Ναυπάκτου: Πρόταση για την αντιμετώπιση του Ουκρανικού

Loading...


του
Το ζήτημα απασχολούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία το τελευταίο διάστημα, από το 1990 μέχρι σήμερα, περίπου τριάντα χρόνια. Όταν οι Ουκρανοί σχημάτισαν Κράτος, θέλησαν να αποκτήσουν και αυτοί αυτοκέφαλη Εκκλησία – Πατριαρχείο.

Η Εκκλησία της Ρωσίας δεν έδωσε την συγκατάθεσή της, παρά μόνον έδωσε μια διευρυμένη αυτονομία, γι’ αυτό και τιμώρησε με καθαίρεση αυτούς που ανεκήρυξαν την ουκρανική Εκκλησία σε Αυτοκέφαλη-Πατριαρχείο. Έκτοτε στην Ουκρανία υπήρχε μια Εκκλησία που υπάγεται στην Εκκλησία της Ρωσίας και άλλες δύο παρατάξεις που ήταν σχισματικές.

Για το θέμα αυτό έγραψα είκοσι (20) κείμενα. Το πρώτο γράφηκε το έτος 2008, το δεύτερο το έτος 2014 και τα υπόλοιπα τα δύο έτη 2018 και 2019. Στα κείμενα αυτά με απασχόλησε κυρίως η βαθύτερη αιτία του ζητήματος, από την οποία αναφύονται κατά καιρούς διάφορα άλλα ζητήματα.

Με τα κείμενα που έγραψα προσπάθησα να αναδείξω έξι σοβαρά ζητήματα. Πρώτον, το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι συνοδικό, αλλά και ιεραρχικό. Δεν μπορεί να τονίζεται μόνον η συνοδικότητα, χωρίς την ιεραρχικότητα, γιατί αυτό συνιστά προτεσταντική νοοτροπία. Δεύτερον, η Αυτοκέφαλη Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργή ως ανεξάρτητη από όλες τις άλλες Εκκλησίες, ως «Αυτοκεφαλισμός», αλλά είναι αυτοδιοίκητη, όχι όμως και τελείως ανεξάρτητη. Τρίτον, η Αποστολική Διαδοχή συνδέεται αναπόσπαστα με την Αποστολική ζωή και παράδοση μέσα στο μυστήριο της Πεντηκοστής. Τέταρτον, η Εκκλησία επιλύει τα θέματα που ανακύπτουν με ακρίβεια και οικονομία, και η οικονομία γίνεται κάτω από ορισμένους όρους και απαραίτητες προϋποθέσεις. Πέμπτον, εμφανίζονται κατά καιρούς διάφορες εκκλησιολογικές ασθένειες, θα τις χαρακτήριζα δυσλειτουργίες του συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας, όπως η θεωρία «περί Τρίτης Ρώμης», οι οποίες αποβλέπουν στην ανατροπή των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων. Έκτον, το κείμενο για την χορήγηση του Τόμου της αυτοκεφαλίας σε μια Εκκλησία είχε συμφωνηθή στις πανορθόδοξες διασκέψεις, αλλά με ευθύνη της Εκκλησίας της Μόσχας επήλθε διαφωνία στο ποιος θα υπογράφη τον Τόμο αυτόν.

Κυρίως αυτά τα έξι σημεία με απασχόλησαν στα κείμενα που έγραψα ως Ιεράρχης μιάς Τοπικής Εκκλησίας, αλλά και ως Ιεράρχης της καθόλου Εκκλησίας.

Παρατηρώ ότι μερικοί ασχολούνται με επί μέρους ζητήματα, τα οποία απολυτοποιούν, και μάλιστα αναλύουν με επιμονή ενέργειες που έγιναν στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα η χορήγηση του Τόμου της Αυτοκεφαλίας που έδωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην Ουκρανία, χωρίς να βλέπουν τα νοσογόνα αίτια που ανέφερα προηγουμένως και χωρίς να βλέπουν το παρόν και το μέλλον.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατά την Συνεδρίασή της την 28η Αυγούστου 2019, αφού άκουσε την εισήγηση των δύο Συνοδικών Επιτροπών, ήτοι της Επιτροπής Δογματικών και Κανονικών Ζητημάτων και της Επιτροπής Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, έλαβε την απόφαση ότι «αναγνωρίζει το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχου για την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου, καθώς και το προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ουκρανίας».

Αναμένω να δημοσιευθή ολόκληρη η εισήγηση αυτή, καθώς επίσης και το σκεπτικό που στηρίζει την απόφαση.

Από δηλώσεις και δημοσιεύματα φαίνεται ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα ενημερώση την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος που θα συνέλθη σε τακτική Συνεδρίασή της τον προσεχή Οκτώβριο.

Ανεξάρτητα από το πως θα εξελιχθή περαιτέρω το θέμα στην Ιεραρχία, στην βάση του το θέμα αυτό παραμένει ανοικτό προς επίλυση. Δηλαδή, διατυπώνονται επιχειρήματα κανονικά, εκκλησιολογικά, θεολογικά, ένθεν κακείθεν, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να αναζητηθή μια σοβαρή λύση, ώστε να επανέλθη η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που έχει διασαλευθή.

Με το παρόν κείμενο θα υποβάλω μια συγκεκριμένη πρόταση για την αντιμετώπιση του Ουκρανικού ζητήματος. Αυτό το κάνω με πολύ σεβασμό στους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδίως στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαίο. Επιθυμώ να βοηθήσω και όχι να τους υπερβώ. Άλλωστε, γνωρίζω ότι όλα τα θέματα επιλύονται μέσα στο συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας.

Γνωρίζω σαφέστατα ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει μεγάλη πείρα στην αντιμετώπιση εκκλησιαστικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, αντιμετώπισε το σχίσμα, που επικράτησε στην Ελλάδα δέκα επτά χρόνια (1833-1850) με την αυτόγνωμη ανακήρυξη της Αυτοκεφαλίας, και το έλυσε με σοφία και διάκριση. Το ίδιο παρατηρούμε και για άλλες κατά Τόπους Εκκλησίες.

Έτσι, σέβομαι απόλυτα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και τα όσα θα καταθέσω στην συνέχεια με σεβασμό, κινούνται μέσα στην προοπτική του λόγου: «Δίδου σοφώ αφορμήν και σοφώτερος έσται» (Παρ. θ ΄, 9) και του λόγου: «Τώνδε γαρ ακούσας σοφός σοφώτερος έσται, ο δε νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται» (Παρ. α´, 5).

