ΕΡΝΤΟΓΑΝ: Πολιτικοί αναλυτές, κοινωνιολόγοι και ειδικοί στη γεωστρατηγική εξηγούν στο vimaorthodoxias.gr πώς η Άγκυρα αξιοποιεί σχολεία, θρησκευτικές δομές και οργανώσεις της διασποράς, ποιος είναι ο μακροπρόθεσμος στόχος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ποιες συνέπειες μπορεί να υπάρξουν για την ελληνική κοινωνία
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Η νέα δημογραφική πραγματικότητα που καταγράφεται από την ΕΛΣΤΑΤ δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για το μέλλον της Ελλάδας. Η υπογεννητικότητα, η γήρανση του πληθυσμού, η φυγή νέων στο εξωτερικό και η εγκατάλειψη παραμεθόριων περιοχών συνθέτουν ένα εξαιρετικά ευάλωτο περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε οργανωμένη προσπάθεια ξένης επιρροής μέσω εκπαιδευτικών, θρησκευτικών ή πολιτιστικών δικτύων αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Πολιτικοί αναλυτές, κοινωνιολόγοι και γεωστρατηγικοί αναλυτές υπογραμμίζουν στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ότι ο μεγάλος κίνδυνος δεν προέρχεται από τη θρησκευτική ταυτότητα των μουσουλμάνων ούτε από τους νόμιμους μετανάστες που επιδιώκουν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο ξένες κυβερνήσεις επιχειρούν να καθοδηγήσουν κοινότητες, να δημιουργήσουν παράλληλες δομές εξουσίας και να χρησιμοποιήσουν τη θρησκεία ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Το παγκόσμιο εκπαιδευτικό αποτύπωμα της Άγκυρας
Στην καρδιά της στρατηγικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται το Ίδρυμα Maarif, ένας δημόσιου χαρακτήρα τουρκικός εκπαιδευτικός οργανισμός, ο οποίος ιδρύθηκε το 2016 και διαθέτει την εξουσιοδότηση να ανοίγει σχολεία στο εξωτερικό για λογαριασμό της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ίδιου του Ιδρύματος, το δίκτυό του έχει επεκταθεί πλέον σε 66 χώρες, γεγονός που δείχνει ότι οι παλαιότερες αναφορές για παρουσία σε 34 χώρες και για περίπου 30.000 μαθητές δεν αποτυπώνουν τη σημερινή έκταση των δραστηριοτήτων του.
Η Άγκυρα παρουσιάζει το Maarif ως φορέα ποιοτικής εκπαίδευσης, πολιτιστικής συνεργασίας και διάδοσης της τουρκικής γλώσσας. Επικριτές του, όμως, θεωρούν ότι λειτουργεί και ως μηχανισμός άσκησης «ήπιας ισχύος», διαμορφώνοντας μακροχρόνιους δεσμούς ανάμεσα στην Τουρκία και σε μαθητές, οικογένειες, εκπαιδευτικούς και τοπικές πολιτικές ελίτ.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, το Ίδρυμα ανέλαβε σε πολλές χώρες σχολεία που προηγουμένως συνδέονταν με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν. Οι καταγγελίες περί πιέσεων, κατασχέσεων και εξαναγκαστικών μεταβιβάσεων χρειάζονται τεκμηρίωση ανά χώρα και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Ωστόσο, η διεθνής δράση της Τουρκίας κατά πολιτικών αντιπάλων της έχει ήδη απασχολήσει ευρωπαϊκούς θεσμούς στο πλαίσιο της διακρατικής καταστολής.
Πού στοχεύει ο Ερντογάν
Οι αναλυτές περιγράφουν μία στρατηγική με τρεις βασικούς στόχους. Πρώτον, τη διατήρηση του πολιτικού, θρησκευτικού και συναισθηματικού ελέγχου επί των τουρκικών κοινοτήτων του εξωτερικού. Δεύτερον, τη δημιουργία ομάδων επιρροής που θα μπορούν να παρεμβαίνουν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στις εκλογικές διαδικασίες. Τρίτον, την προβολή της Τουρκίας ως ηγετικής δύναμης του σουνιτικού Ισλάμ.
