Κίμπερλι Γκίλφοϊλ: Η εικόνα της «θεοσεβούμενης» πρέσβειρας, με τις αναφορές στον Θεό και στις χριστιανικές αξίες, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με καταγγελίες για χρηματικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις πολιτικής πρόσβασης.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ προκαλεί εύλογα ερωτήματα για την απόσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και στην άσκηση εξουσίας. Και η πολιτική ευθύνη φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, που την επέλεξε για την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.
Η αποχώρησή της από τη θέση, στις 13 Οκτωβρίου, έπειτα από αίτημα του Λευκού Οίκου, καταγράφει το μέγεθος του πολιτικού προβλήματος που δημιουργήθηκε. Δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη των καταγγελιών, τις οποίες η ίδια αρνείται. Αποτελεί, όμως, εξέλιξη για την οποία η αμερικανική προεδρία οφείλει εξηγήσεις.
Οι καταγγελίες πίσω από τη δημόσια εικόνα
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ισχυρισμός του Έρικ Ντίτερς ότι η Γκίλφοϊλ ζήτησε την εξόφληση προσωπικού λογαριασμού πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, συνδέοντας το αίτημα με πρόσβαση σε κυβερνητικά πρόσωπα.
Εφόσον αποδειχθεί αυτή η συναλλαγή, θα πρόκειται για κατάφωρη προσβολή της δημόσιας αποστολής που της ανατέθηκε. Η πρόσβαση στην κυβέρνηση δεν είναι προσωπική περιουσία ενός πρεσβευτή, ούτε μπορεί να προσφέρεται ως υπηρεσία προς όσους διαθέτουν χρήματα.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οι επικλήσεις στην πίστη. Η αναφορά στον Θεό δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις συνέπειας για όποιον την εντάσσει στη δημόσια παρουσία του. Η θρησκευτική γλώσσα δεν προσφέρει πιστοποιητικό ακεραιότητας. Η αξιοπιστία κρίνεται από τη συμπεριφορά, τις αποφάσεις και τη διαχείριση της ευθύνης.
Η κριτική αφορά αυτήν ακριβώς την αντίφαση που θέτουν οι καταγγελίες: την προβολή αξιών από τη μία και την ενδεχόμενη αξιοποίηση πολιτικών διασυνδέσεων για προσωπικό όφελος από την άλλη.
Ο Τραμπ δεν μπορεί να αποποιηθεί την επιλογή του
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κάθε δικαίωμα να απομακρύνει έναν συνεργάτη όταν κρίνει ότι έχει χαθεί η εμπιστοσύνη. Έχει, όμως, και υποχρέωση να λογοδοτεί για τα κριτήρια με τα οποία τον επέλεξε.
Η Γκίλφοϊλ ανέλαβε μια θέση με ιδιαίτερη σημασία για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Ο διορισμός της έφερε την πολιτική σφραγίδα του Τραμπ. Συνεπώς, η απομάκρυνσή της δεν διαγράφει την ευθύνη της αρχικής επιλογής.
Ποιος έλεγξε την καταλληλότητά της; Ποιες εγγυήσεις υπήρχαν για τη διάκριση δημόσιου καθήκοντος και ιδιωτικών συμφερόντων; Πώς αντιμετωπίστηκαν οι πρώτες σχετικές πληροφορίες;
Αυτά είναι ερωτήματα πολιτικής λογοδοσίας. Δεν προϋποθέτουν δικαστική απόφαση για να τεθούν και δεν απαντώνται με την αποστασιοποίηση του προέδρου από ένα πρόσωπο που ο ίδιος εμπιστεύθηκε.
Η στάση Βανς και η απαίτηση για απαντήσεις
Ο Τζέι Ντι Βανς υποστηρίζει ότι οι καταγγελίες πρέπει να κρίνονται βάσει στοιχείων και απορρίπτει τη δημόσια καταδίκη μέσω δημοσιευμάτων. Η κυβέρνηση, ωστόσο, οφείλει να δείξει ότι εφαρμόζει τις εξαγγελίες της κατά της απάτης και όταν οι υποθέσεις αφορούν πρόσωπα του δικού της κύκλου.
Η αναμονή για τη διερεύνηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική σιωπή. Απαιτούνται σαφείς απαντήσεις για τους ελέγχους, τις δικλίδες προστασίας και τη διαχείριση ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων.
Για την Ελλάδα, άλλωστε, η αμερικανική πρεσβεία αποτελεί θεσμικό συνομιλητή σε κρίσιμα διπλωματικά ζητήματα. Η αξιοπιστία της εκπροσώπησης έχει πραγματικό βάρος.
Η Γκίλφοϊλ οφείλει να απαντήσει στις καταγγελίες. Ο Τραμπ οφείλει να απαντήσει για την επιλογή της. Και οι δημόσιες επικλήσεις στον Θεό δεν απαλλάσσουν κανέναν από την υποχρέωση της διαφάνειας.






