Εννοείται ότι θα χαρώ πολύ, αν βρεθή ένας καλύτερος τρόπος επιλύσεως του ζητήματος αυτού, διότι κανείς δεν είναι αλάθητος, αφού το αλάθητον ανήκει στην Εκκλησία που λειτουργεί μέσα στο μυστήριο της Πεντηκοστής με Ιεράρχες που συσκέπτονται συνοδικώς και ιεραρχικώς.

Πριν καταθέσω την πρόταση θα αναφερθώ στην κατάσταση που επικρατούσε στην Εκκλησία κατά τον 4ο αιώνα, για το πως την περιγράφει και πως την αντιμετωπίζει ο Μέγας Βασίλειος, ο Μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας.

1. Ο κλονισμός της ενότητας της Εκκλησίας

Η περίοδος μεταξύ της Α´ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) και της Β´ (381 μ.Χ.) ήταν ταραγμένη. Εμφανίσθηκαν πολλοί Επίσκοποι και θεολόγοι που προσπαθούσαν να θεολογήσουν για την θεότητα του Λόγου και την θεότητα του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να κλονίζωνται οι κατά Τόπους Εκκλησίες.

Ο Μέγας Βασίλειος έζησε αυτήν την περίοδο και ως καλός και νηφάλιος κυβερνήτης προσπάθησε να αντιμετωπίση την κατάσταση. Υπάρχει ένα καταπληκτικό κείμενό του, στο οποίο διεκτραγωδεί την κατάσταση που επικρατούσε στις Εκκλησίες. Τότε συγκλήθηκαν περίπου τριάντα Σύνοδοι.

Θα παραθέσω την μετάφραση του εκπληκτικού αυτού κειμένου, την οποία έκανε η φιλόλογος Σωτηρία Καρανάσιου. Νομίζω ότι η περιγραφή αυτή δείχνει παρόμοιες καταστάσεις που επικρατούν και σήμερα. Για την ευχερέστερη ανάγνωση το κείμενο αυτό θα χωρισθή σε περισσότερες παραγράφους από το αρχικό.

Μεγάλου Βασιλείου: Διήγησις της παρούσης καταστάσεως των Εκκλησιών

«Με τι να παρομοιάσουμε την παρούσα κατάσταση; Αυτή που είναι παρόμοια με κάποια ναυτική σύρραξη, την οποία ετοίμασαν ναυτικοί άνδρες φιλοπόλεμοι οι οποίοι κρατούσαν μίσος με τους αντιπάλους από παλαιές συγκρούσεις. Σκέψου την εικόνα αυτήν να εφορμούν με σφοδρότητα οι δύο αντίπαλοι στόλοι και έπειτα, όταν εκραγή και φτάση σε αξεπέραστα όρια η μεγάλη οργή, να μάχωνται με δύναμη οι άνδρες. Αν θέλης υπέθεσε ότι τα πλοία συγχρόνως πλήττονται και από σφοδρή θαλασσοταραχή και ένα σκοτάδι από μαύρα σύννεφα έχει καλύψει τα πάντα, ώστε να μην μπορούν να διακριθούν φίλοι ή εχθροί γιατί από την σύγχυση δεν αναγνωρίζονται τα σύμβολα.

Και για να γίνη πιο σαφής η εικόνα ας προσθέσουμε την φουσκωμένη θάλασσα που περιστρέφει τα νερά από τον βυθό μέχρι επάνω και να πέφτη ορμητικό το νερό από ψηλά, ώστε να δημιουργήται φοβερός κλύδωνας από την θαλασσοταραχή.

(Σκέψου) έπειτα να φυσάνε οι άνεμοι από όλα τα σημεία στο ίδιο σημείο και να συνταράσσεται ολόκληρος ο στόλος, και από τους αντιπάλους άλλοι να προδίδουν την παράταξή τους, άλλοι να αυτομολούν από την αγωνία τους, ενώ άλλοι να προσπαθούν να κυβερνήσουν τα σκάφη που κλυδωνίζονται από τους ανέμους και να επιτεθούν στους αντιπάλους, και να αλληλοσκοτώνωνται από την ανταρσία που έφερε ο φθόνος για τους νικητές και η επιθυμία να νικήση ο καθένας μόνος του.

Και μέσα σε όλα αυτά φαντάσου έναν φοβερό και ανάμεικτο θόρυβο σε εκείνο το σημείο από τους ανέμους που σφυρίζουν, από τον πάταγο των πλοίων, από το κόχλασμα της τρικυμίας, από την βουή των πολεμιστών που αφήνουν τις κραυγές τους ανάλογα με το τι παθαίνουν, και εξ αιτίας όλων αυτών να μην ακούγεται η φωνή ούτε του ναυάρχου ούτε του κυβερνήτη, αλλά να επικρατή φοβερή αταξία και σύγχυση με όλα αυτά τα υπερβολικά κακά, ώστε να κάνουν μεγάλα λάθη από απόγνωση για την ζωή τους.

Πρόσθεσε σε όλα αυτά και την βαρύτατη ασθένεια της δοξομανίας, ώστε, ενώ το καράβι πάει στον βυθό, οι επιβάτες να μαλώνουν μεταξύ τους για τα πρωτεία.

Πήγαινε τώρα από την εικόνα σε αυτό το ίδιο το κακό. Μήπως και παλαιότερα το αρειανικό σχίσμα, αφού αποχωρίσθηκε από την Εκκλησία του Θεού σαν αντίπαλη μερίδα, δεν ήταν η μοναδική εχθρική παράταξη; Όταν μετά από μακροχρόνια και φοβερή έριδα άρχισαν τον φανερό πόλεμο εναντίον μας, τότε ο πόλεμος διαχωρίσθηκε σε πολλά μέρη και με μύριους τρόπους, ώστε να υπάρχη σε όλους ένα αδιάλλακτο μίσος λόγω του γενικού εχθρικού κλίματος και λόγω της υποψίας του ενός προς τον άλλον.

Αυτός ο σάλος των Εκκλησιών δεν είναι πιο άγριος από την κάθε θαλασσοταραχή; Κατ’ αυτόν τον σάλο έχει μετακινηθή κάθε όριο που έθεσαν οι Πατέρες, κάθε θεμέλιο και κάθε δογματικό οχυρό έχει διασαλευθή. Τα πάντα συγκλονίζονται και σείονται καθώς στηρίζονται σε σαθρή βάση. Αλληλοκαταστρεφόμαστε με το να επιτιθέμεθα ο ένας στον άλλον. Κι αν δεν σε προφτάση ο εχθρός, σε πληγώνει ο σύντροφος. Και αν πέσης πληγωμένος, σε καταπατά ο συμπολεμιστής. Τόση κοινωνία έχουμε μεταξύ μας, όσο από κοινού μισούμε τους εχθρούς μας. Και όταν περάσουν οι εχθροί, τότε βλέπουμε ο ένας τον άλλον ως εχθρό.

