Όσιος Τύχων ο Αγιορείτης: Ο Όσιος Τύχων γεννήθηκε το 1884 στη Ρωσία. ῞Οταν ενηλικιώθηκε αφού προσκύνησε διάφορα Ρωσικά Μοναστήρια πήγε για προσκύνημα στους ̒Αγίους Τόπους κι από εκεί ήλθε στο ῞Αγιον ῎Ορος.
Στην αρχή μόνασε στο Κελλί του Μπουραζέρι, αργότερα πήγε στα Καρούλια και τέλος στην περιοχή της Καψάλας. ̉Εκεί έζησε σε μία φτωχική καλύβη έχοντας ως μοναδικό πλούτο τη Χάρη του Θεού και με τα δάκρυά του επότισε την έρημο του ̒Αγίου ῎Όρους και δίδαξε στον ῞Άγιο Παΐσιο τα μυστικά της πνευματικής ζωής. ̒Ο όσιος έγινε γνωστός για την ακτημοσύνη του, την μεγάλη του ταπείνωση και την παιδική του απλότητα. Καθημερινό εργόχειρό του ήταν η αδιάλειπτη προσευχή και οι πνευματικές εμπειρίες (όπως η συνομιλία του με ̉Αγγέλους κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας κλπ.).
Πλήθος προσκυνητών αναπαύθηκαν στο πετραχήλι του και άκουσαν τις συμβουλές του. Στις συζητήσεις του πάντα ανέφερε για τον γλυκό Παράδεισο και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα και δεν του έκανε καρδιά να ασχολείται με μάταια πράγματα.
̒Ο ῞Οσιος κοιμήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1968.

Παρακλητικός Κανών
εις τον ῞Οσιον Τύχωνα τον ̒Αγιορείτην
Ποίημα του κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
Ευλογήσαντος του ῾Ιερέως αναγιγνώσκεται ο Ψαλμός ρμβ´ (142ος) και ευθύς ο Χορός σε Ήχον δ´ λέγει τό: Θεός Κύριος,… (τετράκις) και είτα τα παρόντα Τροπάρια.
Ήχος δ΄. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.
Τώ θεαρέστως εν τώ ῎Αθω βιώσαντι,* οι εν δεινοίς και συμφοραίς νύν προσπέσωμεν,* εν κατανύξι κράζοντες, εκ βάθους ψυχής,* Τύχων, βοήθησον,* τους σοι προστρέχοντας πίστει,* πρόφθασον και λύτρωσε εκ παντοίων κινδύνων,* μη παραβλέψης δέησιν οικτράν* των προσφευγόντων τη σκέπη σου, Πάντιμε.
Δόξα Πατρί…
̉ Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Της ερήμου…
Της ῾Ρωσίας τον γόνον και του ῎Αθω το κλέϊσμα* των μοναζόντων την δόξα ως και πρότυπον άγιον,* Τύχωνα, τιμήσωμεν πιστοί* τον νέον του Σωτήρος αθλητήν,* τον παρέχοντα βοήθειαν δαψιλώς* τοις ευλαβώς κραυγάζουσι˙* Δόξα τώ σε δοξάσαντι Χριστώ˙* δόξα τώ σε στεφανώσαντι˙* δόξα τώ δωρουμένω διά σού, πάσι συγχώρησιν.
Και νύν … Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι.* Ει μη γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα,* τις ημάς ερῥύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;* Τις δε διεφύλαξεν έως νύν ελευθέρους;* Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα εκ σού˙* σούς γάρ δούλους σώζεις αεί* εκ παντοίων δεινών.
῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμός και αρχόμεθα του Κανόνος.[1]
Ωδή αʹ. Ήχος πλ. δʹ. ῾Ύγράν διοδεύσας…
Προσπίπτομεν πάντες ικετικώς* προς σε Τύχων μάκαρ,* και αιτούμεθα ταπεινώς,* όπως ημίν βοήθειαν παράσχης,* ίνα διάγωμεν βίον φιλόθεον.
̒Ικέτας αξίωσον ταπεινώς,* δεόμεθα πάντες,* Τύχων ένδοξε αθλητά,* όπως λιταίς σου προς τον Κτίστην * παράσχη ημίν τα τέλη ανώδυνα.
