Ένας Μέγας Αλέξανδρος κατακτά το κέντρο της Αθήνας

Loading...


Ο Μέγας Αλέξανδρος κάνει… απόβαση στο κέντρο της Αθήνας στην ίδια παρέα των γύρω αγαλμάτων, αυτό του λόρδου Βύρωνα και της μνήμης, του μικρού αγάλματος στη νησίδα στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Αμαλίας.

Εκεί, θα τοποθετηθεί ο έφιππος νεαρός Αλέξανδρος, το έργο του Γιάννη Παππά, ενός από τους σπουδαιότερους Έλληνες γλύπτες που έμεινε στο εργαστήριο του για περίπου τρεις δεκαετίες πριν βρει την οριστική του θέση στην πόλη.

Με ύψος 3,5 μέτρα το έφιππο άγαλμα του νεαρού στρατηλάτη θα είναι άλλο ένα από τα έργα του σημαντικού γλύπτη που κοσμούν το δημόσιο χώρο όπως ο ανδριάντας του Βενιζέλου στο Πάρκο Ελευθερίας, οι ανδριάντες Βενιζέλου και Τρικούπη στον περίβολο της Βουλής, του Οδυσσέα Ελύτη στην πλατεία Δεξαμενής, του Μακρυγιάννη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, του Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα στο Μέτσοβο, του Ίωνα Δραγούμη στην Πλατεία Μακεδονομάχων Θεσσαλονίκης, του Παντελή Πρεβελάκη στο Ρέθυμνο κ.ά. Πολύ γνωστό έργο του είναι το άγαλμα του φίλου του και γλύπτη Χρήστου Καπράλου το οποίο έκανε στο Παρίσι το 1936.

Ο Γιάννης Παππάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 13 Μαρτίου του 1913. Μεγάλωσε σε ένα ευκατάστατο και μορφωμένο περιβάλλον με δύο γιατρούς στην οικογένεια, τον πατέρα του και τον παππού του, πράγμα που δεν τον άφηνε εντελώς ανεπηρέαστο. Το 1922 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1930 έφυγε για σπουδές στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη Νομική και στη Σχολή των Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του καθηγητή Jean Boucher. Το 1939 γύρισε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη θητεία του και με την κήρυξη του πολέμου επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στη ζώνη των πρόσω, ως απλός οπλίτης.

Το 1941 επέστρεψε από το μέτωπο και όλα τα χρόνια της Κατοχής τα έζησε στην Αθήνα και εργαζόταν, όσο μπορούσε, στο εργαστήριό του στην περιοχή του Ζωγράφου. Πολλά μοντέλα του ήταν τα παιδιά από τη γειτονιά. Από το 1945 έως το 1951 έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ως ναύτης στη Ναυτική Βάση της Αλεξάνδρειας. Η παραμονή του στην πόλη αυτή καθώς και η αρχαία αιγυπτιακή τέχνη επηρέασαν πολύ και τη δουλειά του. Το 1953 εκλέγεται καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, όπου για δύο χρόνια διετέλεσε υποδιευθυντής και δέκα διευθυντής. Μέχρι το 1978, που συνταξιοδοτήθηκε, πήρε πρωτοβουλίες που αναβάθμισαν τη Σχολή και από τα χέρια του πέρασαν πολλοί από τους νεότερους καλλιτέχνες μας.

Πίστευε ότι «η γλυπτική είναι τέχνη μακράς πνοής, αντοχής – ώσπου να πάρει μορφή η ύλη χρειάζεται καιρός» και αυτή η αντοχή αλλά και η προσήλωση που είχε στον άνθρωπο, δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Το 1980 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 2005. Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου αγοράστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επί υπουργίας Ντ. Μπακογιάννη, το 1993 και στη συνέχεια παραχωρήθηκε ως δωρεά στον Δήμο Αθηναίων. Έκτοτε άρχισαν οι ταλαιπωρίες περί της δημόσιας τοποθέτησης του έργου, οι οποίες καταπόνησαν τον Γιάννη Παππά κυριολεκτικά μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, τη 17η Ιανουαρίου του 2005.