Ακόμη δε ποιος θα μπορούσε να μετρήση το πλήθος των ναυαγίων; Άλλοι βυθίζονται από επίθεση των εχθρών, άλλοι από την καλυμμένη έχθρα των συμμάχων, άλλοι από την απειρία των ηγετών τους. Ολόκληρες Εκκλησίες βυθίσθηκαν αύτανδρες, επειδή έπεσαν επάνω σε δόλιους αιρετικούς υφάλους, άλλοι παρέλαβαν την διακυβέρνηση της Εκκλησίας, αλλά ναυάγησαν στην πίστη, επειδή δεν ήθελαν να ακολουθήσουν το σωτήριο πάθος. Οι ταραχές που προέρχονται από τους άρχοντες του κόσμου τούτου και ανατρέπουν τους λαούς δεν είναι σφοδρότερες από κάθε θύελλα και καταιγίδα;

Πράγματι, θλιβερό και σκυθρωπό σκοτάδι έχει καλύψει τις Εκκλησίες, επειδή έχουν εκδιωχθή οι λαμπτήρες που τοποθέτησε ο Θεός στον κόσμο για να φωτίζουν τις ψυχές των λαών. Και ενώ ήδη υπάρχει ο φόβος να διαλυθή το παν, η υπερβολική μεταξύ τους φιλονικία δεν τους επιτρέπει να δούν τον κίνδυνο. Περισσότερο υπολογίζεται η προσωπική βλάβη παρά το κοινό και δημόσιο συμφέρον, στόχος είναι η επικράτηση στους αντιπάλους παρά το κοινό καλό, και η ικανοποίηση του εγωισμού από τις μελλοντικές αμοιβές. Γι’ αυτό όλοι, με όποιον τρόπο μπορούν, σηκώνουν φονικά χέρια ο ένας εναντίον του άλλου. Κάποια τραχεία κραυγή από αυτούς που αντιμάχονται μεταξύ τους, μία ακατανόητη βοή και ένας δυσδιάκριτος ήχος από τους συνεχείς θορύβους έχει γεμίσει όλη την Εκκλησία και διαστρέφεται το ευθές δόγμα της ευσεβείας από τις υπερβολές και τις ελλείψεις.

Άλλοι με την σύγχυση των προσώπων της Αγίας Τριάδος οδηγούνται στον Ιουδαισμό, άλλοι με το να δέχωνται αντίθεση των φύσεων οδηγούνται στον Ελληνισμό. Ούτε η θεόπνευστη Γραφή αρκεί να τους συμβιβάση, ούτε οι αποστολικές παραδόσεις μπορούν να τους συμφιλιώσουν.

Μία είναι η προϋπόθεση της φιλίας, το να ομιλή κανείς κολακευτικά. Για την δημιουργία δε της έχθρας είναι αρκετό το να μην συμφωνή κάποιος με την γνώμη του άλλου. Η ομοιότητα του σφάλματος προκαλεί εμπιστοσύνη περισσότερο από κάθε συνωμοσία για την συμμετοχή σε ανταρσία.

Θεολόγος δε είναι οποιοσδήποτε, έστω κι αν η ψυχή του είναι στιγματισμένη από μύριες κηλίδες. Γι’ αυτό οι νεωτεριστές βρίσκουν εύκολα πολλούς συνεργάτες στην ανταρσία τους. Γι’ αυτό και αυτοχειροτόνητοι που επιδιώκουν με κάθε μέσον την κατάληψη της εξουσίας έχουν αναλάβει την διοίκηση της Εκκλησίας, αγνοώντας την οικονομία του Αγίου Πνεύματος. Και ενώ οι ευαγγελικοί θεσμοί βρίσκονται σε παντελή σύγχυση λόγω της αταξίας, υπάρχει απερίγραπτη σπουδή για τα αξιώματα και ο καθένας από αυτούς που θέλουν να επιδειχθούν αγωνίζεται ο ίδιος να ανέλθη στο αξίωμα. Λόγω αυτής της φιλαρχίας επικρατεί πολύ μεγάλη αναρχία μεταξύ των λαών. Γι’ αυτό οι συστάσεις των υπευθύνων είναι ανώφελες και χωρίς αποτέλεσμα, γιατί ο καθένας λόγω της αμάθειας και του εγωισμού πιστεύει ότι πρέπει να εξουσιάζη και όχι να υπακούη στους άλλους.

Γι’ αυτό και θεώρησα ότι είναι προτιμότερο να σιωπήσω παρά να ομιλήσω, γιατί μέσα σε τόσους θορύβους είναι αδύνατον να εισακουσθή η φωνή κάποιου ανθρώπου. Γιατί, αν είναι αληθινοί οι λόγοι του «Εκκλησιαστή», «οι λόγοι των σοφών ακούγονται όταν επικρατή ησυχία», δεν θα ταίριαζε στην παρούσα κατάσταση να ομιλήσω γι’ αυτά. Ακόμη ενθυμούμαι και το προφητικό λόγιο: «ο συνετός θα σιωπήση κατά τον καιρό εκείνο διότι ο καιρός είναι πονηρός».

Και πράγματι είναι πονηρός ο καιρός, διότι άλλοι φροντίζουν να πέση κάτω κάποιος, άλλοι χοροπηδούν γύρω από αυτόν που έπεσε, άλλοι επικροτούν την πτώση και δεν υπάρχει κάποιος που από συμπάθεια θα δώση το χέρι του να σηκωθή αυτός που γονάτισε. Αν και κατά τον παλαιό νόμο κατακρίνεται ακόμη και αυτός που προσπέρασε με αδιαφορία το ζώο του εχθρού που γονάτισε από το βάρος. Τώρα, όμως, δεν ισχύουν τα ίδια. Γιατί; Διότι γενικώς ψυχράνθηκε η αγάπη, εξαφανίσθηκε η σύμπνοια μεταξύ των αδελφών, αγνοείται ακόμη και το όνομα της ομόνοιας, χάθηκαν οι νουθεσίες από αγάπη, δεν υπάρχει πουθενά χριστιανική συμπάθεια, δεν χύνεται πουθενά δάκρυ συμπάθειας. Δεν υπάρχει αυτός που θα στηρίξη τον ασθενή στην πίστη, αλλά έχει ανάψει τόσο μίσος μεταξύ των συμπολιτών, ώστε ο καθένας χαίρεται περισσότερο με τις συμφορές του πλησίον παρά με τα δικά του επιτεύγματα. Όπως συμβαίνει με τις επιδημίες, που και όσοι προσέχουν με ακρίβεια την δίαιτα υποφέρουν εξίσου με τους άλλους, επειδή λόγω της συναναστροφής με τους ασθενείς ασθενούν και αυτοί, έτσι και τώρα εξομοιωθήκαμε όλοι μεταξύ μας, γιατί σαν επιδημία η φιλονικία η οποία κατέλαβε τις ψυχές μας μας οδήγησε στο να φροντίζουμε για το κακό.

