Ο Πανορμίτης δεν μας άφηνε να φύγουμε αν δεν του δίναμε αυτό που του τάξαμε…

Loading...


: Τα γεγονότα που θα περιγράψω έγιναν 19 Ιουλίου 2012 στον Πανορμίτη της Σύμης και είναι πέρα για πέρα αληθινά.

Ξεκινήσαμε από Κύπρο με ιστιοφόρο για να λάβουμε μέρος σε αγώνες που έχουν αφετηρία την Κω. Είναι παράδοση καθ’οδόν προς την Κω, να σταματούμε για προσκύνημα στο Μοναστήρι του Πανορμίτη.
Έτσι και την συγκεκριμένη χρονιά, δέσαμε γύρω στο μεσημέρι έξω από το Mοναστήρι. Κατεβήκαμε να προσκυνήσουμε και ένας κύριος από το πλήρωμα μας, ο κύριος Γιάννης, έπιασε κουβέντα τον ηγούμενο και του είπε ότι κουβαλούμε μαζί μας 20 λίτρα κουμανδαρία (γλυκό κρασί που χρησιμοποιείται στην Κύπρο για την Θεία Κοινωνία) και να μας δώσει άδεια μπουκάλια για να αφήσουμε κρασί στον Άγιο. Οι κύριες εκεί στην μονή μας έδωσαν 3-4 μπουκάλια του νερού για να τα γεμίσουμε, τα πήραμε και φύγαμε.

Ήταν μεσημέρι και στο σκάφος ετοιμάσαμε φαγοπότι με ψάρια. Φάγαμε, κοιμηθήκαμε, ξεκουραστήκαμε. Κατά το απόγευμα είχαμε μια δουλειά που έπρεπε να κάνουμε πριν φύγουμε, έπρεπε να αλλάξουμε προπέλα στο σκάφος για τους αγώνες. Για τον καπετάνιο, αυτή είναι δουλεία ρουτίνας που συνήθως δεν παίρνει πάνω από ένα δεκάλεπτο. Ετοίμασε τον καταδυτικό εξοπλισμό αλλά είχε έγνοια και μας το είπε από πριν, να μην το πέσει η σφήνα της προπέλας γιατί εκεί που ήμασταν δεν βρίσκαμε άλλη. Η σφήνα είναι ένα μικρό κομμάτι μέταλλο με πολύ συγκεκριμένες διαστάσεις που μπαίνει ανάμεσα στον άξονα της μηχανής και την προπέλα για να μην ξερογυρίζει η προπέλα.

Στο μεταξύ ήρθε πλοίο με προσκυνητές και το νερό θόλωσε από την κίνηση του πλοίου. Δεν είχαμε περισσότερα χρονικά περιθώρια, θα νύkτωνε αν μέναμε να κάνουμε αυτή την δουλειά αργότερα έτσι ο καπετάνιος αποφάσισε να βουτήξει. Πέρασαν μόνο μερικά λεπτά όταν βγήκε έξω φωνάζοντας ότι θα μείνουμε εκεί γιατί έπεσε η σφήνα. Δύο δύτες τότε άρχισαν μάταια να ψάχνουν στα τυφλά την σφήνα αλλά το νερό ήταν σαν γάλα και ο βυθός ήταν γεμάτος μπάζα, σπασμένα κοράλλια και φύκια. Είχε περάσει πάνω από μισή ώρα αλλά η σφήνα ήταν άφαντη.

Τότε ήταν που γύρισα και είδα τα μπουκάλια του Πανορμίτη. Τα είχαμε αφήσει στον ήλιο να στεγνώσουν και τα ξεχάσαμε.

Φωνάζω τότε τον κύριο Γιάννη που ήταν απέναντι και του εξηγώ την κατάσταση. Του λέω ότι ο Πανορμίτης δεν θα μας αφήσει να φύγουμε αν δεν του πάρουμε αυτό που του τάξαμε. Φορτώνεται τότε ολόκληρο το βαρέλι με την κουμανδαρία και κατευθύνεται προς το Μοναστήρι. Τον βλέπουμε να ανεβαίνει τα σκαλιά και ο καπετάνιος κάνει μια τελευταία κατάδυση.

Τώρα που το σκέφτομαι, μετά από δύο χρόνια, ακόμη ανατριχιάζω. Την ώρα που ο κύριος Γιάννης διέσχιζε τα σκαλιά της εκκλησίας, δέκα εκατοστά πάνω από τον βυθό, το νερό καθάρισε και η σφήνα βρέθηκε να στέκει ΟΡΘΙΑ πάνω σε ένα βράχο. Βρέθηκε την ώρα που ήθελε ο Άγιος.

Υ.Γ. Στις ατέλειωτες ώρες που ταξιδεύουμε, έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε σε κάτι, να πιστεύουμε ότι κάποιος μας προσέχει και ότι όλα θα πάμε καλά. Ο Πανορμίτης ήθελε να μας πει ότι είναι δίπλα μας, ότι μας προσέχει, ότι δεν είμαστε μόνοι μας μέσα στο πέλαγος.

Μόνο να μην τον ξεχνάμε γιατί μετά θα αναγκαστεί να μας θυμίσει..

Με εκτίμηση Κ.Π
Αναγνώστρια







tilegrafima.gr