ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΝΕΑ: Νέα δεδομένα για τις αγροτικές ενισχύσεις μετά το 2027 διαμορφώνει η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη νέα ΚΑΠ 2028–2034, καθώς το σημερινό μοντέλο των ετήσιων eco-schemes αναμένεται να μετασχηματιστεί σε ένα περισσότερο πολυετές και στοχευμένο σύστημα κινήτρων.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
News: Η ίδια η Κομισιόν έχει ήδη παρουσιάσει την πρόταση για τη νέα προγραμματική περίοδο, με ένα μοντέλο που δίνει μεγαλύτερο βάρος στα κίνητρα για περιβάλλον, κλίμα και ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων.
Σύμφωνα με ανώτατα υπηρεσιακά στελέχη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που μίλησαν στο Vimaorthodoxias.gr, η συζήτηση στην Αθήνα έχει ήδη μετατοπιστεί από το ερώτημα «ποιο eco-scheme θα πληρώνεται κάθε χρόνο» στο πώς θα οργανωθούν πολυετείς δεσμεύσεις, με μετρήσιμο αποτέλεσμα και πραγματικό οικονομικό κίνητρο για τον παραγωγό.
Κεντρικός όρος σε αυτή τη συζήτηση είναι η Αναγεννητική Γεωργία, ένα μοντέλο που μπορεί να συνδυάζει διαφορετικές πρακτικές στην ίδια εκμετάλλευση: καλλιέργειες κάλυψης, αμειψισπορά, μειωμένη ή μηδενική κατεργασία του εδάφους, κομποστοποίηση, ορθολογική θρέψη και περιορισμό των απωλειών άνθρακα.
Από το ετήσιο eco-scheme στο πολυετές συμβόλαιο
Η κατεύθυνση της Κομισιόν για τη νέα ΚΑΠ είναι σαφής ως προς τη μετάβαση σε καλύτερη ισορροπία μεταξύ υποχρεωτικών κανόνων και οικονομικών κινήτρων. Στην επίσημη πρόταση προβλέπεται ότι θα υπάρχουν διαθέσιμα κίνητρα για γεωργικές δράσεις ωφέλιμες για το περιβάλλον, το κλίμα και την καλή διαβίωση των ζώων, ενώ τα κράτη-μέλη θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό.
Η λογική αυτή ανοίγει τον δρόμο ώστε οι σημερινές μεμονωμένες δράσεις των eco-schemes να μπορούν να ενσωματωθούν σε ολοκληρωμένα πακέτα πολλών ετών.
Πρακτικά, ένας αγρότης δεν θα επιδοτείται απλώς επειδή επέλεξε μία συγκεκριμένη πρακτική για μία καλλιεργητική περίοδο. Το νέο μοντέλο κινείται προς την κατεύθυνση της μετάβασης ολόκληρης της εκμετάλλευσης, με δεσμεύσεις και αποτελέσματα που θα αποτυπώνονται σε βάθος χρόνου.
Στο τραπέζι βρίσκονται πακέτα ενισχύσεων που, ανάλογα με το πρόγραμμα, τις επενδύσεις και τις δεσμεύσεις, θα μπορούν να φτάνουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ακόμη και έως 200.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση/ΑΦΜ, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που συζητείται για προγράμματα Αναγεννητικής Γεωργίας. Το τελικό ύψος, οι δικαιούχοι και τα όρια, πάντως, θα καθοριστούν από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και στη συνέχεια από το ελληνικό εθνικό σχέδιο.
Ο «πιλότος» του άνθρακα
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το πρόγραμμα μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα στις αρόσιμες καλλιέργειες, καθώς θεωρείται ένα πρώτο πρακτικό τεστ για τη φιλοσοφία των μελλοντικών πράσινων ενισχύσεων.
Ο σχεδιασμός αφορά μεταξύ άλλων βαμβάκι και βιομηχανική τομάτα, με πολυετή δέσμευση και ενίσχυση που συνδέεται με τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος. Δημοσιευμένες πληροφορίες για την παρέμβαση έχουν αναφέρει ενδεικτικά ποσά της τάξης των 31,70 ευρώ ανά στρέμμα στο βαμβάκι και 70,40 ευρώ στη βιομηχανική τομάτα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η αλλαγή φιλοσοφίας: ο παραγωγός οδηγείται περισσότερο προς την επίτευξη συγκεκριμένου περιβαλλοντικού αποτελέσματος και λιγότερο στην απλή τήρηση μιας μεμονωμένης πρακτικής.