Γι’ αυτό και στις θέσεις των δικαστών κάθονται πρόσωπα χωρίς έλεος και σκληρά σε όσους σφάλλουν, ενώ από την άλλη υπάρχουν αγνώμονες κριτές που αντιμετωπίζουν δυσμενώς τα κατορθώματα και, όπως φαίνεται, τόσο πολύ έχει στερεωθή το κακό, ώστε γίναμε πιο άλογοι και από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα κάνουν μία ειρηνική αγέλη μεταξύ τους, σε μας όμως αυτός ο φοβερός πόλεμος έχει ξεσπάσει εναντίον των ομοφύλων μας.

Για όλους αυτούς τους λόγους έπρεπε να σιωπήσω, αντίθετα, όμως, από την άλλη μεριά με είλκυε η αγάπη, η οποία δεν ζητά το δικό της συμφέρον και απαιτεί να υπερνικά κανείς όλες τις δυσκολίες των καιρών και των πραγμάτων. Μας δίδαξαν οι τρεις παίδες, που ρίφθηκαν στην βαβυλώνια κάμινο, ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχη κανένας σύμμαχος της ευσεβείας, πρέπει κανείς να επιτελή και μόνος το καθήκον του. Αυτοί μέσα από την φλόγα της καμίνου υμνούσαν τον Θεό, χωρίς να υπολογίζουν το πλήθος των ασεβών, αλλά οι τρεις τους ήταν αρκετοί για να στηριχθούν μεταξύ τους.

Γι’ αυτό ούτε και εμάς μας φόβισε το πλήθος των αντιπάλων, αλλά, αφού στηρίξαμε την ελπίδα στην βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, διακηρύξαμε με παρρησία την αλήθεια. Άλλωστε θα ήταν το πιο παράλογο από όλα, αν αυτοί, που βλασφημούν το Πνεύμα εξαγγέλλουν με τόσο θράσος και με τόση ευκολία την ασέβειά τους, ενώ εμείς που έχουμε τέτοιον σύμμαχο και συνήγορο να διστάζουμε να υπηρετήσουμε την διδασκαλία, η οποία έφθασε μέχρις εμάς με την παράδοση των πατέρων και διασώθηκε με την μνήμη από γενεά σε γενεά. Επί πλέον ενίσχυσε αυτήν την διάθεσή μας η φλόγα της ειλικρινούς αγάπης σου, η σοβαρότητα και η πραότητα του χαρακτήρα σου, τα οποία ήταν εγγύηση ότι δεν θα γίνονταν γνωστά σε πολλούς όσα θα γράφονταν. Όχι γιατί ήταν άξια να αποκρυφθούν, αλλά γιατί δεν έπρεπε να ριφθούν τα μαργαριτάρια στους χοίρους.

Αυτά είχα να πω εγώ. Για σένα όμως, αν μεν είναι αρκετά όσα έχουν λεχθή, ας μην γίνεται πλέον λόγος γι’ αυτό το θέμα. Αν όμως σου φανούν ελλιπή, δεν θα με πειράξη να ασχοληθής φιλόπονα με την έρευνα και με ερώτηση όχι εριστική να συμπληρώσης την γνώση σχετικά με το θέμα. Εύχομαι να βοηθήση ο Κύριος ώστε είτε διά μέσου εμού είτε μέσω άλλων να συμπληρωθούν τα ελλείποντα με την γνώση, η οποία δίνεται από το Άγιο Πνεύμα σε όσους είναι αντάξιοι αυτών των δωρεών».

Περίληψη και σχόλιο

Το κείμενο αυτό που παρατέθηκε σε μετάφραση είναι εκπληκτικό και περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στην Εκκλησία τον 4ο αιώνα μ.Χ. και μάλιστα παρουσιάζεται με καταπληκτικό τρόπο από τον Μέγα Βασίλειο και δείχνει τον τρόπο που την αντιμετώπισε ο Μέγας αυτός Ιεράρχης της Καισαρείας της Καππαδοκίας και Οικουμενικός διδάσκαλος. Ενδεικτικώς θα τονισθούν μερικά σημεία.

1.Σε αυτό το κείμενο περιγράφονται με λεπτομερή και ακριβή τρόπο τα όσα συμβαίνουν σε μια ναυμαχία. Η όλη εικόνα είναι εκρηκτική από την σύρραξη των πλοίων, την δύναμη των πολεμιστών, την τρικυμία της θάλασσας, το σκοτάδι της νύκτας, την δύναμη των ανέμων, την αλληλοεξόντωση των πολεμιστών, τον θόρυβο που προκαλούν τα πλοία, την κραυγή των ανθρώπων, την αταξία που επικρατεί, το βύθισμα των πλοίων, αλλά και την διαμάχη των ανθρώπων για τα πρωτεία, ακόμη και σε αυτήν την φρικτή κατάσταση.

2.Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ναυμαχίας ομοιάζουν με την κατάσταση που επικρατούσε στις Εκκλησίες λόγω της αιρέσεως του Αρείου, αλλά και της αιρέσεως των Πνευματομάχων. Πρόκειται για έναν σάλο στις Εκκλησίες, που ομοιάζει με θαλασσοταραχή, αφού μετακινούνται τα όρια και τα θεμέλια που έθεσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Επικρατεί μια διαμάχη μεταξύ των Επισκόπων και των Χριστιανών. Βυθίζονται οι Χριστιανοί από τους εχθρούς, αλλά και από την απειρία των ηγετών. Ακόμη βυθίσθηκαν Εκκλησίες, οι οποίες ομοιάζουν με πλοία, επειδή προσέκρουσαν σε ύφαλους αιρετικών, αλλά και όσοι ανέλαβαν την κυβέρνηση των Εκκλησιών ναυάγησαν κατά την πίστη. Η ατμόσφαιρα είναι πολεμική από τους άρχοντες, επικρατεί σκοτάδι πνευματικό, φιλονικία μεταξύ των Χριστιανών. Φονεύει ο ένας τον άλλο, διαστρέφονται τα δόγματα της Εκκλησίας. Ως θεολόγοι αναδεικνύονται αυτοί που έχουν πολλές κηλίδες, και ακόμη, ενώ είναι αυτοχειροτόνητοι, ανέλαβαν την διοίκηση της Εκκλησίας. Επικρατεί μεγάλη φιλαρχία.

