Ο ορθολογισμός βλασφημεί τον Θεό

Loading...


Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, ομοτίμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Στον Γολγοθά διαδραματίζονται οι τελευταίες στιγμές του Θείου Πάθους που βρίσκεται στην κορύφωσή του. Ο Χριστός καθηλωμένος στον Σταυρό αποκαλύπτει τις δύο φύσεις Του:

Την ανθρώπινη με τους πόνους, τη δίψα και τον γογγυσμό προς τον Πατέρα («γιατί με εγκατέλειψες;») και τη θεϊκή με τη συγχώρηση των φονιάδων Του («άφες αυτοίς»), αλλά και το άνοιγμα της Θύρας του Παραδείσου στον συσταυρωθέντα ληστή που μετανόησε.

Κάτω από τον Σταυρό βρίσκονται οι πρωταγωνιστές της Σταύρωσης: Οι Ρωμαίοι στρατιώτες και οι Αρχιερείς με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Όλοι διασκεδάζουν με την εικόνα ενός Θεού που εξευτελίζεται με τον πιο ατιμωτικό τρόπο επάνω στον Σταυρό, ανήμπορος, όπως πιστεύουν, να τους αποδείξει την θεϊκή του ιδιότητα και να τιμωρήσει τους ασεβείς. Δεν σταματούν, όμως, εκεί, στους χλευασμούς δηλ. και στις πικρόχολες ειρωνείες. Τον προκαλούν ευθέως με τα φωναχτά σχόλια που κάνουν μεταξύ τους να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, αν είναι αληθινός Θεός: «Έλεγε πως είναι Υιός του Θεού. Ας κατεβεί, λοιπόν, τώρα από τον Σταυρό, για να το δούμε κι εμείς αυτό και να τον πιστέψουμε» (Ματθ. κζ 42). Παρόμοια ήταν και η φράση του αμετανόητου ληστή. Ο ορθολογισμός προκαλεί τον Θεό να κάνει διάλογο μαζί Του και περιμένει να δει εάν θα έλθει η επαλήθευση ή η διάψευση της θεϊκής ιδιότητας του Χριστού!

Την ίδια εικόνα της εκλογικευμένης αντίληψης για τον Θεό την είδαμε να επικρατεί και πρωτύτερα στην αρχή του Θείου Πάθους, όταν ο Χριστός βρισκόταν δέσμιος στο Πραιτόριο μπροστά στον Πιλάτο, οπότε οι στρατιώτες του Ηγεμόνα, αφού Του φόρεσαν τον Ακάνθινο Στέφανο και Του έδωσαν την Κόκκινη Χλαμύδα με το Ραβδί, για να Τον χλευάσουν ως δήθεν Βασιλέα, όπως ο ίδιος έλεγε ότι ήταν. Τον ράπιζαν διαδοχικά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ρωτώντας Τον στη συνέχεια να τους πει ποιος Τον χαστούκισε. Αφού ήταν, όπως έλεγε, Θεός, έπρεπε οπωσδήποτε να τους δείξει τον δράστη της χλεύης και της ασέβειας: «Προφήτευσον, Χριστέ, τις εστίν ο ραπίσας Σε». Να και μια άλλη ακόμη διάσταση της βλάστημης αυτής συμπεριφοράς προς τον Θεό: ο Θεός συμπαίκτης στο γνωστό παιχνίδι «μπιζ»! Αφού δεν μαντεύει, ποιος τον χτύπησε, τότε δεν είναι Θεός!

Τα δύο αυτά περιστατικά έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη βλασφημία του Θεού διά της λογικής. Η λογική, που είναι εργαλείο συμβατικής επικοινωνίας των ανθρώπων και δέχεται μόνον ό,τι αποδεικνύεται, γίνεται κάτω από τον Σταυρό μέσο χλευασμού του Θεού, αλλά και όργανο αυτοαναίρεσής της, αφού υπερβαίνει τα όριά της και διεκδικεί εφαρμογή σε χώρους, στους οποίους εξ ορισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει. Καλεί τον Θεό να κάνει διάλογο μαζί της και να αποδείξει την θεότητά Του, για να γίνει πιστευτός. Δεν έχει σημασία ότι οι άνθρωποι που έλεγαν αυτά τα πράγματα αμφισβητούσαν τη θεϊκή ιδιότητα του Χριστού. Εκείνο που αναδεικνύεται μέσα από τη σκέψη αυτών των ανθρώπων είναι η αντίληψή τους για τον Θεό. Έχουν πλάσει στο μυαλό τους έναν Θεό που πρέπει να απαντάει άμεσα και με χειροπιαστό τρόπο στα ερωτήματα και στις απορίες τους, διότι αυτό υπαγορεύει ο ορθολογισμός.

