Βαρθολομαίος: Τη συνοδική ταυτότητα της Ορθοδοξίας, τη σημασία του διαλόγου και την ανάγκη οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης να γίνουν πράξη στην εκκλησιαστική ζωή ανέδειξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Με σαφή αναφορά στην απουσία τεσσάρων Ορθοδόξων Εκκλησιών από τη Σύνοδο του 2016 και με έμφαση στην ευθύνη της θεολογίας απέναντι στον σύγχρονο άνθρωπο, ο Προκαθήμενος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κ.κ. Βαρθολομαίος κήρυξε την έναρξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για τη δεκαετία από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Οι εργασίες άρχισαν τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου στη Σαντιγί της Γαλλίας και ολοκληρώνονται την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου.
Το συνέδριο, με θέμα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016–2026): Αποτίμησις καί Προοπτικαί», συγκεντρώνει Ιεράρχες, κληρικούς με ακαδημαϊκή παρουσία, πανεπιστημιακούς και ερευνητές. Παρίσταται επίσης, κατόπιν προσωπικής επιθυμίας του, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ.κ. Ιωάννης.
Δέκα χρόνια μετά τη σύγκληση της Συνόδου στην Κρήτη, ο Πατριάρχης παρουσίασε την παρακαταθήκη της ως ζωντανή εκκλησιαστική ευθύνη. Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκαν η εφαρμογή των αποφάσεων, η σχέση της Ορθοδοξίας με τον πολιτισμό και η απόρριψη τόσο της άγονης εσωστρέφειας όσο και των ακροτήτων της εκκοσμίκευσης.
Στην ιστορική αναδρομή του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης μνημόνευσε όσους εργάστηκαν για την προετοιμασία της Συνόδου και αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά την περίοδο του Σιδηρού Παραπετάσματος και μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Ευχαρίστησε επίσης την Ελληνική Πολιτεία, την Εκκλησία της Κρήτης, τις τοπικές Αρχές και την Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης για την οργανωτική συμβολή τους. Υπενθύμισε ότι τα συνοδικά κείμενα καλύπτουν ζητήματα όπως η Διασπορά, το Αυτόνομο, ο γάμος, η νηστεία και οι σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, συνδέοντας την εκκλησιαστική οργάνωση με την ποιμαντική μαρτυρία.
Η απουσία Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας
Ο κ. Βαρθολομαίος υποστήριξε ότι η μη συμμετοχή των τεσσάρων Εκκλησιών δοκίμασε τη συνοδικότητα, χωρίς να αναιρέσει τη συνοδική ταυτότητα της Συνόδου. Απέδωσε την απόφασή τους σε εξωεκκλησιαστικά κριτήρια και εκτίμησε ότι ενδεχόμενη αναβολή θα οδηγούσε σε οριστική ματαίωση. Ειδικότερα, ανέφερε αυτούσια:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος δικαίως ἔτρεφον προσδοκίας, ὅτι ἡ ἀναμενομένη Σύνοδος δέν θά ἦτο μία ἐσωστρεφής σύναξις, ἀλλά μία πειστική μαρτυρία περί τῆς ζώσης χριστιανικῆς παρουσίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ. Ἡ ληφθεῖσα ἐπί τῇ βάσει ἐξωεκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί ἀνακοινωθεῖσα τήν δωδεκάτην ὥραν ἀπόφασις τεσσάρων Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἤτοι τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας, νά μή συμμετάσχουν εἰς τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου προεκάλεσε θλῖψιν πολλήν, ἐδοκίμασε τήν λειτουργίαν τῆς συνοδικότητος εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, οὐδόλως ὅμως ἔθιξε τήν συνοδικήν ταυτότητά της. Ὄντως, οὐδείς θεολογικός ἤ ἐκκλησιολογικός λόγος ὑφίστατο διά τήν μή πραγματοποίησιν τῆς Συνόδου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀναβολή τῆς συγκλήσεώς της θά ἐσήμαινεν ὁριστικήν ματαίωσίν της -καί ἴσως αὐτό ἐπεθύμουν καί ἐπεδίωκόν τινες.»