3.Επειδή ο Μέγας Βασίλειος έβλεπε όλη αυτήν την κατάσταση που επικρατούσε στην Εκκλησία, ομολογεί ότι προτιμούσε να μην ομιλήση, γιατί δεν θα τον άκουγε κανένας, και προτίμησε την σιωπή. Οι καιροί είναι πονηροί. Δεν υπάρχει συμπάθεια, αλλά άλλοι επιδιώκουν την πτώση των αντιπάλων τους, άλλοι χοροπηδούν γι’ αυτόν που έπεσε, άλλοι επικροτούν την πτώση του άλλου.

Έτσι, φυγαδεύθηκε η αγάπη, δεν υπάρχει συμπάθεια, άναψε το μίσος και χαίρονται με τις συμφορές των άλλων. Συμβαίνει ο,τι και στις επιδημίες από τις αρρώστιες, αφού όλοι έχουν αρρωστήσει. Υπάρχουν σκληροί δικαστές και αγνώμονες κριτές.

4.Παρά το ότι σε αυτήν την κατάσταση ο Μέγας Βασίλειος προτιμούσε να σιωπήση, όμως τον υπερνίκησε η αγάπη και γράφει αυτό το κείμενο στον φίλο του Αμφιλόχιο Ικονίου που τον ερώτησε σχετικώς. Σε αυτό παρακινήθηκε από τους Τρεις Παίδες στην Βαβυλώνα, που ρίφθηκαν στην κάμινο, γιατί θεώρησαν ότι πρέπει κανείς να επιτελή το καθήκον του, έστω και αν δεν υπάρχη κανένας άλλος σύμμαχος στην ευσέβεια. Οι Τρεις Παίδες υμνούσαν τον Θεό μέσα από την φλόγα της καμίνου, και ήταν αρκετό να στηριχθούν μεταξύ τους.

Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι, όπως οι Τρεις Παίδες στην κάμινο του πυρός, έτσι και αυτόν δεν τον φόβησε το πλήθος των αντιπάλων, αλλά διακήρυξε την αλήθεια με παρρησία, αφού στήριξε την ελπίδα στην βοήθεια του Θεού, προσέφερε την διδασκαλία που κληρονόμησε από τους Πατέρες.

Στο τέλος λέγει στον παραλήπτη της επιστολής αυτής, στον άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου, ότι αν είναι αρκετά όσα έγραψε έχει καλώς, αν όμως φανούν ελλιπή, δεν τον πειράζει να ασχοληθή με φιλοπονία και να συμπληρώση το θέμα. Εύχεται, λοιπόν, να βοηθήση ο Κύριος είτε διά αυτού είτε διά μέσου άλλων να συμπληρωθούν τα ελλείποντα με την γνώση που δίνεται από το Άγιον Πνεύμα, σε όσους είναι αντάξιοι αυτών των δωρεών.

Οι λόγοι αυτοί του Μεγάλου Βασιλείου με εκφράζουν απόλυτα. Και σήμερα επικρατεί παρόμοια κατάσταση στην Εκκλησία, η οποία ομοιάζει με μία ναυμαχία και έναν πόλεμο, αλλά ακόμη και με επιδημία ασθενειών. Αυτό φαίνεται στην κατάσταση που επικρατεί σε όλες τις Εκκλησίες, ιδίως στην Ουκρανία. Στην κατάσταση αυτή, άλλοτε σιωπά κανείς, γιατί αισθάνεται ότι δεν θα εισακουσθή, άλλοτε από αγάπη τολμά να μιλήση μέσα από το καμίνι του πυρός.

Τελικά, και όταν γράφουμε, πρέπει να έχουμε την αίσθηση ότι αυτά είναι ελλιπή και καταθέτοντας αυτήν την ελλιπή γνώση, τα αφήνουμε στον Θεό για να τα συμπληρώση με άλλον, ο οποίος θα φωτισθή από το Άγιον Πνεύμα.

Εμείς κάνουμε το καθήκον μας και το εμπιστευόμαστε στην Εκκλησία για να το κρίνη, να το απορρίψη ή να το αξιοποιήση. Με αυτό το πνεύμα τολμώ να γράψω τα επόμενα και με αυτό το πνεύμα πρέπει να διαβασθούν. Ισχύει και εδώ ο λόγος του ποιητή Νίκου Καρούζου: «Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο», όταν είσθε πεπεισμένοι για την ορθότητα και το αλάθητο της άποψής σας.

2. Η σύγχρονη κατάσταση της Εκκλησίας με αφορμή το Ουκρανικό θέμα

Θα αναφέρω τα υπάρχοντα δεδομένα (για το σύγχρονο Ουκρανικό θέμα) και τον τρόπο με τον οποίο το θέμα θα μπορούσε να επιλυθή.

α) Τα υπάρχοντα δεδομένα

Με την πάροδο του χρόνου φθάσαμε στα εξής περιπεπλεγμένα σημεία.

Πρώτον. Με Πανορθόδοξες διασκέψεις επήλθε συμφωνία στο κείμενο για την χορήγηση της αυτοκεφαλίας σε μια Εκκλησία. Η διαφωνία έγινε στο ποιος θα υπογράφη τον Τόμο της αυτοκεφαλίας, και γι’ αυτό δεν ελήφθη απόφαση.

Κατόπιν τούτου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης χορήγησε την αυτοκεφαλία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, όπως το έκανε και σε άλλες κατά τόπους Εκκλησίες, κατά το λεγόμενο εθιμικό δίκαιο, η οποία αυτοκέφαλη Εκκλησία αποτελέσθηκε από την σχισματική ομάδα του καθαιρεθέντος Φιλαρέτου και την σχισματική ομάδα του Μακαρίου, για την οποία αμφισβητούνται τόσο η Ιερωσύνη όσο και η αποστολική διαδοχή. Θεωρώ ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αφού αξιολόγησε την κατάσταση που υπάρχει στην Ουκρανία, κυρίως, αφού κατάλαβε πλήρως την τακτική του Πατριαρχείου Μόσχας σε βάρος του Οικουμενικού Θρόνου, χορήγησε την αυτοκεφαλία, και πιστεύω ότι δεν θα την ανακαλέση.

