Επίσκοπος Δρεμβίτσης Δαβίδ: (Πρόλογος στο βιβλίο του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη «Κάλλος το άγιον», εκδ. Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου, Άγιον Όρος, 2026)
Σημείωση: Το κείμενο γράφτηκε πριν από την κοίμηση του Καθ. Η. Σταμούλη
Στη σερβική θεολογική και ευρύτερα πολιτιστική σκηνή, εμφανίζεται ένα από τα πιο εντυπωσιακά έργα της σύγχρονης δογματικής θεολογίας: το βιβλίο «Κάλλος το άγιον» του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη, σε έκδοση της Ιεράς και Βασιλικής Μονής Χιλανδαρίου και σε μετάφραση στα σερβικά από τον Καθηγητή Zdravko Peno. Ο μεταφραστής εκοπίασε να αποδώσει το κείμενο στη σερβική γλώσσα, λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα της έκφρασης που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα τόσο στο εν λόγω πόνημα όσο και στα πολυάριθμα άλλα έργα του.
Ο Χρυσόστομος Σταμούλης είναι Κοσμήτορας και Καθηγητής της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου πραγματοποίησε και τις διδακτορικές του σπουδές. Διδάσκει το υποχρεωτικό μάθημα της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, καθώς και τα κατ’ επιλογήν υποχρεωτικά μαθήματα «Φιλόκαλη Αισθητική της Ορθοδοξίας», «Θεολογία και Κινηματογράφος», «Σύγχρονη Αθεΐα» και «Επιστήμη και Ορθόδοξη Θεολογία». Εκτός από την Ελλάδα και την Αγγλία, έλαβε θεολογική παιδεία και στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου. Ως μαθητής και πνευματικός διάδοχος του εξέχοντος δογματολόγου της εποχής μας, Νικόλαου Ματσούκα, φέρει βαθιά τη σφραγίδα της σκέψης του. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Σταμούλης σπούδασε επίσης μουσική και από το 1991 ηγείται της μικτής νεανικής χορωδίας και ορχήστρας «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» στη Θεσσαλονίκη. Σε τηλεοπτική του εμφάνιση, με τη χαρακτηριστική του εκφραστικότητα, είχε αυτοχαρακτηριστεί «διφυσίτης χαλκηδόνιος», υποδηλώνοντας ότι από τη μικρή του ηλικία συνυπάρχουν αρμονικά εντός του η θεολογική και η μουσική φύση σε ένα μοναδικό πρόσωπο.
Προσεγγίζοντας το πνεύμα του συγγραφέα, καθίσταται φανερό ότι με το βιβλίο του «Κάλλος το άγιον» αναδεικνύει ένα εξαιρετικά σημαντικό, πλην όμως συχνά λησμονημένο γεγονός: ότι η ορθόδοξη θεολογία στην εποχή μας καλείται σε έναν ειλικρινή διάλογο με τον κόσμο, τις τέχνες και τον συνάνθρωπο. Υποστηρίζει πειστικά πως δεν είναι φυσικό η θεολογία να περιορίζεται στον
εαυτό της, εγκλωβισμένη σε έναν κλειστό κύκλο που τη μετατρέπει σε γκέτο ή –σύμφωνα με τη φράση του Ματσούκα– σε καρικατούρα, η οποία απομακρύνει τη Θεολογία από τις άλλες επιστήμες. Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής Παναγιώτης Υφαντής, η αξία του βιβλίου έγκειται ακριβώς στην εύστοχη διάγνωση και αντιμετώπιση των οδυνηρών προϋποθέσεων που γεννούν παθολογικά συμπτώματα στον εκκλησιαστικό οργανισμό. Σε ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους, άλλωστε, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να θεωρείται ότι ο ορθόδοξος χριστιανός οφείλει να περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά αναγνώσματα και εκκλησιαστική μουσική. Μια τέτοια υποτίμηση του ωραίου γεννά μια νευρωτική και εμμονική στάση απέναντι στις αυθεντικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας, η οποία ενίοτε προσλαμβάνει τη μορφή θρησκευτικού μαζοχισμού και αντικοινωνικότητας. Ως εκ τούτου, ο εφιαλτικός διαχωρισμός μεταξύ θεολογίας και τέχνης αποτελεί ακόμη μία παθογένεια την οποία θεραπεύει το παρόν έργο. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι της Εκκλησίας που στέκονται αμήχανοι μπροστά στην τεχνητή άβυσσο που τους χωρίζει από την τέχνη, λησμονώντας ότι από τα πρώτα ιστορικά της βήματα η Εκκλησία πορεύτηκε παραλλήλως με αυτήν, εντοπίζοντας εντός της τα φανερά αποτυπώματα της Αλήθειας. Τέλος, το βιβλίο αποτελεί απάντηση στη διαμόρφωση μιας κλειστοφοβικής πνευματικότητας, μιας εσωστρεφούς θεολογίας με τα μάτια στραμμένα αποκλειστικά στο παρελθόν. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι οι απαντήσεις που δίνονται δεν είναι θεωρητικές, αλλά βιωματικές. Το βιβλίο λάμπει συνδυάζοντας τη βιβλική και πατερική γραμματεία με την κοσμική τέχνη, αλιεύοντας θησαυρούς από τη θάλασσα των αληθειών της. Έτσι, αφενός ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μιας τεκμηριωμένης δογματικής έρευνας και αφετέρου δικαιώνει τον διάλογο ανάμεσα στη θεολογική εμπειρία και τις αυθεντικές εκφράσεις της σύγχρονης τέχνης.