Η θεολογία ως «σιδηρούς βραχίων» της Εκκλησίας
Κεντρική θέση στην πατριαρχική ομιλία είχε ο ρόλος της θεολογίας στη διαμόρφωση των συνοδικών κειμένων και στη μαρτυρία της Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης συνέδεσε τον διάλογο με την πιστότητα στην Ορθόδοξη Παράδοση, διευκρινίζοντας ότι η συνάντηση με τον πολιτισμό προϋποθέτει γνώση των προβλημάτων και των δυνατοτήτων κάθε εποχής.
Στο χαρακτηριστικό απόσπασμα της ομιλίας του τόνισε:
«Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπεκάλυψε τήν δύναμιν τῆς θεολογίας ὡς τοῦ σιδηροῦ βραχίονος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς “διαλεγομένης θεολογίας”, ἡ ὁποία ἑρμηνεύει τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν καί δίδει τήν χριστιανικήν μαρτυρίαν ἐντός ἑνός συνεχῶς ἐξελισσομένου, σήμερον δέ ταχύτατα μεταβαλλομένου κόσμου. Θεολογία ἐν διαλόγῳ μέ τόν πολιτισμόν οὐδόλως σημαίνει προσαρμογήν εἰς τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί συσχηματισμόν μέ τόν κόσμον.»

«Κλειστή» Ορθοδοξία και άγονη εσωστρέφεια
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στην παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία. Ο κ. Βαρθολομαίος απέρριψε την αντίληψη ότι η πνευματική αποστολή συνεπάγεται απομάκρυνση από τις αγωνίες του ανθρώπου, επισημαίνοντας αυτούσια:
«Ἡ ζωτική μαρτυρία περί τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνακαινίσεως τῶν πάντων καί τῆς προσδοκίας τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νά δοθῇ ἀπό μίαν “κλειστήν” καί σκυθρωπήν Ὀρθοδοξίαν. Τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας ἀπειλεῖται τόσον ἀπό τάς ἀκρότητας τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ὅσον καί ἀπό τήν ἄγονον ἐσωστρέφειαν.»
Στο ίδιο πλαίσιο, ζήτησε από την Ορθόδοξη θεολογία να αντιστέκεται στον φονταμενταλισμό και ανέδειξε τον νηφάλιο διαθρησκειακό διάλογο ως συμβολή στην εμπιστοσύνη, την ειρήνη και την καταλλαγή.
Οι αποφάσεις στις ενορίες και στη νέα γενιά
Η αποτίμηση της δεκαετίας περιλάμβανε αναφορές στις μεταφράσεις των συνοδικών κειμένων, στα επιστημονικά συνέδρια, στις πανεπιστημιακές εργασίες και στην ένταξη της μελέτης της Συνόδου σε θεολογικά προγράμματα σπουδών. Ξεχωριστή μνεία έγινε στην έκδοση των Πρακτικών, που διευκολύνει την πρόσβαση στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
Ο Πατριάρχης επανέφερε, παράλληλα, την ανάγκη τα συνοδικά κείμενα να αξιοποιούνται στην κατήχηση, στις ενορίες, στα μοναστήρια και στην ποιμαντική διακονία. Η συνέχεια της Συνόδου, όπως την περιέγραψε, συνδέεται με την καθημερινή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στους νέους, τους οποίους κάλεσε σε ενεργό συμμετοχή στην Εκκλησία, με θεμέλια την πίστη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η νέα γενιά παρουσιάστηκε ως φορέας και συνεχιστής της Ορθόδοξης Παράδοσης, με ευθύνη απέναντι στις κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις.
Κλείνοντας, υπογράμμισε την αποστολή της Εκκλησίας να υπηρετεί την ειρήνη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία της δημιουργίας, μεταδίδοντας έμπρακτα τις φιλάνθρωπες αξίες της.
Φωτογραφίες: Νίκος Παπαχρήστου






















