Τουρκία: Νέα δεδομένα στην περιφερειακή ασφάλεια – Τι σημαίνει για Ελλάδα, Ισραήλ και Ιράν – Στο vimaorthodoxias.gr μίλησε ο διεθνολόγος Στρατής Πολυκάρπου
Μια νέα γεωπολιτική εξίσωση επιχειρείται να διαμορφωθεί από τη Μέκκα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και τη Νότια Ασία. Η επίσημη Σαουδική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι η συμφωνία κοινής άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν προβλέπει πως ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, μια διατύπωση που ανεβάζει αισθητά τον πήχη της συνεργασίας.
Η Συμφωνία της Μέκκας, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026, δεν αποτελεί ακόμη ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ» με την αυστηρή στρατιωτική και θεσμική έννοια του όρου. Αποτελεί όμως μια εξέλιξη που στην Αθήνα παρακολουθείται με ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως λόγω του κεντρικού ρόλου που επιχειρεί να αποκτήσει η Τουρκία.
Το Ριάντ διαθέτει το κεφάλαιο, το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικά όπλα και μια μεγάλη στρατιωτική μηχανή και η Τουρκία έρχεται να προσφέρει το τρίτο κομμάτι του παζλ: σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, επιχειρησιακή εμπειρία και γεωγραφική πρόσβαση από τη Μαύρη Θάλασσα και το Αιγαίο μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία θέλει να βρίσκεται σε δύο κόσμους
Η Άγκυρα δεν απομακρύνεται από το ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, το τουρκικό στοίχημα είναι πολύ πιο φιλόδοξο.
Θέλει να διατηρεί τη θέση της στον δυτικό αμυντικό μηχανισμό και παράλληλα να οικοδομεί ένα δεύτερο δίκτυο στρατηγικών συνεργασιών στον μουσουλμανικό κόσμο.
Ο διεθνολόγος Στρατής Πολυκάρπου, μιλώντας στο vimaorthodoxias.gr, επισημαίνει ότι ακριβώς σε αυτή τη διπλή ιδιότητα βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά εργαλεία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Κατά την ανάλυσή του, η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί από περιφερειακό παίκτη σε κράτος που θα είναι απαραίτητο σε περισσότερα από ένα συστήματα ασφαλείας. Δεν χρειάζεται, δηλαδή, να εγκαταλείψει τη Δύση για να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολή.
Και αυτή ακριβώς η στρατηγική δίνει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περισσότερες επιλογές όταν διαπραγματεύεται με Ουάσιγκτον, Ευρώπη, Μόσχα αλλά και τις αραβικές πρωτεύουσες.
Το μεγάλο «χρυσωρυχείο» των εξοπλισμών
Η δεύτερη διάσταση αφορά τα εξοπλιστικά.
Οι τρεις χώρες έχουν ήδη ανακοινώσει τη δημιουργία μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ υπουργείων Εξωτερικών, Άμυνας και στρατιωτικών επιτελείων, καθώς επίσης κοινές ασκήσεις και ισχυρότερη συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία.
Εδώ η Τουρκία έχει πολλά να κερδίσει.
Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα πολεμικά πλοία, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, οι πύραυλοι και η συνεχώς διευρυνόμενη τουρκική στρατιωτική παραγωγή χρειάζονται αγορές και επενδυτικά κεφάλαια.
Η Σαουδική Αραβία μπορεί να προσφέρει τεράστια χρηματοδοτική ισχύ.
Το Πακιστάν διαθέτει στρατιωτική τεχνογνωσία, μεγάλη παραγωγική βάση και πυρηνικές δυνατότητες.
Εάν αυτή η συνεργασία περάσει από τις πολιτικές διακηρύξεις σε μεγάλα προγράμματα συμπαραγωγής, τότε η Άγκυρα θα έχει πετύχει κάτι πολύ σημαντικό: θα έχει συνδέσει την τουρκική αμυντική βιομηχανία με ένα γεωπολιτικό δίκτυο που εκτείνεται μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.