Το εκπαιδευτικό δίκτυο συμπληρώνεται από τη δραστηριότητα της τουρκικής Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων, της γνωστής Diyanet, η οποία διαθέτει παρουσία σε ευρωπαϊκές χώρες μέσω ιμάμηδων, ενώσεων και χώρων λατρείας. Μελέτες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν καταγράψει ότι η Diyanet διαθέτει εδώ και δεκαετίες διεθνή δομή για την εποπτεία του τουρκικού Ισλάμ στο εξωτερικό.
Η επιδίωξη δεν είναι απαραίτητα η άμεση «ισλαμοποίηση» της Ευρώπης, όπως συχνά παρουσιάζεται με απλουστευτικούς όρους. Είναι κυρίως η απόκτηση διαπραγματευτικής ισχύος. Μία κοινότητα που εξαρτάται από την Άγκυρα για τον ιμάμη, το σχολείο, την πολιτιστική δραστηριότητα ή την κοινωνική της οργάνωση μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό άσκησης πίεσης προς τις κυβερνήσεις των χωρών όπου διαμένει.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τον πληθυσμό της
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει εντονότερο δημογραφικό πρόβλημα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο μόνιμος πληθυσμός της την 1η Ιανουαρίου 2025 υπολογίστηκε σε 10.372.335 κατοίκους, ενώ η χώρα συγκαταλέγεται στα κράτη με ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό ηλικιωμένων.
Η λεγόμενη «αλλοίωση του πληθυσμού» δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μία αυτόματη ή φυλετική συνέπεια της μετανάστευσης. Ο πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται όταν συνδυάζονται η δημογραφική συρρίκνωση των γηγενών, η απουσία ολοκληρωμένης πολιτικής ένταξης, η συγκέντρωση πληθυσμών σε κλειστές κοινότητες και η καθοδήγησή τους από κέντρα του εξωτερικού.
Σε βάθος χρόνου, τέτοιες συνθήκες μπορούν να αλλάξουν την κοινωνική σύνθεση ορισμένων περιοχών, να δημιουργήσουν διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος, την εκπαίδευση, τη θέση της γυναίκας και τη θρησκευτική ελευθερία και να ενισχύσουν φαινόμενα πολιτισμικού διαχωρισμού. Αυτό, όμως, δεν αφορά το σύνολο των μουσουλμάνων ούτε δικαιολογεί συλλογική καχυποψία ή στιγματισμό.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη Θράκη, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές. Η παρουσία του κράτους, η δημόσια εκπαίδευση, η διαφάνεια στη χρηματοδότηση συλλόγων και χώρων λατρείας και η οικονομική στήριξη των τοπικών κοινωνιών αποτελούν ουσιαστικότερη απάντηση από τη ρητορική φόβου.
Η απάντηση που χρειάζεται η Ευρώπη
Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν να ελέγχουν ποιος χρηματοδοτεί σχολεία, θρησκευτικές οργανώσεις και πολιτιστικά ιδρύματα, ποιο πρόγραμμα διδασκαλίας εφαρμόζεται και εάν προωθούνται αντιδημοκρατικές ή αλυτρωτικές αντιλήψεις.
Παράλληλα, η Αθήνα χρειάζεται μία ισχυρή δημογραφική πολιτική: στήριξη της οικογένειας, πρόσβαση στη στέγη, σταθερή εργασία για τους νέους και ουσιαστική αναζωογόνηση της περιφέρειας. Η δημογραφική ασφάλεια δεν προστατεύεται με συνθήματα αλλά με γεννήσεις, παιδεία, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ο Ερντογάν επενδύει στον χρόνο, στις δομές και στις επόμενες γενιές. Η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει με τη δική της μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, χωρίς φοβικά σύνδρομα αλλά και χωρίς αφέλεια απέναντι στην οργανωμένη ξένη επιρροή.























