Τουρκία: Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ξεκαθαρίζει ότι η πολιτική στήριξη του Αμερικανού προέδρου δεν αρκεί για την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα – Τι εκτιμούν στο VimaOrthodoxias.grστρατηγικοί αναλυτές από τις ΗΠΑ και τη Γαλλία για τα ελληνοτουρκικά
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Νέο, σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα έστειλε το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ξεκαθαρίζοντας ότι η Τουρκία δεν έχει ακόμη εκπληρώσει τις νομικές προϋποθέσεις για την παραλαβή μαχητικών αεροσκαφών F-35. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, καθώς επιβεβαιώνει ότι οι δηλώσεις πολιτικής υποστήριξης του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορούν από μόνες τους να παρακάμψουν το Κογκρέσο και την αμερικανική νομοθεσία.
Σε επιστολή που διαβιβάστηκε στις 22 Ιουλίου 2026 προς το Κογκρέσο, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών σημείωσε ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εφαρμόζει το άρθρο 231 του νόμου CAATSA και το άρθρο 1245 του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ για το οικονομικό έτος 2020. Οι διατάξεις αυτές συνδέουν οποιαδήποτε μεταφορά F-35 στην Τουρκία με την οριστική επίλυση του ζητήματος των ρωσικών S-400. (eKathimerini)
Οι τρεις όροι που δεν έχει εκπληρώσει η Άγκυρα
Η αμερικανική θέση δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η Τουρκία θα πρέπει να σταματήσει να κατέχει το ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικό σύστημα S-400 και τον συναφή εξοπλισμό, να παράσχει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα αποκτήσει στο μέλλον αντίστοιχα ρωσικά συστήματα και να ικανοποιήσει τις υπόλοιπες προϋποθέσεις πιστοποίησης που προβλέπει η νομοθεσία.
Η Ουάσιγκτον επιμένει εδώ και χρόνια ότι η ταυτόχρονη παρουσία των S-400 και των F-35 στο τουρκικό οπλοστάσιο δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αποκάλυψης ευαίσθητων τεχνολογικών δεδομένων του αμερικανικού μαχητικού στη Ρωσία. Το αμερικανικό Πεντάγωνο είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2019 τα δύο συστήματα ασύμβατα, οδηγώντας στην απομάκρυνση της Τουρκίας από το πολυεθνικό πρόγραμμα.
Το μήνυμα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι ότι οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία πρέπει να είναι απολύτως διαφανής, νομικά κατοχυρωμένη και συμβατή με τα συμφέροντα εθνικής ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μια προσωπική συμφωνία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν ούτε μια πολιτική ανακοίνωση από τον Λευκό Οίκο.
Η στήριξη Τραμπ και το ανάχωμα του Κογκρέσου
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε θετικός απέναντι στην προοπτική άρσης των κυρώσεων και επανεξέτασης της πώλησης των F-35 μετά τη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο. Ωστόσο, η επιστολή προς το Κογκρέσο αποδεικνύει ότι ο δρόμος παραμένει μακρύς.
Οι νομοθετικοί περιορισμοί δεν μπορούν να εξαφανιστούν μόνο με προεδρική απόφαση. Θα απαιτηθεί τεκμηριωμένη πιστοποίηση ότι η Τουρκία δεν κατέχει πλέον τους S-400, καθώς και πολιτική συναίνεση σε ένα Κογκρέσο όπου εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις για τη συμπεριφορά της Άγκυρας.
Στρατηγικοί αναλυτές από τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι μίλησαν στο VimaOrthodoxias.gr, επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να επιχειρήσει έναν συμβιβασμό, όχι όμως να αγνοήσει πλήρως το θεσμικό πλαίσιο. Κατά την εκτίμησή τους, εξετάζονται λύσεις όπως η μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα, η αποθήκευσή τους υπό αυστηρό διεθνή έλεγχο ή η πλήρης απενεργοποίησή τους.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τα ελληνοτουρκικά
Για την Αθήνα, η διατήρηση του αμερικανικού «μπλόκου» αποτελεί θετική εξέλιξη, χωρίς όμως να επιτρέπει εφησυχασμό. Η Ελλάδα προχωρά στην απόκτηση των δικών της F-35, ενώ διαθέτει ήδη Rafale και αναβαθμίζει τα F-16 σε επίπεδο Viper, δημιουργώντας ένα σημαντικό τεχνολογικό πλεονέκτημα απέναντι στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία.
Η πορεία των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων παρακολουθείται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με στόχο την ενίσχυση της αποτροπής και τη δυνατότητα αντιμετώπισης νέων απειλών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εφόσον η Τουρκία παραμείνει εκτός F-35, η Ελλάδα θα είναι για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα η μοναδική χώρα στην περιοχή που θα διαθέτει μαχητικά πέμπτης γενιάς. Αυτό μεταβάλλει την επιχειρησιακή εικόνα, καθώς τα F-35 έχουν δυνατότητα διείσδυσης σε περιβάλλον ισχυρής αεράμυνας, συλλογής πληροφοριών και διασύνδεσης με άλλα οπλικά συστήματα.
Οι αναλυτές που μίλησαν στο VimaOrthodoxias.gr εκτιμούν ότι η εξέλιξη ενισχύει την ελληνική διαπραγματευτική θέση, αλλά δεν ακυρώνει την τουρκική στρατιωτική ισχύ. Η Άγκυρα επενδύει στο εγχώριο μαχητικό KAAN, στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στους βαλλιστικούς πυραύλους και στην αναβάθμιση των F-16. Παράλληλα, επιδιώκει να αποκτήσει Eurofighter, ώστε να περιορίσει το ελληνικό πλεονέκτημα.
Η διπλωματική πίεση της Άγκυρας
Η τουρκική κυβέρνηση εμφανίζεται αισιόδοξη ότι μπορεί να βρεθεί φόρμουλα συμβιβασμού. Πρώτη επιδίωξή της είναι να παραλάβει τα έξι F-35 που υποστηρίζει ότι είχε ήδη πληρώσει πριν από την αποβολή της από το πρόγραμμα. Σε δεύτερη φάση επιθυμεί την άρση των κυρώσεων CAATSA και την επιστροφή των τουρκικών εταιρειών στην παραγωγική αλυσίδα.
Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν. Οι ΗΠΑ ζητούν πρακτική και επαληθεύσιμη απομάκρυνση των S-400 και όχι μια γενική πολιτική διαβεβαίωση. Η παρουσία της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να συμμορφώνεται με τους κανόνες προστασίας των προηγμένων συμμαχικών τεχνολογιών. Το ΝΑΤΟ λειτουργεί με συλλογικές αποφάσεις, αλλά τα κράτη-μέλη παραμένουν κυρίαρχα ως προς τις εξαγωγές των οπλικών τους συστημάτων. (ΝΑΤΟ)
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο στοίχημα είναι να αξιοποιήσει το χρονικό παράθυρο που δημιουργείται, επιταχύνοντας την ένταξη των F-35, την αναβάθμιση της αεράμυνας και την ενίσχυση των συμμαχιών της. Το αμερικανικό «όχι ακόμη» προς την Τουρκία δεν αποτελεί οριστική απόρριψη. Αποτελεί, όμως, μια ισχυρή υπενθύμιση ότι οι S-400 παραμένουν το μεγαλύτερο εμπόδιο στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας και ένας καθοριστικός παράγοντας για τη στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο.























