Το λιποθυμικό επεισόδιο της Ιωάννας Γάκα έξω από το ανακριτικό γραφείο, μετά την ολοκλήρωση της απολογίας της για την υπόθεση Μαζωνάκη, αποτελεί μία ακόμη δραματική εικόνα μιας υπόθεσης που βρίσκεται πλέον ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η κατηγορούμενη ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, έκλαιγε και αρνήθηκε τη βοήθεια των διασωστών του ΕΚΑΒ, ενώ ο σύζυγός της, Ηλίας Θεοδωρόπουλος, διέκοψε προσωρινά την απολογία του για να βρεθεί στο πλευρό της.
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τις ευθύνες τους. Ωστόσο, η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα πολύ ευρύτερο και εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα: τις καταγγελίες για ιατρικά λάθη, επιπόλαιες διαγνώσεις, αδιαφορία και απαράδεκτη συμπεριφορά απέναντι σε ασθενείς.
Σε νοσοκομεία της χώρας, αλλά και σε ιδιωτικά ιατρεία, πολίτες περιγράφουν περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλές «παρεξηγήσεις». Ιδιαίτερες αναφορές και παράπονα διατυπώνονται και για το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, ακόμη και για τη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας δίπλα στη Β΄ Παθολογική. Πρόκειται για καταγγελίες που χρειάζονται άμεση, ανεξάρτητη και σε βάθος διερεύνηση. Δεν είναι δυνατόν να προδικάζεται η ευθύνη κανενός, αλλά εξίσου αδιανόητο είναι να μπαίνουν σοβαρές μαρτυρίες ασθενών και συγγενών σε ένα συρτάρι.
Οι διοικήσεις των νοσοκομείων, το υπουργείο Υγείας, οι αρμόδιες υγειονομικές περιφέρειες και οι ιατρικοί σύλλογοι οφείλουν να ελέγχουν ουσιαστικά κάθε επώνυμη καταγγελία. Να εξετάζουν ιατρικούς φακέλους, χρόνους ανταπόκρισης, διαγνώσεις, θεραπευτικές αποφάσεις και τη συμπεριφορά του προσωπικού. Και όπου προκύπτουν ευθύνες, να επιβάλλονται κυρώσεις χωρίς συντεχνιακές καλύψεις.
Οι γιατροί και οι νοσηλευτές εργάζονται συχνά σε εξαντλητικές συνθήκες, με ελλείψεις προσωπικού και τεράστια πίεση. Η βία εναντίον τους είναι απολύτως απαράδεκτη και πρέπει να αντιμετωπίζεται αποφασιστικά. Όμως η αναγκαία προστασία των υγειονομικών δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασυλία. Οι ανακοινώσεις των ιατρικών συλλόγων για επιθέσεις από ασθενείς είναι δικαιολογημένες, αλλά πρέπει να συνοδεύονται από την ίδια αυστηρότητα όταν οι καταγγελίες αφορούν μέλη του ιατρικού σώματος.
Η πλειονότητα των γιατρών υπηρετεί με ευσυνειδησία, επιστημονική επάρκεια και ανθρωπιά. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που πρέπει να ελεγχθούν. Γιατροί που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν τον άρρωστο σαν αριθμό, που εξετάζουν βιαστικά ή που εμφανίζουν το οικονομικό όφελος ως βασική προτεραιότητα δεν έχουν θέση σε ένα σύστημα Υγείας που σέβεται την ανθρώπινη ζωή.
Η κοινωνία δεν ζητά καταδίκες χωρίς αποδείξεις. Ζητά διαφάνεια, έρευνα και λογοδοσία. Γιατί ο ασθενής δεν είναι πελάτης ούτε ενοχλητικός αριθμός αναμονής. Είναι άνθρωπος που παραδίδει στους γιατρούς ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: την υγεία και τη ζωή του.