Το «Κάλλος το άγιον» πραγματεύεται τη σχέση ορθοδοξίας και ομορφιάς, τη βυζαντινή κληρονομιά έναντι του δυτικού πολιτισμού, καθώς και τα χαρακτηριστικά της ορθόδοξης πνευματικής ταυτότητας. Η γόνιμη αντιδικία μεταξύ pro και contra Δύσης επιτρέπει στον συγγραφέα να καταπιαστεί με επίκαιρα ζητήματα, όπως η σχέση της ορθοδοξίας με τον κοσμικό πολιτισμό, η ισορροπία ανάμεσα στον στιγμιαίο δυναμισμό και τη μονιμότητα της Παράδοσης. Μέσα από τα ερωτήματα και τα διλήμματα που τίθενται, ο Σταμούλης προσφέρει απαντήσεις θεμελιωμένες πατερικά αλλά και εμποτισμένες από τη δική του αισθητική εμπειρία. Ομιλεί για την αισθητική του ενσαρκωμένου Λόγου όχι ως ένα ηθικο-συναισθηματικό γεγονός, αλλά ως παράδοξο – άλλωστε, το παράδοξο αποτελεί αναπόσπαστο γνώρισμα της ορθόδοξης αγιότητας, η οποία παραμένει διαρκώς ανοιχτή στην έκπληξη. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, δεν κομίζει κάτι πρωτοφανές, αλλά θεμελιώνει τον λόγο του στην ίδια την πατερική παράδοση.
Το έργο ενσαρκώνει την αναζήτηση και τη ζωντανή εμπειρία της ομορφιάς, η οποία αποτελεί διαχρονική λαχτάρα του ανθρώπου. Αρθρώνεται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο μέρος, ο συγγραφέας συνομιλεί με τις απόψεις του Κώστα Ζουράρι, ο οποίος τείνει να απορρίπτει την αισθητική εκτός των ορίων της ανατολικής παράδοσης, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέραν της φιλοκαλίας. Κατά τον Σταμούλη, ωστόσο, έχει παρέλθει η εποχή των παντογνωστών συγγραφέων· απαιτείται πλέον ο ανοιχτός διάλογος μεταξύ θεολογίας, πολιτισμού και επιστήμης, ιδίως όταν το ζητούμενο δεν θίγει άμεσα το δόγμα και τη χριστιανική ηθική. Υπό αυτό το πρίσμα, τονίζει ότι ο απόλυτος διαχωρισμός Ανατολής και Δύσης είναι ιδεολογικός και οδηγεί αναπόφευκτα σε αλλοτρίωση και μηδενισμό. Μέσα από μια διαφορετική ανάγνωση του νομπελίστα Γιώργου Σεφέρη (στον οποίο επιδιώκει να στηριχθεί ο Ζουράρις), ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι η φιλοκαλία και η αισθητική συνδέονται άρρηκτα με τον τρόπο ζωής της ανατολικής χριστιανοσύνης. Ερμηνεύοντας τις εμπειρίες της ορθόδοξης πνευματικότητας μέσα από το πρίσμα της αισθητικής, ο Σταμούλης αντιτάσσεται σε σχήματα που απορρίπτουν την ετερότητα. Ο Καθηγητής Ιωάννης Κουρεμπελές υποστηρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο επιλέγει το «Ημερολόγιο» του πρωτοπρεσβυτέρου Αλέξανδρου Σμέμαν είναι για να αναδείξει την απόσταση ανάμεσα σε μια γραφειοκρατική θεολογία και στη ζωντανή εμπειρία του ασκητικά προσανατολισμένου ανθρώπου. Ο Σμέμαν έζησε την αλήθεια της Ορθοδοξίας στη Δύση ως φορέας μιας εκκλησιαστικής εμπειρίας που δεν μπορούσε να διανοηθεί τις αισθήσεις αποκομμένες από τη μυστηριακή ζωή. Το συγκεκριμένο κείμενο επιλέγεται για να καταδειχθεί ότι οι μονομερείς προοπτικές στην ιστορία –είτε αυτές αφορούν το σώμα είτε το πνεύμα, τον ασκητισμό είτε την αισθητική– οδηγούν διαχρονικά σε αιρέσεις (όπως ο βογομιλισμός), που μεγιστοποιούν επιμέρους στοιχεία εις βάρος της ενότητας. Παραφράζοντας τον Σταμούλη, για να είναι ο χριστιανικός ασκητισμός αληθινός και όχι μια ιδεολογική καρικατούρα, οφείλει να είναι «αισθητικός» ασκητισμός· εξίσου και ο χριστιανικός μυστικισμός. Ασκητής και μύστης μετέχουν