Μια τέτοια αντίληψη για τον Θεό θα μπορούσε ίσως να γίνει κατανοητή ως ένα σημείο για τους σταυρωτές Ρωμαίους στρατιώτες που ήσαν ειδωλολάτρες και είχαν μάθει να βαφτίζουν θεούς εκείνους που ήθελαν να βλέπουν ως τέτοιους μέσα από τις σχετικές αγαλματένιες παραστάσεις. Είναι όμως ακατανόητη για τους Εβραίους που πίστευαν στον Έναν Θεό και γνώριζαν πώς επικοινωνεί ο Θεός με τους ανθρώπους. Έστω και αν υπήρχε διάσταση απόψεων μεταξύ τους, για το πού πρέπει να λατρεύεται ο Θεός, όπως προκύπτει από το σχετικό ερώτημα της Σαμαρείτιδος στον Κύριο, γνώριζαν πάντως ότι η επικοινωνία των ανθρώπων με τον Θεό γίνεται λατρευτικά, δηλ. με την ικετευτική υποβολή κάποιου αιτήματος προς Αυτόν. Ποτέ με αναιδείς προτροπές ή επιτακτικές απαιτήσεις του τύπου: «Κάνε μου γρήγορα αυτό που θέλω. Περιμένω την απάντησή σου. Αλλιώς θα σε αρνηθώ». Ο Αβραάμ επικοινωνούσε με τον Θεό ικετευτικά και έκανε υπακοή στις εντολές Του. Εάν ο Θεός φανερώθηκε σε αυτόν και του έδωσε την Ευλογία Του, το έπραξε, επειδή είδε τη μεγάλη του πίστη και την ταπείνωσή του. Το ίδιο ισχύει και για τον Μωυσή. Και σε αυτόν φανερώθηκε πολλές φορές ο Θεός ανταποκρινόμενος στις ευλαβικές παρακλήσεις του να βοηθήσει το γένος των Εβραίων κατά τη σκληρή δοκιμασία της εξόδου τους από την Αίγυπτο προς τη Γη της Επαγγελίας.

Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, όμως, είχαν απομακρυνθεί από την ουσιαστική βάση της αληθινής επικοινωνίας με τον Θεό και στη θέση της είχαν τοποθετήσει ένα δικό τους θρησκευτικό στερεότυπο γεμάτο τυπολατρεία, αλαζονεία και έπαρση. Για όλα αυτά τους είχε κατ’ επανάληψη ψέξει ο Χριστός είτε ευθέως («ουαί υμίν Γραμματείς κι Φαρισαίοι…») είτε μέσα από τις σχετικές παραβολές Του που τους φωτογράφιζαν (βλ., π.χ., την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου). Έτσι, λοιπόν, αφού εξασφάλισαν τη διά του Σταυρού θανατική καταδίκη του -κατά την άποψή τους- Ψευτο-Μεσσία, βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν και πάλι την έπαρσή τους απέναντι στον Εσταυρωμένο, βλέποντάς Τον αυτήν τη φορά με την υπεροψία του δήμιου μέσα από το πρίσμα ακόμα μίας εκτροπής: της εκλογίκευσης της επικοινωνίας με τον Θεό.

