Σχολεία: Παρά τις διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για ομαλή λειτουργία των σχολείων, το ζήτημα της κάλυψης των λειτουργικών κενών εκπαιδευτικών Θεολόγων παραμένει άλυτο και το 2026, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Ακόμη και στην τέταρτη φάση πρόσκλησης αναπληρωτών, που ολοκληρώθηκε στις αρχές Ιανουαρίου, καμία θέση Θεολόγου δεν καλύφθηκε, με αποτέλεσμα δεκάδες σχολικές μονάδες να λειτουργούν χωρίς τον προβλεπόμενο εκπαιδευτικό.
Κενά που διαιωνίζονται – Μαθητές χωρίς μάθημα
Η εικόνα που διαμορφώνεται στα Γυμνάσια και τα Λύκεια της χώρας είναι ανησυχητική. Σε πολλές περιοχές, το μάθημα των Θρησκευτικών είτε δεν διδάσκεται καθόλου είτε υποκαθίσταται αποσπασματικά από εκπαιδευτικούς άλλων ειδικοτήτων, γεγονός που αλλοιώνει το παιδαγωγικό και επιστημονικό του περιεχόμενο. Σύμφωνα με στελέχη της εκπαίδευσης, η παρατεταμένη απουσία Θεολόγων οδηγεί σε σταδιακή απαξίωση του μαθήματος, τόσο στα μάτια των μαθητών όσο και των γονέων.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά το 2025–2026 λαμβάνει διαστάσεις συστημικής δυσλειτουργίας. Οι διαδικασίες πρόσληψης αναπληρωτών, που εποπτεύονται από το ΑΣΕΠ, δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τον κλάδο ΠΕ01, είτε λόγω περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων υποψηφίων είτε λόγω μη ελκυστικών όρων απασχόλησης.
Παρέμβαση του Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πρόσφατη παρέμβαση του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ – για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης». Ο πρόεδρός του, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ Πέτρος Παναγιωτόπουλος, είχε συνάντηση στο ΥΠΑΙΘΑμε τον Γενικό Γραμματέα Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Ειδικής Αγωγής Ιωάννη Παπαδομαρκάκη, καθώς και με τον Γενικό Γραμματέα Θρησκευμάτων Γεώργιο Καλαντζή.
Στη συνάντηση, στην οποία συμμετείχε και ο Ειδικός Σύμβουλος της Υπουργού Απόστολος Παπακωνσταντίνου, τέθηκε επί τάπητος το σύνολο των θεσμικών και παιδαγωγικών ζητημάτων που αφορούν τον κλάδο των Θεολόγων.
Υπόμνημα με κρίσιμα αιτήματα
Ο Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» κατέθεσε αναλυτικό υπόμνημα, επισημαίνοντας ότι το νέο μάθημα της Ηθικής, το οποίο λειτουργεί ως εναλλακτικό των Θρησκευτικών για όσους μαθητές απαλλάσσονται, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μάθημα επιλογής. Τονίστηκε επίσης ότι οι απαλλαγές από τα Θρησκευτικά πρέπει να δίνονται αποκλειστικά για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, όπως προβλέπεται από τη νομολογία και τις σχετικές εγκυκλίους του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο αίτημα η διδασκαλία του μαθήματος της Ηθικής να αποτελεί Α΄ ανάθεση στους Θεολόγους, ώστε να διασφαλίζεται η επιστημονική επάρκεια και η παιδαγωγική συνοχή. Παράλληλα, επανήλθε το διαχρονικό αίτημα για ένταξη Θεολόγων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες που σήμερα παραμένουν ακάλυπτες.
Θρησκευτική εκπαίδευση και διεθνή προγράμματα
Στο υπόμνημα περιλαμβάνεται και η πρόταση για ένταξη του μαθήματος «World Religions» στο πρόγραμμα International Baccalaureate, μια κίνηση που – σύμφωνα με τον Σύνδεσμο – θα ενίσχυε τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης και θα εναρμόνιζε το ελληνικό σχολείο με διεθνείς πρακτικές.
Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου άκουσαν τα αιτήματα με προσοχή και δεσμεύτηκαν να τα εξετάσουν, χωρίς ωστόσο να ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Αυτός ακριβώς ο παράγοντας, η απουσία σαφών δεσμεύσεων, προκαλεί ανησυχία στον κλάδο.
Ο κίνδυνος για το μέλλον των Θρησκευτικών
Εκπαιδευτικοί και πανεπιστημιακοί επισημαίνουν ότι αν δεν υπάρξει άμεση πολιτική απόφαση για συστηματική κάλυψη των κενών, το μάθημα των Θρησκευτικών κινδυνεύει να μετατραπεί σε «τυπική ώρα» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Η κατάσταση αυτή αντιβαίνει τόσο στον παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου όσο και στις συνταγματικές προβλέψεις για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης.
Το ζήτημα, όπως τονίζεται, δεν αφορά μόνο έναν επαγγελματικό κλάδο, αλλά τον συνολικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης. Η επόμενη περίοδος θα δείξει αν οι δεσμεύσεις του Υπουργείου Παιδείας θα μετατραπούν σε συγκεκριμένες πράξεις ή αν τα σχολεία θα συνεχίσουν να λειτουργούν με σοβαρά κενά, εις βάρος μαθητών και εκπαιδευτικής ποιότητας.
















