Ανάμεσα στα ψηλά σύγχρονα κτήρια της οδού Ναυάρχου Νικοδήμου, δίπλα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, στην καρδιά της Αθήνας, στέκει διακριτικά το μικρό, γραφικό εκκλησάκι της Αγία Ειρήνης, γνωστό ως «Ρηνάκι» ή «Αγία Ρηνούλα».
Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό, παραμένει ένας σιωπηλός μάρτυρας της παλιάς Αθήνας και ζωντανεύει κάθε χρόνο στις 5 Μαΐου, ημέρα κατά την οποία τιμάται η μνήμη της Αγίας. Ένα ταπεινό εκκλησάκι που, αν μπορούσε να μιλήσει, θα ξετύλιγε ιστορίες μιας άλλης εποχής, των αθηναϊκών οικογενειών, των χαρών και των δοκιμασιών τους, των καθημερινών αγώνων και των σιωπηλών προσευχών, που διαμόρφωσαν την ψυχή της πόλης.
Πρόκειται, σύμφωνα με μελέτη του παλαιού ιδιοκτήτη, του αείμνηστου καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτου, για έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά ναό, μονόκλιτης βασιλικής μορφής, με μεταγενέστερη ξύλινη στέγη καλυμμένη με κεραμίδια. Στην αρχική του φάση που μπορεί να χρονολογηθεί στον 10ο-11ο αιώνα ο ναός είχε τη μορφή τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Η επόμενη φάση χρονολογείται στην Τουρκοκρατία, ενώ κατά τον 19ο αιώνα ο ναός απέκτησε τη σημερινή του μορφή. Όλα συνηγορούν, λοιπόν, στο ότι ανεγέρθηκε πάνω στα ίχνη παλαιότερης εκκλησίας, κουβαλώντας έτσι στρώματα ιστορίας. Οι διαστάσεις του -μόλις 5,45 μέτρα μήκος, 4,50 πλάτος και περίπου 4,15 μέτρα ύψος- φανερώνουν έναν χώρο ταπεινό σε μέγεθος, αλλά πλούσιο σε μνήμη και συμβολισμό.
ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αποτελεί το γεγονός ότι από την πλευρά της οδού Ναυάρχου Νικοδήμου εμφανίζεται ημιυπόγειος, με ύψος που δεν ξεπερνά το 1,95 μ., σαν να είναι μισοκρυμμένος μέσα στον χρόνο και την πόλη. Στη βόρεια και νότια πλευρά διακρίνονται μικρά αψιδωτά παράθυρα, τα οποία προστέθηκαν μεταγενέστερα, όταν έκλεισαν οι παλαιότερες ανοιχτές καμάρες, αλλοιώνοντας αλλά και εμπλουτίζοντας την αρχική μορφή του ναού.
Ο αθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου αναφέρει ότι στο σημείο αυτό βρίσκονταν κατά τη ρωμαϊκή εποχή λουτρά, όπου συνήθιζαν να λούζονται οι φοιτητές της εποχής, ανάμεσά τους και μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Αργότερα, το ταπεινό αυτό εκκλησάκι έγινε αγαπημένος τόπος προσευχής και καταφυγής για την «κυρά των Αθηνών», την Αγία Φιλοθέη, συνδέοντας το όνομά του με μια από τις πιο φωτεινές μορφές της πόλης.
Παράλληλα, μια παλιά τοπική παράδοση θέλει γενιές μαθητών να περνούν από εκεί πριν τις εξετάσεις τους, αναζητώντας λίγη δύναμη και ελπίδα μέσα στη σιωπή του μικρού ναού.
Και οι δύο καμάρες υποβαστάζονταν από απλούς μαρμάρινους κίονες, με λιτά, τετράγωνα κιονόκρανα δωρικού ρυθμού, στοιχείο που προσδίδει στο μνημείο μια αυστηρή αλλά διαχρονική αισθητική. Στη βόρεια καμάρα, πάνω στην παραστάδα, διασώζεται έως σήμερα -από τη μέση και άνω, ενώ παλαιότερα ήταν ακέραιη- τοιχογραφία του 15ου ή 16ου αιώνα, που απεικονίζει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Η παρουσία της συγκεκριμένης αγιογραφίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική οικοδομή του ναού δεν ολοκληρωνόταν στο σημείο αυτό, ο εξωτερικός προεξέχων τοίχος είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Πιθανότατα, ο χώρος συνεχιζόταν είτε με αψίδα -η οποία, σε συνδυασμό με αντίστοιχη στη νότια πλευρά, θα μπορούσε να διαμορφώνει σταυροειδή τύπο ναού- είτε, το πιο πιθανό, με έναν αψιδωτό διάδρομο που οδηγούσε στο γειτονικό μοναστηριακό συγκρότημα του Αγίου Ανδρέα.
Στη δυτική εξωτερική πλευρά του ναού, επάνω από την αψιδωτή θύρα εισόδου, διακρίνεται εντοιχισμένο ένα βυζαντινό θωράκιο, διακοσμημένο με σταυρό ανάμεσα σε φύλλα και ανθέμια, στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερη καλλιτεχνική και ιστορική αξία στο μνημείο.
ΔΗΜΟΠΡΑΤΗΣΗ
Μετά την περιέλευσή του στο Δημόσιο, το οικόπεδο –στο οποίο περιλαμβανόταν και το λεγόμενο «Εθνικό Μικρό Λουτρό» μαζί με το Ρηνάκι– δημοπρατήθηκε το 1836 βάσει του νόμου του 1835 και πέρασε σε ιδιώτες. Αρχικά αγοράστηκε από ομάδα συνεταίρων, όμως οι συνεχείς διαφωνίες και οι πολυετείς δικαστικές διαμάχες μεταξύ τους οδήγησαν τελικά σε οικονομική κατάρρευση και πτώχευση των βασικών ιδιοκτητών. Έπειτα από μακρά δικαστική πορεία, το 1872 η κυριότητα αποδόθηκε οριστικά στην οικογένεια Κυπριάδη. Το ακίνητο πέρασε αργότερα στον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο.
Το 1968, ο καθηγητής κληροδότησε με τη διαθήκη του τον ναό στην Ακαδημία Αθηνών. Αργότερα, από την 1η Ιανουαρίου 2002 και έπειτα από αίτημα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, η Ακαδημία παραχώρησε τον ναό, μαζί με το παρακείμενο μικρό κτίσμα, στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών για πενήντα χρόνια, έναντι μισθώματος. Πραγματοποιήθηκαν εργασίες αποκατάστασης, καθώς το μνημείο είχε υποστεί σημαντικές φθορές με την πάροδο του χρόνου και σήμερα ο ναός λειτουργεί περιοδικά και, σε συνδυασμό με το γειτονικό κτίσμα, αποτελεί έναν ζωντανό πνευματικό πυρήνα για τη νεότητα της πόλης.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”






