Διαβάστε εδώ:  «Χριστός Ανέστη»: Πότε ακούστηκε πρώτη φορά και από ποιον

Μια εκλογικευμένη αντίληψη για τον Θεό είναι διάχυτη και στις μέρες μας, δυστυχώς ακόμα και μεταξύ πολλών ανθρώπων που λένε ότι πιστεύουν στον Θεό. Στο πλαίσιο της ορθολογικής επικοινωνίας μας με τον Θεό, Του ζητούμε συχνά να θαυματουργήσει κατά παραγγελία για χάρη μας, να ικανοποιήσει δηλ. το προσωπικό μας αίτημα, και περιμένουμε ανταπόκριση. Και εάν η ανταπόκριση δεν έλθει, αρχίζει η κριτική αξιολόγηση, δηλ. η λογική επεξεργασία της στάσης του Θεού απέναντι στο αίτημά μας, η οποία μερικές φορές μας οδηγεί στην ολιγοπιστία ή ακόμη και στην απιστία, όπως συνέβη με τους πρωταγωνιστές της Σταύρωσης.

Ένας Θεός με προδιαγραφές της κοινής λογικής θα ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του καθενός από εμάς. Θα ήταν, δηλ., ένας «Θεός της τσέπης» ή ένας «μικρός κουρδιστός μάγος», που θα τον κουβαλούσαμε συνεχώς επάνω μας και, όταν το καλούσε η ανάγκη, θα τον βγάζαμε σε διατεταγμένη υπηρεσία, για να μας απαντήσει τα ερωτήματα που του θέτουμε ή να μας λύσει το πρόβλημα. Τέτοιος, όμως, Θεός δεν υπάρχει. Και όσοι πιστεύουν σε έναν τέτοιο Θεό ή θεοποιούν τη λογική, η οποία στον βαθμό που εισέρχεται στη σφαίρα του υπερβατού μετατρέπεται σε παραλογισμό, ή εξανθρωπίζουν τον Θεό, διολισθαίνοντας έτσι ασυναίσθητα στον χώρο της ειδωλολατρίας, διότι μόνον εκεί ο άνθρωπος συνυπάρχει με τα είδωλά του, που τα φτιάχνει όπως θέλει. Παραβλέπουν οι άνθρωποι της πιο πάνω στρεβλής περί Θεού αντίληψης ότι ο αληθινός Θεός δεν είναι κατασκεύασμα της λογικής, για να υπόκειται σε αυτήν. Είναι Υπέρλογο Ον. Πέρα και πάνω από κάθε λογική. Δεν είναι δημιούργημα, αλλά Δημιουργός. Εμείς είμαστε πλάσματα της δικής Του απρόσιτης Βουλής, επειδή δεν γνωρίζουμε ποια είναι η πρόνοιά Του με όσα κάνει ή δεν κάνει για μας και τους άλλους.

Από την άποψη αυτή ο Θεός διαλέγεται μόνο με εκείνους που επικοινωνούν μαζί Του ευλαβικά μέσα από τις «ατραπούς» της πίστεως και όχι με αυτούς που Τον αναζητούν μέσα από τους «δρόμους» της λογικής. Και σίγουρα, πάντως, δεν φανερώνεται ποτέ στους αναιδείς προς Αυτόν. Η μη ανταπόκρισή του Θεού-Πατέρα στην αλαζονική και υβριστική πρόκληση των σταυρωτών του Χριστού δεν επιτρέπεται να συνδεθεί με κάποιο αρνητικό τεκμήριο ούτε γι’ Αυτόν ούτε για τον επί Ξύλου Κρεμάμενον Υιόν Του, που μας εξαγόρασε με το αίμα Του από την Κατάρα του Νόμου. Άνοιξε πάλι με τη θυσία Του την Πύλη του Παραδείσου, που την είχε κλείσει η παρακοή των Πρωτοπλάστων.

Όσοι δεν αποδέχονται ή δεν κατανοούν το Σχέδιο της Σωτηρίας του βυθισμένου στην αμαρτία κόσμου, όπως συνέβη με τους σταυρωτές του Χριστού, φυσικό είναι να προσεγγίζουν με βλάσφημη διάθεση και Αυτόν που κατέστρωσε το Σχέδιο και Εκείνον που το εκτελεί. Η βλασφημία του Θεού δεν μπορεί, πάντως, σε καμιά περίπτωση να είναι βάση διαλόγου με εκείνους που Τον βλασφημούν. Μόνον οι άνθρωποι απαντούν σε αυτούς που τους προσβάλλουν. Ο Θεός σιωπά, καταγράφει και περιμένει.