ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: Αποκαλύψεις κάτω από τον Ναό της Αναστάσεως- Νέα στοιχεία που έρχονται στο φως κάτω από τον Πανάγιο Τάφο προκαλούν παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με τις ευαγγελικές περιγραφές για τον τόπο όπου σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Η φετινή εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού συμπίπτει με τη συμπλήρωση 1.700 ετών από το 326 μ.Χ., όταν, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Αγία Ελένη έφθασε στα Ιεροσόλυμα και ξεκίνησε τις έρευνες που οδήγησαν στην ανεύρεση του Σταυρού του Κυρίου.
Οι ανασκαφές στον Ναό της Αναστάσεως, οι οποίες άρχισαν στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης του δαπέδου, πραγματοποιούνται από αρχαιολογική ομάδα του Πανεπιστημίου Sapienza της Ρώμης, υπό την καθηγήτρια Φραντσέσκα Ρομάνα Σταζόλα.
Τα έως τώρα δεδομένα ανασυνθέτουν την εντυπωσιακή διαδρομή της περιοχής: από αρχαίο λατομείο μετατράπηκε σε χώρο ταφών και καλλιεργειών, πριν ανεγερθεί εκεί η μεγάλη βασιλική των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Το λατομείο, οι τάφοι και ο αρχαίος κήπος
Κάτω από το σημερινό δάπεδο εντοπίστηκαν τμήματα αρχαίου λατομείου, λαξευμένοι τάφοι, ξερολιθιές και χώροι που είχαν γεμίσει με χώμα για καλλιέργεια. Αρχαιοβοτανικές αναλύσεις έδωσαν ενδείξεις για παρουσία ελαιόδεντρων και αμπελιών κατά την προχριστιανική περίοδο.
Η εικόνα αυτή παρουσιάζει ισχυρή μορφολογική αντιστοιχία με τη διήγηση του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, σύμφωνα με την οποία κοντά στον τόπο της Σταυρώσεως υπήρχε κήπος και μέσα σε αυτόν ένας καινούριος τάφος, στον οποίο δεν είχε ακόμη τοποθετηθεί κανείς.
Παράλληλα, η αρχαιολογική έρευνα επιβεβαιώνει ότι κατά την εποχή του Ιησού η συγκεκριμένη περιοχή βρισκόταν έξω από τα τότε τείχη της Ιερουσαλήμ. Το στοιχείο συμφωνεί με τις βιβλικές αναφορές ότι η Σταύρωση πραγματοποιήθηκε εκτός της πύλης της πόλης.
Οι επιστήμονες παραμένουν προσεκτικοί. Τα ευρήματα δεν μπορούν να αποδείξουν αρχαιολογικά ότι ένας συγκεκριμένος τάφος ανήκε στον Ιησού. Επιβεβαιώνουν, όμως, ότι η γεωγραφία και η μορφή του χώρου ταιριάζουν με βασικές λεπτομέρειες των Ευαγγελίων.
Η Αγία Ελένη και η ανεύρεση του Σταυρού
Το 326 μ.Χ., η Αγία Ελένη, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους, παρά την προχωρημένη ηλικία της. Με αυτοκρατορική υποστήριξη προχώρησε στην αναζήτηση των τόπων της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως.
Σύμφωνα με την παράδοση, στον Γολγοθά βρέθηκαν τρεις σταυροί: του Χριστού και των δύο ληστών. Η ταυτότητα του Τιμίου Σταυρού αποκαλύφθηκε μέσα από θαυμαστό σημείο, όταν μία βαριά ασθενής θεραπεύτηκε – ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, μία νεκρή γυναίκα αναστήθηκε – μόλις ήλθε σε επαφή με το ιερό ξύλο.
Με την εύρεση των σταυρών συνδέεται και η παράδοση του βασιλικού. Το ευωδιαστό φυτό φέρεται να φύτρωνε στο σημείο όπου ήταν θαμμένο το ιερό κειμήλιο, γι’ αυτό και διανέμεται στους ναούς κατά την εορτή της Υψώσεως.