στην ίδια Εκκλησία. Συνεπώς, ούτε η θεολογία που επιμένει στην ομορφιά του κόσμου ούτε οτιδήποτε αφορά το όλον πρέπει να απωλεσθεί. Η κρίση της Ορθοδοξίας συνίσταται συχνά στην άρνηση κάθε δημιουργικού καινούργιου, στην αντίληψη της αλλαγής ως απειλής για την ταυτότητά της. Από εδώ πηγάζει ένας βαθύτερος φόβος απέναντι στον πεπτωκότα κόσμο παρά έναντι των ίδιων των πτώσεων της Ορθοδοξίας. Το πρώτο κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τις επισημάνσεις του Νίκου
Ματσούκα περί απουσίας θεολογικής αποκλειστικότητας και ανάγκης για ολιστική θεολόγηση, καθώς στην καρδιά της θεολογίας δεσπόζει η ενότητα και η διάκριση, όχι η διαίρεση.
Η κορύφωση της ομορφιάς αποκαλύπτεται στην πατερική θεολογία αλλά και στη λογοτεχνία, προσφέροντας έναν προνομιακό χώρο αμοιβαίας συνάντησης. Στο δεύτερο κεφάλαιο, η συνάντηση διαφορετικών λογοτεχνικών φωνών λειτουργεί διακειμενικά, αποκαλύπτοντας το βάθος της υπαρξιακής κατανόησης που μπορούν να επιτύχουν από κοινού η θεολογία και η μεγάλη τέχνη. Ο συγγραφέας εμβαθύνει στην οντολογία της πατερικής φιλοκαλίας και αισθητικής, όπου το ωραίο και το αγαθό συγκλίνουν στη διατήρηση και καλλιέργεια της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Όπως επισημάνει παροιμιωδώς ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «καλό είναι αυτό που συμμετέχει στο ωραίο…». Για έναν σοβαρό δογματολόγο, η πατερική μαρτυρία παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Κατά τον Άγιο Διονύσιο, η ομορφιά δεν αποτελεί μια απλή ιδιότητα, αλλά Πρόσωπο· ο Θεός είναι Ωραίος, άρα και Αγάπη. Διατρέχοντας τα πατερικά κείμενα, ο Σταμούλης αναδεικνύει τις διδασκαλίες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, οι οποίοι ενδιαφέρονται όχι για τον κατακερματισμένο, αλλά για τον ακέραιο άνθρωπο – ψυχή τε και σώματι, αποσκοπώντας όχι στη νέκρωση, αλλά στη μεταμόρφωση των αισθήσεων. Αποστολή της Ορθοδοξίας είναι να συνάγει τα διεσπαρμένα στην καθολικότητα του Σώματος του Χριστού, αποβλέποντας στην κοινωνία με τον «Ωραῖον κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 44:3). Παραπέμποντας στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, υπογραμμίζει ότι η απώλεια της ομορφιάς ισοδυναμεί πρωτίστως με απώλεια της κοινωνίας με το Άγιο Πνεύμα και τον Τριαδικό Θεό. Υπό το πρίσμα αυτό, επιστρατεύονται οι στοχασμοί του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι –συμφωνώντας ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»– αλλά και του T. S. Eliot, ο οποίος συμπυκνώνει τον χρόνο στη ρήση «στην αρχή μου είναι το τέλος μου» και «στο τέλος μου είναι η αρχή μου». Στην ορθόδοξη παράδοση, η θεολογία είναι η τέχνη της εμπειρίας, εκείνη η τέχνη που αποκαλύπτει το κάλλος το εξ ουρανών. Η τέχνη δεν συνιστά απόγονο της πτώσης· ανάλογα με την ποιότητα, τον προσανατολισμό και τον βαθμό ασκητικότητας, μπορεί να συμβάλει στη διαφύλαξη της ανθρώπινης ακεραιότητας. Ο θάνατος δεν δύναται να ακυρώσει την αισθητική αλήθεια, διότι εν Χριστώ ο θάνατος έχει νικηθεί – γεγονός που πιστοποιείται από τη θέαση των τυφλών, τη θεραπεία των λεπρών και τη θαυματουργή παρουσία των ιερών λειψάνων. Έτσι, ο απώτερος πόθος δεν είναι μια αφηρημένη ενότητα, αλλά η εν Χριστώ κοινωνία.
