Ένα σημαντικό βήμα προς την υπέρβαση μιας διαίρεσης που διαρκεί εδώ και 1.600 χρόνια πραγματοποίησαν οι ηγέτες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, όταν η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος …
υποδέχθηκε τον Μακαριώτατο Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρο Β΄στο Φανάρι, με αφορμή τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής των Μυροφόρων στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Και οι δύο Προκαθήμενοι υπογράμμισαν τη μεγάλη σημασία που έχει η προώθηση της ενότητας των εκκλησιαστικών τους παραδόσεων.
Στην επίσημη προσφώνησή του μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, η Α.Θ. Παναγιότης ανέφερε ότι «η σχέση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών έχει ιδιαίτερη και εξέχουσα σημασία στο πλαίσιο μιας ευρύτερης οικουμενικής προσπάθειας». Παράλληλα, περιέγραψε την πορεία προς την αποκατάσταση της ενότητας των δύο Εκκλησιών και υπογράμμισε ότι «καλούμαστε να περάσουμε από τη συμφωνία στην αποδοχή, από τον διάλογο στην πράξη, αλλά και από τη θεολογική σύγκλιση στη μυστηριακή και ποιμαντική συνεργασία».
Το γεγονός ότι οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες αποκαλούνται ευρέως «Ορθόδοξες» προκαλεί συχνά σύγχυση. Στην πραγματικότητα, η Ορθόδοξος Εκκλησία και οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους. Η Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου, μία από τις σημαντικότερες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (καθώς και με τον Πάπα Ρώμης) κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνα, απορρίπτοντας τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος το 451 μ. Χ.
Η διαφωνία επικεντρώθηκε στην ακριβή κατανόηση της θείας και της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, γεγονός που οδήγησε στο σχίσμα, το οποίο και εξακολουθεί έως σήμερα να υφίσταται. Έτσι, σήμερα ο Θεόδωρος Β΄ (Tawadros II) είναι Κόπτης Πάπας Αλεξανδρείας και Πατριάρχης πάσης Αφρικής, ενώ το ίδιο όνομα φέρει και ο Ελληνορθόδοξος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, επίσης Θεόδωρος Β΄. Παρά την ταύτιση του ονόματος —το Tawadros αποτελεί την αραβική μορφή του Θεοδώρου— πρόκειται για δύο διαφορετικά πρόσωπα.
Από το 1985, η Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών εργάζεται για την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και της συμφιλίωσης μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων. Στο πλαίσιο αυτό διεξάγονται θεολογικοί διάλογοι, οι οποίοι, σύμφωνα με μια κοινή δήλωση του μακαριστού Μητροπολίτη Μύρων Χρυσοστόμου και του μακαριστού Μητροπολίτη Δαμιέττης Μπισόι της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1985, αποσκοπούν «στην εκ νέου ανακάλυψη των κοινών μας θεμελίων στη χριστολογία και την εκκλησιολογία».
Αναφερόμενος σε αυτή την κοινή πορεία, η Α.Θ. Παναγιότης είπε προς τον Μακαριώτατο Πάπα κ.κ. Θεόδωρο τα ακόλουθα: «Η παρουσία σας ανάμεσά μας αποτελεί αληθινή ευλογία, καθώς φανερώνει το διαρκές έργο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εξακολουθεί να καθοδηγεί τις Εκκλησίες μας προς την πληρότητα της αποστολικής πίστεως και προς την αποκατάσταση της ορατής ενότητας για την οποία προσευχήθηκε ο ίδιος ο Κύριός μας: “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν” (Ιω. 17:21)» Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «έπειτα από δεκαετίες υπομονετικού και ειλικρινούς θεολογικού διαλόγου, αναγνωρίζουμε με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η ομολογία μας για το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως είναι, στην ουσία της, μία και η αυτή. Οι διαιρέσεις που επιβιώνουν εδώ και αιώνες δεν οφείλονται σε διαφορετική πίστη στον Χριστό, αλλά κυρίως σε ιστορικές συγκυρίες, γλωσσικές διαφορές και πολιτισμικές παρεξηγήσεις».
Η δήλωση αυτή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς διατυπώθηκε έπειτα από σχεδόν δεκαέξι αιώνες αποξένωσης των δύο εκκλησιαστικών οικογενειών. Συνεχίζοντας, η Α.Θ. Παναγιότης τόνισε επίσης: «Η αναγνώριση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ακαδημαϊκό συμπέρασμα· συνιστά μια θεολογική πραγματικότητα που οφείλει να εκφραστεί στη ζωή της Εκκλησίας». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «οι συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν οι θεολόγοι μας δεν μπορούν να παραμείνουν περιορισμένες σε κείμενα και επιτροπές· πρέπει να γίνουν αποδεκτές, να ενσωματωθούν και να εκφραστούν έμπρακτα στη ζωή των Εκκλησιών μας, τόσο στις ιστορικές πατρίδες τους όσο και στη διασπορά, όπου πολλοί από τους πιστούς μας μοιράζονται κοινές προκλήσεις, επιδιώξεις και ελπίδες. Διότι, εάν οι συμφωνίες αυτές δεν γίνουν κτήμα των Εκκλησιών μας, η συνεχιζόμενη διαίρεσή μας κινδυνεύει να διαψεύσει στην πράξη τις ίδιες τις θέσεις μας που έχουμε διακηρύξει από κοινού».
Και συνέχισε: «Η σημασία της σημερινής επισκέψεώς σας, αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι καλούμαστε να περάσουμε από τη συμφωνία στην αποδοχή, από τον διάλογο στην πράξη, από τη θεολογική σύγκλιση στη μυστηριακή και ποιμαντική συνεργασία. Διότι, σύμφωνα με την ορθόδοξη αντίληψη, η θεολογία δεν είναι ποτέ αφηρημένη· είναι εκ φύσεως δοξολογική, εκκλησιολογική και ενανθρωπισμένη. Ό,τι ομολογούμε πρέπει και να το εορτάζουμε· ό,τι διακηρύσσουμε πρέπει να γίνεται τρόπος ζωής». Πρόσθεσε ακόμη τα εξής: «Με αυτό το πνεύμα επαναβεβαιώνουμε την ανάγκη να αφομοιωθούν πληρέστερα τα πορίσματα του θεολογικού διαλόγου, στο πλαίσιο της κοινής εκκλησιαστικής μας κληρονομιάς, αλλά και των ιδιαίτερων παραδόσεων κάθε Εκκλησίας».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επισήμανε επίσης ότι «καλούμαστε να υπερβούμε όχι μόνο θεολογικές παρερμηνείες, αλλά και τα πνευματικά, ιστορικά και συναισθηματικά βάρη που έχουν συσσωρευθεί μέσα στους αιώνες. Το μεγάλο αυτό εγχείρημα απαιτεί ταπείνωση, υπομονή και την εκούσια διάθεση να αναλάβουμε το βάρος της ιστορίας, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος προς ένα μέλλον εκκλησιαστικής κοινωνίας».
Είθε οι εμπνευσμένες αυτές παραινέσεις να εισακουστούν και το αρχαίο αυτό σχίσμα να αρθεί οριστικά.
orthodoxobserver.org




















