Βουλγαρία: Η επιστροφή 53 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία άνοιξε ξανά έναν ιστορικό λογαριασμό που παραμένει ανεξόφλητος επί περισσότερο από έναν αιώνα.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου – vimaorthodoxias.gr
Η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στη Βουλή, όπου η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη υπερασπίστηκε τη συμφωνία Αθήνας–Σόφιας, ενώ η αντιπολίτευση ζήτησε διαφάνεια για τους όρους της και εξηγήσεις για τη σύνδεσή της με την παράδοση των οστών του τσάρου Σαμουήλ.
Πίσω από την πολιτική σύγκρουση βρίσκεται το διαχρονικό αίτημα μονών και μητροπόλεων: να επιστρέψουν τα εκκλησιαστικά αντικείμενα, τα χειρόγραφα και οι θησαυροί που αφαιρέθηκαν κατά τη βουλγαρική κατοχή. Η πρόσφατη επιστροφή αποτελεί σημαντικό βήμα, χωρίς όμως να εξαντλεί τις διεκδικήσεις.
Στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ μίλησαν εκκλησιαστικοί παράγοντες που ζητούν την επιστροφή των κλαπέντων κειμηλίων, επιμένοντας ότι η διαδικασία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την αποκατάσταση των μονών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων από τις οποίες αφαιρέθηκαν.
Η απάντηση Μενδώνη και τα ερωτήματα της αντιπολίτευσης
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την κύρωση συμφωνίας Ελλάδας–Σερβίας για την προστασία της πολιτιστικής περιουσίας. Η Λίνα Μενδώνη απέρριψε την κριτική για το ελληνοβουλγαρικό Μνημόνιο Κατανόησης, υποστηρίζοντας ότι παραβλέπει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: την επιστροφή αντικειμένων που παρέμεναν εκτός Ελλάδας για δεκαετίες.
Η υπουργός αναφέρθηκε στις παλαιότερες προσπάθειες ανάκτησης των θησαυρών και στη δυσκολία των διαπραγματεύσεων. Υποστήριξε ότι η σημερινή συμφωνία πρέπει να αξιολογηθεί με βάση όσα επιτεύχθηκαν, αντί να απορρίπτεται επειδή δεν επέστρεψε το σύνολο των κειμηλίων.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης τέθηκε το ερώτημα γιατί εντάχθηκαν στην ίδια διαπραγμάτευση τα οστά του Σαμουήλ, ως ανασκαφικό εύρημα, και αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικές μονές σε συνθήκες πολέμου. Ζητήθηκε επίσης η δημοσιοποίηση του Μνημονίου και αποσαφήνιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επιστραφέντων αντικειμένων.
Η εκκλησιαστική υποδοχή δεν σημαίνει λήξη των διεκδικήσεων
Η κ. Μενδώνη επικαλέστηκε τη θετική υποδοχή της συμφωνίας από την Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αναγνωρίζοντας ιδιαίτερα την προσφορά του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας Παύλου στον αγώνα για τα κειμήλια.
Ωστόσο, η ικανοποίηση για την επιστροφή μέρους των θησαυρών συνυπάρχει με επιφυλάξεις. Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος έχει εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, ενώ δεν παρέστη στην παρουσίαση των αντικειμένων στη Θεσσαλονίκη. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης και Περιθεωρίου Παντελεήμων έχει επισημάνει ότι έμειναν εκτός συμφωνίας κειμήλια της δικής του περιφέρειας.
Αντίστοιχα, έχει ζητηθεί να περιληφθούν στις διεκδικήσεις τα κειμήλια του Μελενίκου. Η θέση που αναδεικνύεται είναι ότι κάθε επιστροφή έχει αξία, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί παραίτηση από τις υπόλοιπες αξιώσεις.
Ποια αντικείμενα επέστρεψαν
Τα κειμήλια παρουσιάστηκαν στις 10 Οκτωβρίου στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για 53 αντικείμενα σε 48 καταγραφές, χρονολογημένα από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα.
Περιλαμβάνουν εικόνες, άμφια, λειτουργικά σκεύη, λειψανοθήκες, σταυρούς λιτανείας, επισκοπικό θρόνο, πύλη και αναλόγιο. Ξεχωρίζουν μια ξύλινη θύρα με διακόσμηση από φίλντισι και οστό, καθώς και λειψανοθήκη με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1821.
Σύμφωνα με την παρουσίαση της συμφωνίας, η έκθεση στη Θεσσαλονίκη είναι προσωρινή, πριν από την απόδοσή τους στις μονές και στις εκκλησιαστικές αρχές προέλευσης. Προβλέπεται επίσης συνέχεια στην έρευνα για την προέλευση και τη διεκδίκηση άλλων αντικειμένων.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον η συνέχεια: ποια κειμήλια αναζητούνται, πώς τεκμηριώνεται η προέλευσή τους και με ποιο χρονοδιάγραμμα θα επιδιωχθεί η επιστροφή τους. Η δημοσιοποίηση των όρων της συμφωνίας θα επέτρεπε σαφέστερη αξιολόγηση των δεσμεύσεων των δύο πλευρών.
Το ιστορικό της λεηλασίας: Πώς αρπάχθηκαν οι θησαυροί
Η υπόθεση ανάγεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Οι λεηλασίες έπληξαν, μεταξύ άλλων, τη Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Αφαιρέθηκαν χειρόγραφοι κώδικες, εκκλησιαστικά σκεύη και πολύτιμα αντικείμενα, αποκόπτοντας από τις μονές σημαντικό τμήμα της ιστορικής τους μνήμης.
Στην Εικοσιφοίνισσα, η επιδρομή καταγράφεται τη Μεγάλη Δευτέρα, 27 Μαρτίου 1917, με το τότε ημερολόγιο. Ένοπλοι με επικεφαλής τον Τόντορ Πανίτσα εισήλθαν στη μονή, περιόρισαν και κακοποίησαν μοναχούς και λεηλάτησαν τη βιβλιοθήκη και το σκευοφυλάκιο. Στις μαρτυρίες αναφέρεται και η συμμετοχή του Βλαδίμηρου Σις.
Η αρπαγή δεν περιορίστηκε σε αντικείμενα πολύτιμων μετάλλων. Περιέλαβε χειρόγραφα μοναδικής επιστημονικής και πνευματικής αξίας, ορισμένα από τα οποία διοχετεύθηκαν αργότερα στην αγορά και κατέληξαν σε συλλογές εκτός Βουλγαρίας.
Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή του χειρογράφου 220 της Εικοσιφοινίσσης, ενός Ευαγγελισταρίου που επαναπατρίστηκε από το Museum of the Bible των ΗΠΑ το 2022. Η επιστροφή του απέδειξε ότι η τεκμηρίωση της προέλευσης μπορεί να οδηγήσει σε αποκατάσταση ακόμη και ύστερα από έναν αιώνα. Αυτόν τον δρόμο ζητούν οι εκκλησιαστικές κοινότητες να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι κλεμμένοι θησαυροί.