Δεύτερον. Το Πατριαρχείο Μόσχας δεν δέχθηκε την απόφαση αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την χορήγηση της αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία, είναι αντίθετο με την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία. Μάλιστα δε εν όψει και της αποφάσεως του Οικουμενικού Πατραρχείου για την χορήγηση της αυτοκεφαλίας, έπαυσε την μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στα Δίπτυχα και ακόμη συνέστησε στους Ρώσους και Ουκρανούς να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με Εκκλησίες που μνημονεύουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Κατά την γνώμη μου, από ο,τι φαίνεται μέχρι τώρα, η Εκκλησία της Μόσχας για διαφόρους λόγους δεν θα υποχωρήση και δεν θα δεχθή τετελεσμένα γεγονότα στην Ουκρανία. Θεωρώ, ότι και αν μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες αναγνωρίσουν την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας, το πρόβλημα θα παραμείνη εφ’ όσον δεν θα το αποδεχθή η Εκκλησία της Μόσχας.

Τρίτον. Οι λοιπές Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, για διαφόρους λόγους, βρίσκονται σε στάση αναμονής ή υποστηρίζουν την Μόσχα. Είναι διστακτικές να αναγνωρίσουν τον Επιφάνιο ως Προκαθήμενο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας. Δεν γνωρίζω τι θα αποφασίσουν στο προσεχές διάστημα. Πάντως κατά την ενθρόνιση του Επιφανίου δεν παρευρέθησαν εκπρόσωποι των άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών πλην του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν απεστάλησαν συγχαρητήριες ευχές για την ανάληψη της προεδρίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Τέταρτον. Στην Ουκρανία εξακολουθεί να είναι έκρυθμη η εκκλησιαστική κατάσταση. Υπάρχει ο Αρχιεπίσκοπος Επιφάνιος ως Προκαθήμενος της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας, ο Μητροπολίτης Ονούφριος που υπάγεται στην Εκκλησία της Ρωσίας, και ο λεγόμενος «επίτιμος Πατριάρχης Φιλάρετος», ο οποίος υπανεχώρησε από την αρχική του συμφωνία, δεν δέχεται τον Τόμο της αυτοκεφαλίας, διότι δεν συμφωνεί με την κατάργηση του «Πατριαρχείου», το οποίο αυτός ανακήρυξε. Ενδεχομένως, θα υπάρξουν και άλλες εξελίξεις. Τα γεγονότα ομοιάζουν με μια κινούμενη άμμο.

Πέμπτον. Υπάρχουν και άλλες Τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες υπάγονται σε άλλα Πατριαρχεία, οι οποίες κατά καιρούς εξέφρασαν την επιθυμία τους να αποκτήσουν αυτοκεφαλία, επειδή ανήκουν σε ιδιαίτερες κρατικές οντότητες, βάσει των Κανόνων, του λδ´ των Αποστόλων, ιζ’ της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και λη’ της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, όπως το διετύπωσε ο Μέγας Φώτιος ότι τα εκκλησιαστικά συμμεταβάλλονται με τα πολιτικά. Ενδεχομένως να υπάρχουν και άλλες Εκκλησίες, οι οποίες προς το παρόν δεν έχουν εκφρασθή και θα ζητήσουν την αυτοκεφαλία. Έχουν δημοσιευθή συγκεκριμένα ονόματα Εκκλησιών, τα οποία δεν θέλω να μνημονεύσω εδώ, για να μη δημιουργηθή ένα επί πλέον πρόβλημα.

Βεβαίως, το λεγόμενο αυτοκέφαλο στην πρώτη χιλιετία λειτουργούσε διαφορετικά από ο,τι λειτουργεί στην δεύτερη χιλιετία με βάση την αρχή της Φεουδαρχίας, της Μεταρρύθμισης και την αρχή των εθνοτήτων που εμφανίσθηκε τον 12ο αιώνα και αναπτύχθηκε με τον Διαφωτισμό και την Γαλλική Επανάσταση τον 18ο αιώνα, όπως το ανέλυσε ο καθηγητής π. Γρηγόριος Παπαθωμάς.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθή μια απόφαση για το πως χορηγείται το αυτοκέφαλο, μέσα στο πλαίσιο της συνοδικότητος και της ιεραρχικότητος του πολιτεύματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, για να μην δημιουργούνται συνεχώς εντάσεις και σχίσματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία με αφορμή το θέμα αυτό.

Όπως κατ’ οικονομίαν και προς καιρόν ελήφθη απόφαση για την διασπορά, ήτοι την λεγόμενη «αίρεση της συνεδαφικότητας», με τις Επισκοπικές Συνελεύσεις, έτσι πρέπει να ληφθή απόφαση για το θέμα της χορήγησης αυτοκεφαλίας σε μια Εκκλησία.

Είναι γνωστόν ότι έγινε μια τέτοια προσπάθεια για να επιλυθή το σοβαρό αυτό πρόβλημα, αλλά δυστυχώς σταμάτησε στο σημείο στο ποιος θα υπογράφη τον Τόμο της αυτοκεφαλίας, δηλαδή υπονομεύθηκαν τα προνόμια της Πρωτόθρονης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης.

Στις ημέρες μας αυτό πλέον είναι το ζητούμενο, ότι, δηλαδή, πρέπει να επανέλθη η συζήτηση για την χορήγηση του αυτοκεφάλου –ήδη για το περιεχόμενο του κειμένου υπάρχει πανορθόδοξη απόφαση– όχι μόνον για την Εκκλησία της Ουκρανίας, αλλά και για άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες, άλλων Πατριαρχείων, ώστε να μην αρχίσουν νέες εντάσεις και νέα σχίσματα. Είναι ευνόητον ότι αυτό πρέπει να το επιλύση μια Πανορθόδοξη Σύνοδος ή η Συνάντηση των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Πάντως, όλα αυτά περιπλέκουν το πρόβλημα και για να μη μονιμοποιηθή η σχισματική αυτή κατάσταση, κατά το λόγιον «το πολυχρόνιον και δυσθεράπευτον», πρέπει να βρεθή μια λύση.

β) Μερικές άτυπες ενέργειες

Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το πως θα επιλυθή αυτό το σοβαρό εκκλησιαστικό ζήτημα, το οποίο δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα σοβαρές προτάσεις για την επίλυση του θέματος. Η μοναδική σοβαρή πρόταση που ακούσθηκε είναι να συγκληθή μια Πανορθόδοξη Σύνοδος η οποία θα αντιμετωπίση το θέμα αυτό και θα λάβη τελικές αποφάσεις. Μερικές άλλες προτάσεις που ετέθησαν δεν μπορούν ούτε καν να συζητηθούν, γιατί δεν μπορούν να υλοποιηθούν.