Το Πακιστάν και η πυρηνική παράμετρος
Το πιο ευαίσθητο στοιχείο είναι φυσικά το Πακιστάν.
Πρόκειται για τη μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ισλαμαμπάντ παραχωρεί πυρηνική «ομπρέλα» στην Τουρκία ή στη Σαουδική Αραβία. Δεν υπάρχει μέχρι σήμερα δημόσια πληροφορία που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο.
Η συμμετοχή όμως ενός πυρηνικού κράτους σε μια συμφωνία αμοιβαίας άμυνας δημιουργεί από μόνη της στρατηγική ασάφεια και πρόσθετη αποτρεπτική ισχύ.
Το IISS είχε ήδη επισημάνει πριν από τη συμφωνία του Αυγούστου ότι η συνεργασία Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας προσθέτει νέους δεσμούς ασφαλείας ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία.
Δεν είναι απλώς αντι-ιρανικός άξονας
Θα ήταν ωστόσο λάθος να θεωρηθεί ότι η συμφωνία συγκροτήθηκε αποκλειστικά εναντίον του Ιράν.
Η Σαουδική Αραβία έχει ασφαλώς σοβαρές ανησυχίες για την Τεχεράνη και για την ασφάλεια των πετρελαϊκών και άλλων στρατηγικών υποδομών της.
Όμως ούτε η Τουρκία ούτε το Πακιστάν επιθυμούν μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση με το Ιράν.
Για την Άγκυρα ειδικά, το Ιράν αποτελεί ταυτόχρονα ανταγωνιστή και αναγκαίο συνομιλητή.
Η Τουρκία λοιπόν επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στην Τεχεράνη χωρίς να οδηγηθεί σε πλήρη ρήξη μαζί της.
Και απέναντι στο Ισραήλ
Υπάρχει και μια δεύτερη παράμετρος: το Ισραήλ.
Μετά τις μεγάλες ανατροπές των τελευταίων ετών, η Τουρκία θέλει να βρίσκεται στο κέντρο κάθε νέας συζήτησης για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Ένα σχήμα Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την πολιτική διαπραγματευτική της θέση απέναντι στο Ισραήλ, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά ότι οδηγούμαστε σε μελλοντική στρατιωτική αντιπαράθεση.
Τι πρέπει να βλέπει η Αθήνα
Για την Ελλάδα, το σημαντικό δεν είναι εάν αύριο θα δημιουργηθεί ένα πραγματικό «ισλαμικό ΝΑΤΟ».
Το σημαντικό είναι ότι η Τουρκία αποκτά νέους διαύλους χρηματοδότησης, νέες στρατιωτικές συνεργασίες και μεγαλύτερο χώρο για την αμυντική της βιομηχανία.
Όπως σημειώνει στο vimaorthodoxias.gr ο Στρατής Πολυκάρπου, η Αθήνα πρέπει να παρακολουθεί ιδιαίτερα το επίπεδο στο οποίο θα περάσει η τριμερής συμφωνία από τις διακηρύξεις στην επιχειρησιακή εφαρμογή: κοινές ασκήσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, ανταλλαγή πληροφοριών και πιθανή δημιουργία μόνιμων μηχανισμών στρατιωτικού συντονισμού.
Γιατί εκεί θα φανεί η πραγματική αξία της Συμφωνίας της Μέκκας.
Η Τουρκία πέτυχε ήδη πάντως το πρώτο και ίσως σημαντικότερο βήμα: εξασφάλισε θέση στο τραπέζι όπου επιχειρείται να χαραχθεί η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Το εάν η Μέκκα θα εξελιχθεί σε έναν μόνιμο στρατηγικό άξονα ή θα παραμείνει μια φιλόδοξη πολιτική συμφωνία θα κριθεί στην πρώτη μεγάλη κρίση. Τότε θα φανεί ποιος είναι πραγματικά διατεθειμένος να πολεμήσει — και μέχρι πού — για τον άλλο.