Στο τρίτο μέρος, αντλώντας από τη διδασκαλία του Αγίου Σωφρονίου (Σαχάρωφ) και το έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη, ο Σταμούλης καταδεικνύει ότι η φιλοκαλική αισθητική συνιστά μια αυθεντική θεολογία της ομορφιάς, όπου η αληθινή τέχνη αναφέρεται στον Δημιουργό που ενοποιεί τα σύμπαντα. Το βιβλίο μιλά για την ομορφιά του Θεού και της Ορθοδοξίας, προτείνοντας την ενσωμάτωση των γνήσιων δημιουργημάτων του ανθρώπινου πνεύματος στη θεολογική μας θεώρηση, ώστε η αγιότητα να προβάλλει πιο ελκυστική και ζωντανή από την αμαρτία. Απαλλαγμένος από τον φόβο του διπολισμού Ανατολής – Δύσης, ο συγγραφέας διαβάζει παράλληλα τον μυστικό θεολόγο του 20ού αιώνα, Άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, με την αισθητική θεωρία του Theodor W. Adorno, υιοθετώντας την αρχή ότι ο αποφατισμός δεν αναιρεί τον καταφατισμό. Σχολιάζοντας τον σύγχρονο κατακερματισμό της θεολογίας, επαναλαμβάνει ότι η αισθητική του ενσαρκωμένου Λόγου είναι παράδοξο και όχι θραύσμα· κατά την εύστοχη παρατήρηση του Ιωάννη Κουρεμπελέ, ο Σταμούλης δεν διακινεί το παράδοξο επιλεκτικά, αλλά «και εδώ και εκεί». Στο έργο του εκλείπει κάθε ίχνος απολογητισμού, επιδιώκοντας αντιθέτως να συνθέσει τις αποχρώσεις της Ορθοδοξίας στον κοινό παρονομαστή της οικουμενικής φύσης του Θεού. Η φωνή του δεν είναι δογματικά στεγνή, αλλά ανοιχτή προς όλους.
Στο επίμετρο, με τίτλο δανεισμένο από το θεατρικό έργο «Η μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ («Οι άγιοι και οι ποιητές ίσως…»), ο συγγραφέας απευθύνεται στον αναγνώστη υπενθυμίζοντάς του, διά χειρός Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, τη λησμονημένη έννοια της έκπληξης και τη σπουδαιότητα των μικρών πραγμάτων, η πληρότητα των οποίων οδηγεί στο βίωμα της «φιλοκαλικής αισθητικής». Άγιοι και ποιητές συνταξιδεύουν, ανακαλύπτοντας τη βαθιά συνάφεια της αληθινής αγιότητας με την ποίηση. Όπως παρατηρεί ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, το περιεχόμενο του βιβλίου συνιστά μια αναζωογονητική πρωτοβουλία και ένα «σκάνδαλο» για την τυπική θεολογική σκέψη και τον συνοφρυωμένο αισθητικό δογματισμό. Ο Σταμούλης «παντρεύει» τεκμηριωμένα τη φιλοκαλία με την αισθητική, καθιστώντας εφικτή τη συνάντηση με αγίους και καλλιτέχνες που ενσάρκωσαν στη ζωή τους την περιχώρηση αυτής της σχέσης.
Σε ένα από τα κείμενά του, «Η τέχνη της θεολογίας και η θεολογία της τέχνης», ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα «τι είναι η τέχνη;», απαντώντας ευθέως ότι η τέχνη αποτελεί σύνδεση με το ωραίο τόσο στο επίπεδο του κτιστού όσο και σε εκείνο της συνδημιουργίας. Η αυθεντική τέχνη δεν δημιουργεί χωρίς λόγο ούτε δρα χωρίς νόημα· η θεολογία, ως τέχνη, εκφράζει την προσωπική
κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και τον πλησίον, εικονίζοντας την κοινωνία των υποστάσεων της Αγίας Τριάδας. Επικαλούμενος τέλος τον Philip Sherrard, υπενθυμίζει ότι ο καλλιτέχνης, ως εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του αρχέτυπου Καλλιτέχνη Θεού, μετέχει στις θείες ενέργειες, βιώνει την αποκάλυψη και φωταγωγεί τον κόσμο διά του ήθους και της δημιουργίας του.
Επί μακρόν, η ορθόδοξη θεολογία λειτούργησε αποκομμένη από την ομορφιά και τις διαστάσεις που εκείνη κομίζει στην ύπαρξη. Το παρόν βιβλίο αποκαθιστά αυτή τη σχέση, συμφιλιώνοντας εκ νέου τη θεολογία με την τέχνη και αποκαλύπτοντας σε όλο της το εύρος την ορθόδοξη θεολογία της ομορφιάς.