Σωτήρα ανθρώπων, Τύχων σεμνέ,* ικέτευε πάντες σου δεόμεθα ταπεινώς,* όπως ημίν παράσχη ειρήνην* ως και βίον ακηλίδωτον, ῞Οσιε.
Θεοτοκίον.
Τους σπεύδοντας τη χάρη σου, Μαριάμ,* μη εγκαταλείπεις,* αλλά δίδου υπομονήν,* πίστιν ακλόνητον, Παρθένε* ως και ελπίδαν,* Θεόνυμφε Δέσποινα.
Ωδή γʹ. Ουρανίας αψίδος…
Τ
ού πυρός την μανίαν* λιταίς σου κατάσβεσον,* αγρούς και οικίας, όσιε Τύχων,* σύ διαφύλαξον,* ίνα υμνούμέν σε* τον του Χριστού στρατιώτην* των πιστών το στήριγμα* και καταφύγιον.
̉Ανυπόκριτον πίστιν θαυματουργέ, ῞Αγιε,* αγάπην και ειρήνην παράσχου* λιταίς σου, ῞Οσιε,* ίνα δοξάζωμέν σε* τον συμπολίτην αγγέλων* και πιστών το καύχημα,* Τύχων μακάριε.
Προστασίαν ουκ έχω παρ̉ ουδενός, ῞Οσιε,* διό σοι καταφεύγω ο τάλας,* Τύχων πανύμνητε,* και ταπεινώς εκζητώ * την σήν βοήθειαν, πάτερ,* ην σύ παράσχου, ένδοξε,* τάχος ικέτη Σου.
Θεοτοκίον.
῾Ραθυμίας εργάτης,* κατέστην ο άθλιος,* διό προς Σε καταφεύγω* και πόθω δέομαι,* σπεύσον ταχύ, Μαριάμ,* και σώσον, Κόρη, ικέτην,* και Υιόν Σου, ῎Αχραντε, Σύ εξευμένισον.
Διάσωσον* από κινδύνων, ικέτας σου, μάκαρ Τύχων* ότι πάντες δεητικώς προς σε καταφεύγομεν* ως έχοντι τώ Θεώ παρῥησία.
̉Επίβλεψον* εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε,* επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν,* και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Δέησις και το Κάθισμα
Ήχος βʹ. Τα άνω ζητών…
Σύ πρέσβυς θερμός* και τείχος απροσμάχητον·* ελέους πηγή και πιστών καταφύγιον* εκτενώς βοώμέν σοι,* Θεοδόξαστε Τύχων, πρόφθασον˙* και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς* τους προς σε απαύστως προστρέχοντας.
Ωδή δʹ. Εισακήκοα, Κύριε,…
Τών παθών μου τον τάραχον,* Θαυματουργέ Τύχων, τάχος ειρήνευσον* και τον κλείδωνα κατεύνασον* των εμών πταισμάτων, Θεοδόξαστε.
Τέκνα τάχος σύ δώρησον* τοις ποθούσι, Τύχων πανευωδέστατε,* και παράσχου ῥώσιν άπασι* τοις σοι πόθω και πίστει προστρέχουσι.
῾Ολοψύχως σου δέομαι* τα τέλη ανώδυνα πάσι δώρησε* και κατεύνασον τον τάραχον* του νοός μου, Τύχων, ῎Αθου σέμνωμα.
Θεοτοκίον.
Θεοτόκε πανάχραντε,* τον υιόν σου σκέπε και διαφύλαττε* και το στόμα μου διάνοι-ξον,* του δοξάζειν Σε Θεοκοινώνητε.
Ωδή εʹ. Φώτισον ημάς…
Δώρησον καμέ* υγιείαν και ταπείνωσιν,* πνεύμα συνέσεως και φόβον Θεού*, ίνα υμνώ σε απαύστως, Τύχων θεσπέσιε.
῞Υπνον ελαφρόν* και ανάπαυσιν του σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμώς* και ταις λιταίς Σου* της ψυχής τα πάθη, Τύχων, κοίμησον.
Πάντας τους πιστούς* εντρυφήσαι καταξίωσον* εν ταις Γραφαίς, πιστών, Τύχων, η χαρά* και βιώσαι τοις Χριστού λόγοις και προστάγμασι.
