξεις Ελλήνων στην Τουρκία διαμορφώθηκαν σε 563.975, αυξημένες κατά 2,5%.
Σύμφωνα με την έκθεση, στην αύξηση των τουριστικών ροών προς την Ελλάδα συνέβαλαν το πρόγραμμα θεωρήσεων για επισκέψεις σε ελληνικά νησιά, οι νέες αεροπορικές συνδέσεις και η άνοδος του κόστους του τουριστικού προϊόντος στην Τουρκία.
Η μεγαλύτερη κινητικότητα συνδέεται και με την ανάπτυξη υπηρεσιών θαλάσσιου τουρισμού, ακτοπλοϊκών συνδέσεων και μαρινών.
Πού μπορούν να αυξηθούν οι ελληνικές εξαγωγές
Το Γραφείο ΟΕΥ εντοπίζει περιθώρια ενίσχυσης της ελληνικής παρουσίας στην τουρκική αγορά σε μια σειρά προϊόντων και κλάδων:
- Φάρμακα: Οι εξαγωγές προς την Τουρκία αυξήθηκαν από 20 εκατ. ευρώ το 2020 σε 94,1 εκατ. ευρώ το 2024. Εμπόδια παραμένουν οι διαδικασίες πιστοποίησης και οι καθυστερήσεις στην εισαγωγή.
- Βαμβάκι: Η Τουρκία αποτελεί σημαντικό προορισμό για την ελληνική παραγωγή, λόγω των αναγκών της κλωστοϋφαντουργίας της. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών βαμβακιού προς τη χώρα ανήλθε σε 137,5 εκατ. ευρώ το 2025.
- Βιομηχανικά προϊόντα: Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, τα φύλλα αλουμινίου, οι σωλήνες χαλκού, τα προϊόντα μαρμάρου και τσιμέντου και οι χημικές πρώτες ύλες.
- Τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα: Περιθώρια καταγράφονται για ελαιόλαδο, τυροκομικά, επιτραπέζιες ελιές, μέλι και φρούτα. Ωστόσο, οι δασμοί, οι τεχνικές απαιτήσεις και οι διοικητικές διαδικασίες δυσκολεύουν την πρόσβαση στην αγορά.
Η έκθεση αναφέρεται ακόμη σε δυνατότητες συνεργασίας στην ενέργεια, την πράσινη τεχνολογία, τη διαχείριση αποβλήτων, την επεξεργασία υδάτων, τις μεταφορές και τα logistics.
Ελλάδα και Τουρκία έχουν θέσει ως στόχο τον διπλασιασμό των διμερών εμπορικών ροών στα 10 δισ. δολάρια έως το 2030, από περίπου 5 δισ. δολάρια το 2024. Για την ελληνική πλευρά, το ζητούμενο είναι η αύξηση των συναλλαγών να συνοδευτεί και από ισχυρότερη παρουσία των ελληνικών προϊόντων στην τουρκική αγορά.






