Όμως, το θέμα είναι ότι, προκειμένου να αποφασισθή σύγκληση μιάς Πανορθοδόξου Συνόδου, πρέπει να υπάρξη σοβαρή προετοιμασία και συγκεκριμένη πρόταση στην οποία να συγκλίνη η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών και φυσικά να την αποδεχθούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία της Μόσχας. Διότι δεν μπορεί να συγκληθή μια Πανορθόδοξη Σύνοδος ή Συνάντηση Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αν δεν την καλέση ο Οικουμενικός Πατριάρχης και αν δεν έχη ωριμάσει το θέμα για λύση. Και, βεβαίως, εάν προηγουμένως δεν υπάρχη σύγκλιση απόψεων σε μια συγκεκριμένη πρόταση την οποία να αποδεχθούν οι κατά Τόπους Εκκλησίες, κυρίως το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία της Μόσχας, δεν υπάρχει λόγος να γίνη η Πανορθόδοξος Σύνοδος.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει κάποιοι εκκλησιαστικοί παράγοντες να επεξεργασθούν μια πρόταση την οποία είναι δυνατόν να αποδεχθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Μόσχας και η Εκκλησία της Ουκρανίας. Βεβαίως, πρέπει να υπάρχη συζήτηση και με την πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας. Διότι, αν κρίνω τα πράγματα σε σχέση με την χορήγηση της αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ελλάδος και την χορήγηση των λεγομένων Νέων Χωρών σε αυτήν, υπήρξε απόφαση και αποδοχή των τριών παραγόντων, ήτοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας.

Εάν δεν γίνη μια τέτοια σοβαρή προεργασία, με επίπονες ενέργειες, με νηφαλιότητα, με διάκριση και προσευχή, δεν είναι δυνατόν να συνέλθη η Πανορθόδοξη Σύνοδος, γιατί τότε θα συνέλθη για να επικυρωθή η διαφωνία και, φυσικά, θα αποτύχη να λάβη συγκεκριμένη απόφαση. Έτσι θα φανή ακόμη περισσότερο η διάσπαση που υπάρχει μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

γ) Μια πρόταση για επεξεργασία

Ποια, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι μια πρόταση που θα μπορούσε να τύχη μιάς σοβαρής επεξεργασίας; Θα προσπαθήσω να συγκεκριμενοποιήσω μια πρόταση που, ενδεχομένως, θα έχη ελλείψεις και θα χρειασθή να γίνουν βελτιώσεις.

Πρώτον. Θα πρέπει να γίνη μια, έστω και άτυπη κατ᾽ αρχήν, συνάντηση των αντιπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου της Μόσχας για να αποφασισθή η συνέχιση του διαλόγου για την ολοκλήρωση της συζήτησης για το πως χορηγείται το αυτοκέφαλο σε μια Εκκλησία και να καθορισθή ένα προσχέδιο επιλύσεως του θέματος της Ουκρανίας, σύμφωνα με τα σημεία που θα παρατεθούν πιο κάτω.

Δεύτερον. Η απόφαση του Πατριαρχείου της Μόσχας να παύση την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και να μην τον μνημονεύη στα Δίπτυχα και μάλιστα ως πίεση για να μη δοθή η αυτοκεφαλία στην Ουκρανία και έπειτα να παροτρύνη τους πιστούς του να μη συμμετέχουν σε Λειτουργίες και ακολουθίες στις οποίες μνημονεύεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης, δεν συνιστά εκκλησιαστική σοβαρή πράξη.

Δεν μπορεί να χρησιμοποιήται το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που είναι Μυστήριο ενότητος, και το Μυστήριο της Εξομολογήσεως για να ασκούνται πιέσεις σε άλλες Εκκλησίες, και μάλιστα για πράγματα δευτερεύοντα.

Κατ’ επέκταση, είναι απαράδεκτο το γεγονός που επικρατεί σε αρχιερατικά συλλείτουργα Αρχιερέων από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι Αρχιερείς να απέχουν από την συμμετοχή τους στην θεία Λειτουργία, επειδή σε αυτήν συμμετέχουν εκπρόσωποι άλλων Εκκλησιών, με τις οποίες έχουν ακοινωνησία και ταυτόχρονα να συμμετέχουν στα επίσημα γεύματα και δείπνα, συμπροσευχόμενοι και συνευωχούμενοι.

Γι’ αυτό, προκειμένου να αρχίση μια προσπάθεια επιλύσεως του θέματος αυτού, θα πρέπει η Εκκλησία της Μόσχας να άρη την απόφαση αυτή και ως ένδειξη καλής θελήσεως ο Πατριάρχης Μόσχας να αρχίση να μνημονεύη τον Οικουμενικό Πατριάρχη στα Δίπτυχα.

Άλλωστε, πρέπει να εξασφαλισθή η δυνατότητα διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών, γιατί διαφορετικά, όταν βρίσκωνται σε απομόνωση, δεν θα λυθή ποτέ το θέμα αυτό.

Τρίτον. Ο διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών πρέπει να έχη ως βάση την συμφωνία και επικύρωση των δύο κειμένων τα οποία είχαν ετοιμασθή να κατατεθούν στην Σύνοδο που έγινε στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016, αλλά τελικά δεν συμφωνήθηκε να συζητηθούν στην Σύνοδο εκείνη και να υπογραφούν.

Πρόκειται για τα δύο κείμενα που αφορούν το Αυτοκέφαλο και τα Δίπτυχα. Είναι δύο κανονικά θέματα, τα οποία, αν δεν υπήρχε η αντίθετη άποψη από την Εκκλησία της Μόσχας ως προς τον τρόπο της υπογραφής του Τόμου Αυτοκεφαλίας και κατατίθεντο στην Σύνοδο της Κρήτης για απόφαση, τότε δεν θα είχαμε τα θέματα αυτά με την Ουκρανία σήμερα.

Επομένως, πρέπει να αρχίση η συζήτηση μεταξύ εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία διακόπηκε, για το πως θα υπογράφεται ο Τόμος της Αυτοκεφαλίας, ώστε να ολοκληρωθή η συζήτηση για το θέμα αυτό. Μέσα στην προοπτική αυτή, θα αποφασισθή πως θα χορηγήται εφ’ εξής το Αυτοκέφαλο σε μια Εκκλησία, όπως έχει καθορισθή στο υφιστάμενο κείμενο για την Αυτοκεφαλία, χωρίς να παραθεωρούνται τα κανονικά και παραδοσιακά προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου.