Θεοτοκίον.
῎Αχραντε, θερμώς* ικετεύω Σε ο άθλιος* εκ των παγίδων αρχεκάκου εχθρού* τον Σόν ικέτην* απαύστως, Σεμνή, προστάτευσον.
Ωδή στʹ. Την δέησιν εκχεώ…
Θανάτου του αιφνιδίου ρύσαι με* τον ανάξιον ικέτην λιταίς σου* και εκ φθοράς και ποικίλων παγίδων* του αρχεκάκου εχθρού, Τύχων, με λύτρωσον,* ώ κλέος των χριστιανών,* εκ των παθών των ποικίλων σύ ῥύσαι με.
Νευρώσεις Σύ, απελαύνεις, ῞Οσιε,* και τας νόσους θεραπεύεις ταχέως* και ταις ψυχαίς ̉Ορθοδόξων παρέχεις,* ακαταπαύστως βοήθειαν ένδοξε˙* Σου δέομαι ο δυσμενής,* της ψυχής μου τα όμματα άνοιξον.
Προστάτην σε της ζωής επίσταμαι* και ακοίμητον φρουρόν σε κατέχω,* τους πειρασμούς απελαύνεις μακρόθεν,* σύ και τας νόσους διώκεις ταχύτατα,* Τύχων θαυματουργέ,* των ̉Ορθοδόξων φρουρός ο ακοίμητος.
Θεοτοκίον.
̉Ηλίου του νοητού σύ, ῎Αχραντε,* ανεδείχθης, Θεοτόκε, μητέρα,* όν καθικέτευε, κόρη, απαύστως* και υπέρ πάντων ημών εξευμένισον* δεόμεθά σου, ώ Μαριάμ,* ίνα λάβωμεν χάριν και έλεος.
Διάσωσον* από κινδύνων, ικέτας σου, μάκαρ Τύχων* ότι πάντες δεητικώς προς σε καταφεύγομεν* ως έχοντι τώ Θεώ παρῥησία.
῎Αχραντε,* η διά λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως* επ̉ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον,* ως έχουσα μητρικήν παρῥησίαν.
Δέησις και το Κοντάκιον.
Ήχος β´. Προστασία.
Σύ προστάτης των Χριστιανών ακαταίσχυντος* και μεσίτης προς τον Ποιητήν αμετάθετος˙* μη παρίδης* αμαρτωλών δεήσεων φωνάς,* αλλά σπεύσον σύ, θαυματουργέ,* εις την βοήθειαν ημών των πιστώς δεομένων σου˙* δέχου ημών πρεσβείαις* και ῥύσαι εκ των κινδύνων,* ῞Οσιε Τύχων, ισχυρόν* των ̉Ορθοδόξων καταφύγιον.
Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ´.
Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού. (δίς)
Στίχος: Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι.
Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού.
῾Ο ῾Ιερεύς: Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς …
῾Ο Χορός: Κύριε ελέησον (τρίς)
῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ορθοί ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου, Ειρήνη πάσι.
῾Ο Χορός: Και τώ Πνεύματί σου.
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Εκ του κατά Λουκάν (Κεφ. στ΄ 17-22) αγίου Ευαγγελίου …
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Τώ καιρώ εκείνω έστη ο ̉Ιησούς επί τόπου πεδινού, και όχλος μαθητών αυτού, και πλήθος πολύ του λαού από πάσης της ᾿Ιουδαίας και ῾Ιερουσαλήμ και της παραλίου Τύρου και Σιδώνος, οί ήλθον ακούσαι αυτού και ιαθήναι από των νόσων αυτών, και οι οχλούμενοι από πνευμάτων ακαθάρτων, και εθεραπεύοντο˙ και πάς ο όχλος εζήτει άπτεσθαι αυτού, ότι δύναμις παρ᾿ αυτού εξήρχετο και ιάτο πάντας. Και αυτός επάρας τους οφθαλμούς αυτού εις τους μαθητάς αυτού έλεγε˙ μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία του Θεού˙ μακάριοι οι πεινώντες νύν, ότι χορτασθήσεσθε˙ μακάριοι οι κλαίοντες νύν, ότι γελάσετε˙ μακάριοί εστε όταν μισήσωσιν υμάς οι άνθρωποι, και όταν αφορίσωσιν υμάς και ονειδίσωσι και εκβάλωσι το όνομα υμών ως πονηρόν ένεκα του υιού του ανθρώπου.
῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.
Δόξα Πατρί …
Ταις του σου ῾Οσίου πρεσβείαις Ελεήμον,* εξάλειψον τα πλήθη* των εμών εγκλημάτων.
Και νύν …
Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις Ελεήμον,* εξάλειψον τα πλήθη* των εμών εγκλημάτων.
Στίχος: Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα …
Προσόμοιον. Ήχος πλ. β´. Όλην αποθέμενοι…
Μη εγκαταλείπης με* των μοναζόντων προστάτα* και πιστών το στήριγμα,* αλλά δέξαι δέησιν του ικέτους σου˙* θλίψις γάρ έχει με,* φέρειν ου δύναμαι* αρχεκάκου τα τοξεύματα˙* σκέπην ου κέκτημαι* ουδέ που προσφύγω ο άθλιος,* πάντοθεν πολεμούμενος* και παραμυθίαν ουκ έχω πλήν σου.* Σπεύσον, φωτοφόρε,* το καύχημα και κλέος των πιστών* και υγιείαν παράσχου μοι,* Τύχων αξιάγαστε.
῾Ο ῾Ιερεύς: Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου…
῾Ο Χορός: Κύριε, ελέησον (δωδεκάκις)
῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει και οικτιρμοίς…
῾Ο Χορός: ̉Αμήν.
Και αποπληρούμεν τας λοιπάς Ωδάς
Ωδή ζʹ. Οι εκ της ̉ Ιουδαίας…
̉Τοις ατέκνοις συζύγοις* σύ παρέχεις τέκνα, πανευωδέστατε,* διό και οι ποθούντες υιούς και θυγατέρας* σοι βοώντες προσφεύγουσι˙* Τύχων κλέος πιστών* ημίν παράσχου απογόνους.
̉Εκ τροχαίου ικέτας* σύ προστάτευσον, Τύχων φωστήρ λαμπρότατε,* και πάσι τοις αιτούσι* μετάνοιαν παράσχου,* ίνα πάντες κραυγάζωμεν˙* Ο των Πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
Του σεισμού την μανίαν* καταπαύει ο Πλάστης, λιταίς σου ένδοξε,* διό πιστών τα πλήθη* αιτούσι σαίς πρεσβείαις* και γονυκλινώς σου δέονται,* τον Ζωοδότην Χριστόν, ευμένισον σύ Τύχων.
Θεοτοκίον.
Λειτουργούς του ῾Υψίστου,* Θεοτόκε Μαρία, θερμώς δεόμεθα* παράσχου υγιείαν* ταπείνωσιν και ῥώσιν,* ίνα πόθω κηρύττουσιν˙* το θέλημα του Σου Υιού* πανάμωμε Παρθένε.
Ωδή ηʹ. Τον Βασιλέα.
Τον Βασιλέα και Ποιητήν των απάντων* καθικέτευε, Τύχων φωτοφόρε,* όπως σου ικέτας* μετάνοιαν παράσχη.
Τους ̉Ορθοδόξους εκ των χειρών αρχεκά-κου,* και εκ νόσων διάσωσον, Τύχων,* αιτού-μεθα πίστει* και πόθω, Χριστοδρόμε.
῾Η βιοτή σου χαράς πληροί ̉Ορθοδόξους* και ευφραίνει καρδίας απάντων,* Τύχων μυροβόλε,* το κλέος των αγγέλων.
Θεοτοκίον.
Σε Θεοτόκε, του Πλαστουργού την Μητέρα* ικετεύομεν πάντες βοώντες* παράσχου ικέταις* την άνωθεν ειρήνην.
Ωδή θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.
̉Αξίωσον ικέτην,* Τύχων αθλοφόρε,* ακατακρίτως λαβείν την Μετάληψιν* των μυστηρίων των Θείων,* ίνα δοξάζω σε.
̉Αγάπην και ειρήνην,* ῥώμην και υγείαν,* υπομονήν και πραότητα δίδου ημίν* και της οσφύος τα άλγη* λιταίς σου ίασον.
