ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ: Στο εσωτερικό της Νέα Δημοκρατία υπάρχει ένα ρεύμα που δύσκολα μετριέται με όρους «τάσης» ή οργανωμένου μηχανισμού, αλλά γίνεται ολοένα και πιο αισθητό σε τοπικές οργανώσεις, σε κλειστές συζητήσεις παλαιών στελεχών, ακόμη και σε προσεκτικές «μισές» κοινοβουλευτικές διαφοροποιήσεις.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Η λεγόμενη λαϊκή και κοινωνική Δεξιά δεν μιλάει πάντα δημόσια. Όταν όμως μιλάει, το κάνει με έναν τρόπο που δεν αφήνει παρερμηνείες: «χάνεται η επαφή με τη βάση», «η παράταξη γίνεται κόμμα διαχείρισης» και «η κυβέρνηση δεν ακούει». Το μήνυμα φτάνει στο Μέγαρο Μαξίμου περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως απειλή: η δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε άμεση φυγή, αλλά σε μια σιωπηλή απομάκρυνση που αδειάζει εκλογικά «δεξαμενές» χωρίς θόρυβο.
Η «ψυχική απόσταση» και η αίσθηση πασοκοποίησης
Ο πυρήνας της κριτικής δεν είναι πάντα η κεντρική πολιτική γραμμή. Είναι το ύφος, η γλώσσα και η προτεραιοποίηση. Στον χώρο αυτό ο τεχνοκρατισμός αντιμετωπίζεται ως ξένος κώδικας: «μας κυβερνούν, αλλά δεν μας αγκαλιάζουν» λένε στελέχη που έχουν χρόνια κομματικής διαδρομής. Η παρουσία πρώην στελεχών του ΠαΣοΚ σε κυβερνητικές θέσεις λειτουργεί συμβολικά σαν «καρφί στο μάτι». Η λέξη «πασοκοποίηση» επιστρέφει συχνά, όχι ως ιδεολογική υστερία, αλλά ως φόβος ότι η παράταξη μετακινείται από την κοινωνική της ρίζα προς ένα πιο «ουδέτερο» κέντρο εξουσίας, όπου οι παραδοσιακοί δεσμοί με μικρομεσαίους, επαρχία και τοπικές κοινωνίες αδυνατίζουν.
Καραμανλής: ο «κώδικας» της κοινωνικής Δεξιάς
Για πολλούς στη λαϊκή Δεξιά, ο Κώστας Καραμανλής παραμένει σύμβολο μιας πιο ήπιας, κοινωνικής, «ανθρώπινης» κεντροδεξιάς. Ακόμη κι όσοι του χρεώνουν λάθη, αναγνωρίζουν ότι εξέπεμπε μια άλλη σχέση με το κομματικό ακροατήριο: λιγότερο «μάνατζμεντ», περισσότερο πολιτική οικειότητα. Γι’ αυτό και κάθε αιχμή ή διακριτή διαφοροποίησή του τροφοδοτεί μια υπόγεια συζήτηση ταυτότητας: ποια ΝΔ θέλουν και ποια ΝΔ βλέπουν. Δεν είναι τυχαίο ότι σε κοινωνικές δυσκολίες ακούγεται ξανά η φράση «επί Καραμανλή αυτά δεν γίνονταν» — δίκαια ή άδικα, λειτουργεί ως ψυχολογικό μέτρο σύγκρισης.
Σαμαράς: τα εθνικά, το Μεταναστευτικό και το όριο της ρήξης
Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, αγγίζει διαφορετικό νεύρο: εθνικά ζητήματα, ασφάλεια, Μεταναστευτικό, «καθαρή» δεξιά ταυτότητα χωρίς εκπτώσεις. Εδώ η επιρροή του είναι πιο έντονη σε συγκεκριμένα ακροατήρια, όμως συνοδεύεται και από κόπωση: αρκετοί συμφωνούν μαζί του, λιγότεροι είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσουν σε ανοιχτή σύγκρουση με την ηγεσία. Η στάση πολλών μοιάζει με «ακρόαση» και όχι με «στράτευση». Δηλαδή, θέλουν τη φωνή του ως πίεση προς τα δεξιά, αλλά δεν θέλουν ρήξη που θα αποσταθεροποιήσει τη συνολική εικόνα του κόμματος.