Στην περιοχή υπήρχε τότε ειδωλολατρικό οικοδόμημα της ρωμαϊκής περιόδου. Μετά την απομάκρυνσή του ανεγέρθηκε, κατόπιν εντολής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Ναός της Αναστάσεως, ο οποίος εξελίχθηκε στο κορυφαίο προσκύνημα της Χριστιανοσύνης.

«Δεν είναι απλώς ιστορικό αντικείμενο»
Αγιορείτης Γέροντας, μιλώντας στο vimaorthodoxias.gr για τη σημασία των νέων ευρημάτων, υπογράμμισε ότι ο Τίμιος Σταυρός δεν αντιμετωπίζεται από την Εκκλησία ως ένα απλό αρχαιολογικό αντικείμενο ή ως κειμήλιο του παρελθόντος.
Όπως εξήγησε, για τον Ορθόδοξο Χριστιανό ο Σταυρός αποτελεί ζωντανό σημείο της θυσίας, της Αναστάσεως και της νίκης του Χριστού απέναντι στον θάνατο.
«Η επιστήμη ερευνά τα υλικά ίχνη και η πίστη βιώνει το Μυστήριο. Δεν υπάρχει ανάγκη αντιπαράθεσης. Κάθε εύρημα που φωτίζει την ιστορία του Παναγίου Τάφου μάς καλεί σε βαθύτερη περισυλλογή, όχι σε θριαμβολογίες», ήταν το ουσιαστικό μήνυμα που μετέφερε.
Ο Αγιορείτης Γέροντας επισήμανε ακόμη ότι η δύναμη του Σταυρού δεν βρίσκεται στις εξωτερικές διαστάσεις του, αλλά στο γεγονός ότι πάνω σε αυτόν θυσιάστηκε ο Θεάνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου.
Η δεύτερη Ύψωση και η αρπαγή από τους Πέρσες
Η εορτή της 14ης Σεπτεμβρίου συνδέεται και με τη δεύτερη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Το 614 οι Πέρσες κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ, λεηλάτησαν τους ιερούς τόπους και μετέφεραν τον Σταυρό ως λάφυρο.
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κατόρθωσε αργότερα να τον ανακτήσει. Το 628 το ιερό σύμβολο επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια μεταφέρθηκε ξανά στα Ιεροσόλυμα. Εκεί υψώθηκε από τον Πατριάρχη Ζαχαρία, γεγονός που διατήρησε άρρηκτα συνδεδεμένη τη μεγάλη εορτή με τη διάσωση και την αποκατάστασή του.

Τα τεμάχια του Τιμίου Ξύλου στον κόσμο
Με την πάροδο των αιώνων, τμήματα του Τιμίου Ξύλου μεταφέρθηκαν σε ναούς, μονές και αυτοκρατορικά θησαυροφυλάκια. Κειμήλια που θεωρούνται τεμάχιά του φυλάσσονται σήμερα στη Ρώμη, στο Βατικανό, στην Παναγία των Παρισίων, στη Βιέννη και σε σημαντικές εκκλησίες της Ευρώπης και της Ανατολής.
Στην Ελλάδα, τεμάχια αποθησαυρίζονται κυρίως σε μονές του Αγίου Όρους, στα Μετέωρα, στην Κρήτη και σε άλλες ιστορικές μονές.
Ξεχωριστή θέση κατέχει η Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, όπου φυλάσσονται δεκατρία τεμάχια. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά τμήματα Τιμίου Ξύλου στον κόσμο, πάνω στο οποίο διακρίνεται οπή που η αγιορείτικη παράδοση συνδέει με τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Η επιστημονική πιστοποίηση όλων των κειμηλίων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Για την Εκκλησία, όμως, το κέντρο της πίστης δεν βρίσκεται στην εργαστηριακή απόδειξη. Βρίσκεται στο διαχρονικό μήνυμα του Σταυρού: ότι μέσα από τη θυσία γεννιέται η ελπίδα και μέσα από τον θάνατο ανατέλλει η Ανάσταση.