Σύν τη Μητρί του Κτίστου* και τώ Παϊσίω,* παμμάκαρ Τύχων, πιστούς διασώσατε* εκ των χειρών του Βελίαρ,* πάντες δεόμεθα.
Θεοτοκίον.
῾Ροήν μου των δακρύων* μη αποποιήσης,* Θεοτόκε Παρθένε, σου δέομαι* και εκ της ψυχής μου την λύπην* τάχος διάλυσον.
Και ευθύς τα Μεγαλυνάρια
῎Αξιόν εστιν ως αληθώς,* μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,* την αειμακάριστον και παναμώμητον* και Μητέρα του Θεού ημών.* Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ,* και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ,* την αδιαφθόρως* Θεόν Λόγον τεκούσαν,* την όντως, Θεοτόκον,* σε μεγαλύνομεν.
Την ῾Ελλάδα σκέπε, θαυματουργέ,* Τύχων μυροβόλε,* σου δεόμεθα ταπεινώς* και εκ των κυκλούντων* αυτήν εχθρών, φωσφόρε,* διάσωσον λιταίς σου* ταις προς τον ῞Υψιστον.
Φύλαττε το σώμα μου, θαυμαστέ,* από του καρκίνου* και εκ νόσων παντοειδών,* ως και την ψυχήν μου* εκ των παθών, τρισμάκαρ,* Τύχων αθλοφόρε,* πιστών αγλάϊσμα.
Πάσαν την ελπίδα μου, θαυμαστέ,* προς σε επιρῥίπτω* ο ανάξιος του Θεού,* διό σοι προσπίπτω* και δέομαι ο τάλας* τα της ψυχής μου έλκη τάχος θεράπευσον.
̉Εν ῎Αθω εβίωσας ευλαβώς* γόνε της Ρωσίας,* Τύχων ένδοξε και σεπτέ,* και γην της Καψάλας* διά πολλών αγώνων* ηγίασας εσχάτως* ένσαρκε ῎Αγγελε.
Πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρίου* ̉Αποστόλων η δωδεκάς,* οι ῞Αγιοι Πάντες,* μετά της Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εις το σωθήναι ημάς.
Είτα το Τρισάγιον, το Πάτερ ημών…, και το ̉Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Της ερήμου…
Της ῾Ρωσίας τον γόνον και του ῎Αθω το κλέϊσμα* των μοναζόντων την δόξα ως και πρότυπον άγιον,* Τύχωνα, τιμήσωμεν πιστοί* τον νέον του Σωτήρος αθλητήν,* τον παρέχοντα βοήθειαν δαψιλώς* τοις ευλαβώς κραυγάζουσι˙* Δόξα τώ σε δοξάσαντι Χριστώ˙* δόξα τώ σε στεφανώσαντι˙* δόξα τώ δωρουμένω διά σού, πάσι συγχώρησιν.
Δέησις, ̉Απόλυσις και ο Χορός ψάλλει:
῏Ηχος βʹ. ῞Οτε εκ του ξύλου.
Πάντων σύ προστάτης, αγαθέ,* και των σωτηρίαν ποθούντων,* σύ εί οδηγός απλανής,* άλλον γάρ ουκ έχομεν,* των ̉Ορθοδόξων πληθύς,* πρεσβευτήν ακατάβλητον* και μέγαν μεσίτην,* οι κατατρυχόμενοι υπό ποικίλων παθών,* κλέος ανεδείχθης και δόξα,* διό παρά σου Τύχων, αιτούμεν* ταις λιταίς σου, μάκαρ, προς τον Κύριον.
῏Ηχος πλ. δʹ.
Δέσποινα, πρόσδεξαι* τας δεήσεις των δούλων σου* και λύτρωσαι ημάς* από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
῏Ηχος βʹ.
Την πάσαν ελπίδα μου* εις σε ανατίθημι,* Μήτερ του Θεού,* φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.
῾Ο ῾Ιερεύς η ο Προεστώς.
Δι̉ ευχών των ῾Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε ̉Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
̉Αμήν.
[1]. Εις τα δύο πρώτα τροπάρια εκάστης ωδής λέγομεν: ῞Οσιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών, εις δε τα δύο τελευταία: Δόξα Πατρί…, Και νύν…
