Ο Γιάννης Παππάς άρχισε να μελετά το θέμα από το 1941 όταν ήταν 28 ετών, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, πεζή, από την γραμμή των πρόσω στο Μέτωπο. Η συγκεκριμένη εργασία του προσέφερε αμοιβή πνευματικής διεξόδου από την ατμόσφαιρα της Κατοχής. Από τότε χρονολογούνται οι πρώτες μελέτες και η απαρχή της έρευνας γύρω απ’ τον έφιππο. Για τον Παππά, «έρευνα» σήμαινε μία μακρόχρονη και συστηματική προσέγγιση του θέματος: για τη μορφή του αλόγου έγιναν σπουδές της τυπολογίας, του σκελετού και του μυϊκού συστήματος, μελέτες από την αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τους Animalier, τα σπουδαία έφιππα γλυπτά της Ευρώπης, ζωγραφικά και σχεδιαστικά έργα.

Πραγματοποιήθηκαν επίμονες επισκέψεις σε ιπποφορβεία, σε ιππικούς ομίλους και στον ιππόδρομο. Εξετάστηκαν το μικρό Αττικό άλογο απ’ τα ανάγλυφα και τον Παρθενώνα, το μεγάλο Θεσσαλικό, το μεγάλο πεδινό πόνι της Βορείου Ελλάδος, το Αγγλικό περιπάτου, το ιππικής δεξιοτεχνίας, το κούρσας. Κανένα από τα γνωστά καθαρόαιμα δεν επελέγη, διότι αφενός θεωρήθηκαν ράτσες εξευγενισμένες που δεν συνήδαν με τον Βουκεφάλα, αφετέρου πολυδουλεμένες στην Τέχνη. Τελικά χρησιμοποιήθηκε ιδιόρρυθμο άλογο που βρέθηκε στον τότε Ελληνικό Ιππικό Όμιλο Παράδεισου Αμαρουσίου. Είχε αρμόζοντα χαρακτηριστικά και αρμονικό μέγεθος για αναβάτη ύψους 1,67 μέτρων: ο «Αργεντίνος», ήρεμος και ήμερος, ήταν πολύτιμος συνεργάτης κατά τη διάρκεια των πολύωρων μελετών εκ του φυσικού με αναβάτη.

Για τη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναζητήθηκαν τα αρχαία τεκμήρια, με ταξίδια στα απανταχού μουσεία όπου βρίσκονταν τα γνωστά αρχαία κεφάλια του, κατασκευή καλουπιών των πρωτοτύπων, μελέτες και χυτεύσεις. Η κεφαλή που, κατά τον γλύπτη, θεωρήθηκε πιο κοντά στο πνεύμα του Αλεξάνδρου, ήταν αυτή της Περγάμου που αποδίδεται στον Λύσιππο και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά από εκατοντάδες σχέδια και πληθώρα γλυπτικών σκίτσων, προσδιορίστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύνθεσης και προχώρησαν οι έρευνες για τη στολή του αναβάτη.

Ο Παππάς ταξίδεψε, με τον ενδυματολόγο του Εθνικού Θεάτρου Αντώνη Φωκά, στο Μουσείο της Νάπολης, με σκοπό να μελετήσουν το εκεί φυλασσόμενο πρωτότυπο ψηφιδωτό της Μάχης της Ισσού από την οικία του Φαύνου στη Πομπηία. Ο Φωκάς έφτιαξε το ένδυμα στο εργαστήρι του Εθνικού Θεάτρου κι αυτό χρησιμοποιήθηκε στο μοντέλο. Εν τω μεταξύ προκηρύχτηκε ο διαγωνισμός για τον έφιππο ανδριάντα της Θεσσαλονίκης στον οποίο συμμετείχε με δύο υπερμεγέθεις μελέτες, μία της κεφαλής του Βουκεφάλα και μία της κεφαλής του Αλεξάνδρου. Η περί ου ο λόγος κεφαλή του Αλεξάνδρου είναι πλέον τοποθετημένη, από το 2003, στον προαύλιο χώρο της κεντρικής εισόδου της Νέας Βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.







tilegrafima.gr