Το αγροτικό, η αγορά και το τραύμα της αξιοπιστίας
Εκεί που η απόσταση μεγεθύνεται είναι στην καθημερινότητα της βάσης: μικρές επιχειρήσεις, επαρχία, αγροτικός κόσμος. Οι συνομιλητές αυτού του χώρου δεν απορρίπτουν την αγορά, αλλά φοβούνται ότι «ο μικρός και μεσαίος μένει πίσω». Οι αγροτικές κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται ως καμπανάκι, όχι ως «ενοχλητικός θόρυβος». Και υποθέσεις που αγγίζουν την αξιοπιστία των πληρωμών ή της διοίκησης—όπως συζητήσεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ—λειτουργούν σαν σημείο ρωγμής: όταν ο πολίτης πιστέψει ότι «το σύστημα δεν είναι δίκαιο», η κομματική ταύτιση χάνει το συναισθηματικό της τσιμέντο.
Μακριά από τη βάση: κομματική ζωή σε ύφεση
Παλιά στελέχη το λένε ωμά: οι τοπικές οργανώσεις υποβαθμίστηκαν, η κομματική ζωή αραίωσε, η επικοινωνία έγινε σχεδόν μονοδρομική — από πάνω προς τα κάτω. Σε μια περίοδο που οι μεγάλες παρατάξεις χρειάζονται «δεσμούς συμμετοχής» για να αντέξουν τη φθορά, το έλλειμμα επαφής γίνεται πρόβλημα. Δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι οργανωτικό, κοινωνικό, σχεδόν πολιτισμικό: όταν χάνεται το «ανήκειν», ο ψηφοφόρος μένει, αλλά παγώνει.
Ο άγνωστος παράγοντας: το «κόμμα Καρυστιανού»
Σε αυτό το σκηνικό προστίθεται ένας νέος, αβέβαιος παράγοντας: η προοπτική πολιτικού σχηματισμού που συνδέεται με τη Μαρία Καρυστιανού και το κίνημα για τα Τέμπη. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο εκλογικά ποσοστά, αλλά το είδος του ακροατηρίου: συντηρητικοί πολίτες διαμαρτυρίας, άνθρωποι που δεν θέλουν «άκρα», αλλά νιώθουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν τους δικαιώνει. Τα σχετικά σενάρια για δημιουργία κόμματος και το ορόσημο της 28ης Φεβρουαρίου συζητιούνται ήδη έντονα σε ΜΜΕ και πολιτικούς κύκλους.
Γιατί ανησυχεί το Μαξίμου
Το δίλημμα για την κυβέρνηση δεν είναι αν «πέφτει» σήμερα. Είναι αν αλλάζει αθόρυβα το κοινωνικό υπέδαφος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα της ΝΔ, αλλά και κλίμα δυσπιστίας/κόπωσης που μπορεί να αποτυπωθεί αργότερα στις κάλπες. Έτσι, κάθε νέο κανάλι διαμαρτυρίας —είτε στα δεξιά είτε «έξω από το δίπολο»— γίνεται δυνητικός αποδέκτης της σιωπηλής απομάκρυνσης. Και αυτό εξηγεί γιατί οι επόμενες κινήσεις (ανασχηματισμός, πολιτική ατζέντα, επαφή με κοινωνικές ομάδες, ακόμη και ο τρόπος που οργανώνεται ο διάλογος στη Βουλής) θα μετρήσουν περισσότερο από τα συνήθη επικοινωνιακά σπριντ.
Το συμπέρασμα είναι απλό: η λαϊκή Δεξιά δεν ζητά επανάσταση. Ζητά αναγνώριση, ταυτότητα και μια πιο «καθημερινή» πολιτική που να μιλάει στη βάση. Αν αυτό δεν συμβεί, η φθορά δεν θα φανεί με κραυγές—θα φανεί με μετακινήσεις, αποχή και την ενίσχυση εναλλακτικών σχημάτων που σήμερα μοιάζουν «άγνωστος Χ», αλλά αύριο μπορεί να γίνουν καθοριστικοί. Και τότε, ακόμη και οι πιο σταθερές έδρες μπορεί να αποδειχθούν λιγότερο σταθερές απ’ όσο δείχνουν οι αριθμοί του Ιανουαρίου. Για την πολιτική σκηνή, το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από ποσοστά· θα κριθεί από το ποιος θα καταλάβει πρώτος πού φυσάει ο κοινωνικός άνεμος — και ποιος θα μείνει να μετρά «ψυχικές αποστάσεις» την ώρα που ο χάρτης αλλάζει.



















