Στην Εκκλησία της Ελλάδος αλλά και στην κοινωνία έχει ανοίξει ένας έντονος διάλογος μετά τη δημόσια συζήτηση για τις αυξήσεις στις αποδοχές των Αρχιερέων, ένα ζήτημα που δεν έμεινε στα στενά όρια μιας μισθολογικής ρύθμισης, αλλά άγγιξε ευαίσθητες πνευματικές, κοινωνικές και εκκλησιαστικές χορδές.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου – ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Το θέμα προκάλεσε αντιδράσεις, προβληματισμό και σε αρκετές περιπτώσεις σκανδαλισμό πιστών, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι σε μια περίοδο οικονομικής πίεσης για νοικοκυριά, συνταξιούχους και πολύτεκνες οικογένειες, η εικόνα αυξημένων αποδοχών για την ανώτατη εκκλησιαστική ηγεσία δημιουργεί αρνητικούς συμβολισμούς.
Την ίδια ώρα, υπάρχουν και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί με θεσμική ψυχραιμία, χωρίς λαϊκισμό και χωρίς να απαξιώνεται συλλήβδην το αρχιερατικό λειτούργημα.
Η πρώτη άποψη: «Προκλήθηκε σκανδαλισμός»
Ιεράρχες και κληρικοί που εκφράζουν τον προβληματισμό τους επισημαίνουν στο vimaorthodoxias.gr ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά κυρίως ποιμαντικό.
Όπως τονίζουν, ο Επίσκοπος δεν αντιμετωπίζεται από τον λαό ως ένας απλός δημόσιος λειτουργός. Είναι ο πνευματικός πατέρας της τοπικής Εκκλησίας, εκείνος που οφείλει να δίνει μαρτυρία ταπείνωσης, διακονίας και θυσιαστικής προσφοράς.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, όταν η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σε αυξήσεις, μισθούς και προνόμια, τότε η πνευματική εικόνα του αρχιερέα κινδυνεύει να επισκιαστεί.
«Δεν είναι θέμα αντιπαλότητας προς τους Επισκόπους. Είναι θέμα ευαισθησίας απέναντι στον λαό που δοκιμάζεται», αναφέρουν εκκλησιαστικοί κύκλοι, υπογραμμίζοντας ότι η Εκκλησία οφείλει να αποφεύγει οτιδήποτε μπορεί να γίνει αφορμή σκανδαλισμού.
Η πλευρά αυτή επισημαίνει ακόμη ότι τα κοινωνικά δίκτυα μετέτρεψαν την υπόθεση σε πεδίο σκληρής επίθεσης κατά της Εκκλησίας. Αναρτήσεις, σχόλια και ειρωνείες δεν περιορίστηκαν στην κριτική μιας πολιτικής απόφασης, αλλά συχνά στράφηκαν εναντίον του ίδιου του αρχιερατικού αξιώματος.
Αυτό, λένε, πλήγωσε βαθιά πολλούς πιστούς, οι οποίοι είδαν την Εκκλησία να γίνεται αντικείμενο χλευασμού.
Η δεύτερη άποψη: «Να μη γίνει λαϊκισμός εις βάρος της Εκκλησίας»
Από την άλλη πλευρά, άλλοι ιεράρχες και εκκλησιαστικοί παράγοντες τονίζουν ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή ώστε το ζήτημα να μη χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για γενικευμένη απαξίωση της Εκκλησίας.
Όπως υποστηρίζουν, οι Αρχιερείς έχουν ευθύνες, διοικητικά βάρη, ποιμαντικές υποχρεώσεις, κοινωνικό έργο και δημόσια παρουσία που δεν μπορεί να συγκρίνεται απλουστευτικά με μια απλή μισθολογική κατηγορία.
Σημειώνουν επίσης ότι πολλές Μητροπόλεις στηρίζουν καθημερινά συσσίτια, ιδρύματα, φιλανθρωπικές δομές, οικογένειες σε ανάγκη, ασθενείς και μοναχικούς ανθρώπους.
«Δεν μπορεί όλη η προσφορά της Εκκλησίας να σβήνεται κάτω από έναν τίτλο για τους μισθούς», αναφέρουν κύκλοι που ζητούν ψυχραιμία και θεσμικό διάλογο.
Η πλευρά αυτή θεωρεί ότι η κριτική είναι θεμιτή, αλλά όχι όταν μετατρέπεται σε ισοπεδωτική επίθεση κατά των Επισκόπων, των ιερέων και της εκκλησιαστικής διακονίας.
Το πρόβλημα του δημόσιου λόγου
Το μεγάλο ζήτημα, τελικά, δεν είναι μόνο η ίδια η απόφαση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή συζητήθηκε δημόσια.
Στην Προεδρία της Κυβέρνησης και στα αρμόδια κρατικά όργανα ανήκει η ευθύνη των θεσμικών αποφάσεων, όμως η Εκκλησία καλείται να διαχειριστεί τις πνευματικές συνέπειες που δημιουργήθηκαν στις συνειδήσεις των πιστών.
Η κοινωνία είναι ήδη φορτισμένη από την ακρίβεια, τις χαμηλές συντάξεις, τις δυσκολίες των νέων οικογενειών και την ανασφάλεια της καθημερινότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε είδηση που συνδέεται με αυξήσεις αποδοχών σε θεσμικά πρόσωπα αποκτά μεγαλύτερο βάρος.
Η ανάγκη ενότητας και αυτοκριτικής
Το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ προσεγγίζει το θέμα με διάθεση ισορροπίας. Η κριτική δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πολεμική κατά της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα, η Εκκλησία δεν πρέπει να αγνοεί τον πόνο και τον σκανδαλισμό των πιστών.
Η λύση δεν βρίσκεται ούτε στη σιωπή ούτε στην οργή. Βρίσκεται στην ειλικρινή αυτοκριτική, στη διάκριση, στη θεσμική διαφάνεια και στην ποιμαντική ευαισθησία.
Οι πιστοί χρειάζονται λόγο παρηγορητικό και καθαρό. Οι Ιεράρχες χρειάζονται προστασία από άδικες γενικεύσεις, αλλά και εγρήγορση απέναντι σε ό,τι μπορεί να πληγώσει το εκκλησιαστικό σώμα.
Το ζητούμενο σήμερα είναι να μη βαθύνει ο διχασμός. Να ακουστούν όλες οι πλευρές, να αποφευχθούν οι υπερβολές και να διαφυλαχθεί η ενότητα της Εκκλησίας.
Διότι πάνω από κάθε μισθολογική ή διοικητική συζήτηση βρίσκεται η αποστολή της Εκκλησίας: να οδηγεί τον άνθρωπο στον Χριστό, να στηρίζει τον αδύναμο και να θεραπεύει πληγές, όχι να δημιουργεί νέες.




