Τέταρτον. Αφού μία προπαρασκευαστική Επιτροπή από εκπροσώπους όλων των Εκκλησιών ετοιμάσει τα δύο αυτά κείμενα που αφορούν το Αυτοκέφαλο και τα Δίπτυχα, στην συνέχεια, να συγκληθή μία Σύνοδος των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις συνοδείες τους, η οποία θα τα επικυρώση.

Η Πανορθόδοξη αυτή Σύνοδος θα πρέπει να προβή σε διαπίστωση ότι σήμερα υφίστανται δεκατέσσερεις Εκκλησίες, να επικυρώση την Πατριαρχική αξία και τιμή μερικών νεωτέρων Πατριαρχείων ώστε να λυθή και μια εκκρεμής κατάσταση, να επικυρώση την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την χορήγηση της Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας ώστε να είναι δεκαπέντε Εκκλησίες και να αντιμετωπίση επί μέρους θέματα που ανέκυψαν.

Πέμπτον. Θα πρέπει να προσυνεννοηθή ο τρόπος με τον οποίον θα επιλυθή και θα ισχύση το εκκλησιαστικό καθεστώς της Ουκρανίας σε όλες τις διαστάσεις του. Ενδεχομένως, θα πρέπει να λυθή με εκκλησιαστική οικονομία «άχρι καιρού».

Μία λύση είναι να βρεθή τρόπος στην Αυτοκέφαλη αυτήν Εκκλησία να υπαχθούν όλες οι εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες που υπάρχουν στην Ουκρανία.

Περίπου να ισχύση κατ’ οικονομία και ίσως άχρι καιρού αυτό που γίνεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, που συνέρχονται και συναποφασίζουν οι Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου εν Ελλάδι, των λεγομένων Νέων Χωρών.

Εάν αυτό για διαφόρους λόγους δεν μπορή να ισχύση και στην Ουκρανία, τότε, θα μπορούσε να ισχύση το σύστημα που επικρατεί στην Διασπορά με τις Επισκοπικές Συνελεύσεις, ο Κανονισμός λειτουργίας των οποίων ψηφίσθηκε στην Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Υπάρχει, δηλαδή, έτοιμος Κανονισμός, που μπορεί να προσαρμοσθή καταλλήλως για την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Μέσα στα πλαίσια αυτά είτε με την μορφή διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε με την μορφή της λειτουργίας των Επισκοπικών Συνελεύσεων θα μπορούσε να λειτουργήση μία Σύνοδος, η οποία θα αποτελήται από όλες τις εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, η οποία θα έχη έναν Αρχιεπίσκοπο. Και, εάν αυτό δεν μπορή να γίνη, τότε μπορεί να ισχύση το υφιστάμενο καθεστώς στην Ελλάδα, με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία – Νέες Χώρες, την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης και τις Μητροπόλεις στα Δωδεκάνησα.

Οι Μητροπολίτες των διαφόρων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών θα μνημονεύουν την Εκκλησία στην οποία αναφέρονται, δηλαδή ή τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ή τον Πατριάρχη Μόσχας και να συμπληρώνουν και την Σύνοδό τους, ήτοι: «Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών (Βαρθολομαίου ή Κυρίλλου) και της Ιεράς ημών Συνόδου των ορθοτομούντων τον λόγον της σης αληθείας».

Στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο που θα αποτελήται από δώδεκα Αρχιερείς και ως δέκατο τρίτο θα έχη τον Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου να συγκαταλέγωνται μέλη κατά ίσον αριθμό από τις υπάρχουσες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Στην Ιεραρχία θα μετέχουν όλοι οι Ιεράρχες της Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας. Την πρώτη φορά που θα συνέλθουν οι Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου αυτής Εκκλησίας θα μπορούσε να εκλεγή ή να αποφασισθή ποιος θα είναι Προκαθήμενος της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Ουκρανία.

Έκτον. Νομίζω ότι προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να εργασθούν τόσο οι εκκλησιαστικοί, όσο και οι πολιτικοί παράγοντες της Ουκρανίας. Ομιλώ και για πολιτικούς παράγοντες, γιατί πάντοτε, ακόμη και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις θεσπίζονταν με νόμο από τους Αυτοκράτορες. Γιατί, αν μια Σύνοδος λαμβάνη μόνη της τις αποφάσεις, τότε δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν, αν η πολιτική εξουσία δεν παρέμβη για την κατοχύρωσή τους με νόμους. Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσαν οι Αυτοκράτορες και οι αποφάσεις τους την τελευταία ημέρα αναγινώσκονταν στο παλάτι όπου και αποφασίζονταν να ισχύσουν με νόμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία ονομάσθηκε εν Τρούλλω Σύνοδος, ακριβώς, γιατί έγινε στην μεγάλη αίθουσα των Ανακτόρων που είχε τρούλλο.

Τα όσα ανέφερα προηγουμένως είναι κατά την γνώμη μου μια κατ’ αρχήν ρεαλιστική εκτίμηση της καταστάσεως και είναι μια κατ’ οικονομία «άχρι καιρού» πρόταση ή μάλλον ένα κατ’ αρχήν σχεδίασμα, που μπορεί να βελτιωθή ακόμη περισσότερο ή να απορριφθή.

Βεβαίως και κάθε καλύτερη πρόταση θα πρέπει να τεθή και να μελετηθή, κυρίως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο έχει μεγάλη διαχρονική πείρα στην αντιμετώπιση σοβαρών εκκλησιαστικών προβλημάτων για να οδηγήση στην επίλυση του θέματος όχι μόνον στην Ουκρανία, αλλά, κυρίως, στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες στην παρούσα φάση βρίσκονται στο χειρότερο σημείο, το οποίο μας θυμίζει λίγο την περιγραφή της καταστάσεως της εποχής του Μεγάλου Βασιλείου, που αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου αυτού.

Θα μπορούσα και εγώ να σιωπήσω για να είμαι αρεστός σε όλους, αλλά από αγάπη στην Εκκλησία και όχι από άλλες σκοπιμότητες, ασχολήθηκα με το θέμα και κατέγραψα τις σκέψεις μου, κατά την αρχή «δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται» (Παρ. θ´, 9).

Νομίζω, και στο θέμα αυτό ισχύει ο μακαρισμός του Χριστού: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» (Ματθ. ε´, 9).

Σεπτέμβριος 2019







tilegrafima.gr