Αυτό, σύμφωνα με τις ίδιες υπηρεσιακές πηγές, θα μπορούσε να αποτελέσει τη «γέφυρα» προς τα συστήματα της επόμενης ΚΑΠ.

Αναγεννητική και βιολογική γεωργία δεν είναι το ίδιο
Η Αναγεννητική Γεωργία δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη βιολογική παραγωγή.
Η βιολογική γεωργία λειτουργεί με συγκεκριμένους κανονισμούς, πιστοποίηση και αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη χρήση εισροών. Η Αναγεννητική Γεωργία είναι περισσότερο προσανατολισμένη στο αποτέλεσμα: καλύτερη υγεία του εδάφους, οργανική ουσία, συγκράτηση νερού, περιορισμός διάβρωσης και μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Έτσι μπορεί, υπό συγκεκριμένους όρους, να επιτρέπεται στοχευμένη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή ανόργανων λιπασμάτων, εφόσον το συνολικό σύστημα διαχείρισης οδηγεί στους επιδιωκόμενους περιβαλλοντικούς στόχους.
Επιστρέφουν στο τραπέζι οι «ζώνες καλλιέργειας»
Παράλληλα, στο υπουργείο εξετάζεται με αυξανόμενο ενδιαφέρον η λογική ενός περισσότερο οργανωμένου παραγωγικού χάρτη της χώρας.
Δεν πρόκειται, όπως διευκρινίζουν υπηρεσιακές πηγές, για απαγόρευση στον παραγωγό να επιλέγει τι θα καλλιεργήσει, αλλά για δημιουργία ζωνών στις οποίες συγκεκριμένες παραγωγές θα λαμβάνουν ισχυρότερα κίνητρα.
Τα κριτήρια θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν το έδαφος, τη διαθεσιμότητα νερού, το μικροκλίμα, τις υποδομές, την εγγύτητα σε μεταποιητικές μονάδες αλλά και τις δυνατότητες δημιουργίας ισχυρών ομάδων και οργανώσεων παραγωγών.
Σε μια περιοχή, για παράδειγμα, όπου υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση συγκεκριμένης καλλιέργειας, θα μπορούσαν να προτεραιοποιούνται αρδευτικά έργα, επενδυτικά σχέδια, εγκαταστάσεις αποθήκευσης και μεταποίησης ή συλλογικές επενδύσεις.
Το μεγάλο στοίχημα για τον Έλληνα αγρότη
Η Κομισιόν έχει προτείνει για τη νέα περίοδο τουλάχιστον 300 δισ. ευρώ δεσμευμένων πόρων για εισοδηματική στήριξη και αντιμετώπιση κρίσεων, ενώ το νέο μοντέλο προβλέπει μεγαλύτερη στόχευση και ευελιξία για τα κράτη-μέλη. Η έναρξη του νέου δημοσιονομικού πλαισίου τοποθετείται τον Ιανουάριο του 2028, ενώ μέσα στο 2027 τα κράτη θα πρέπει να καταθέσουν τα εθνικά τους σχέδια. (Agriculture and rural development)
Για την Ελλάδα, επομένως, το κρίσιμο διάστημα είναι ήδη μπροστά.
Το ερώτημα δεν θα είναι μόνο πόσα χρήματα θα εξασφαλιστούν, αλλά πώς θα διοχετευθούν ώστε ο παραγωγός να έχει πραγματικό οικονομικό όφελος από τη μετάβαση.
Η επόμενη ΚΑΠ φαίνεται ότι θα επιδοτεί λιγότερο την αποσπασματική εφαρμογή μιας πρακτικής και περισσότερο τη συνολική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Και εκεί ακριβώς η Αναγεννητική Γεωργία, τα προγράμματα άνθρακα και οι στοχευμένες ζώνες παραγωγής μπορούν να αποτελέσουν τρεις από τους σημαντικότερους άξονες της ελληνικής αγροτικής πολιτικής μετά το 2027.























