Πατρών Χρυσόστομος: «Η θυσία του Γρηγορίου του Ε’, η της Ελλάδος ανάστασις»

Μέσα σέ κλίμα βαθειάς συγκινήσεως καί εθνικής υπερηφανείας, εορτάσθη στήν Ιερά Μητρόπολη Πατρών, η πανσεβάσμιος μνήμη τού Αγίου ενδόξου Εθνοϊερομάρτυρος Γρηγορίου τού Ε, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Ο λαμπρός εορτασμός, στό πλαίσιο εφέτος τής επετείου τών 200 ετών από τήν έναρξη τής Επαναστάσεως τού 1821 καί τήν θυσία τού Αγίου Γρηγορίου τού Ε, πραγματοποιήθηκε στόν Ιερό Ναό τής Παντανάσσης Πατρών, όπου ευρίσκεται η ιερά Είκών τού ενδόξου Εθνοϊερομάρτυρος καί στόν προαύλιο χώρο, δεσπόζει η προτομή του, κατασκευασμένη από τούς συμπατριώτας του, Γορτυνίους τών Πατρών.

Οι εορτασμοί, όπως κάθε χρόνο, έγιναν μέ τήν συνεργασία τής Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών καί τού ιστορικού Συλλόγου τών εν Πάτραις Γορτυνίων, τούς οποίους ο Σεβασμιώτατος από καρδίας επήνεσε γιά τήν τιμή πρός τόν συντοπίτη τους καί κλέος απάσης τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Γρηγόριον τόν Ε καί γιά τήν εν γένει αγάπη τους καί αφοσίωσή τους στήν Ορθόδοξη Εκκλησία καί τήν Ορθόδοξη Πατρίδα μας.

Μετά τό πέρας τής Θείας Λειτουργίας καί τήν ομιλία τού Σεβασμιωτάτου, λιτανεύτηκε, από τόν Ναό έως τήν προτομή τού Εθνάρχου Ιερομάρτυρος Πατριάρχου, η ιερά Εικόνα του, ανεπέμφθη δέησις καί κατετέθησαν στέφανοι από τούς Εκπροσώπους τής Περιφέρειας, τού Δήμου, τού Επιμελητηρίου Αχαΐας, τούς Προέδρους τών Συλλόγων τών εν Πάτραις Γορτυνίων καί Αρκάδων καί άλλους Εκπροσώπους τοπικών Αρχών καί Φορέων.

Ο Σεβασμιώτατος στήν ομιλία του μεταξύ τών άλλων, ανέφερε τά εξής:

«Σήμερα πού η Ελλάδα διέρχεται μεγάλη πνευματική κρίση καί πού τά εθνικά μας θέματα ευρίσκονται σέ δύσκολη καμπή.

Σήμερα, πού οι ιστορικές αλήθειες μπαίνουν σέ δεύτερη μοίρα ή κλειδώνονται μέσα στό χρονοντούλαπο ως αναχρονιστικές, ή τό χειρότερο αλλοιώνονται καί παραχαράσσονται μέ αποτέλεσμα νά παραπληροφορούνται τά παιδιά μας περί τών μεγάλων γεγονότων τά οποία σχέσιν έχουν μέ τήν πορεία καί τήν ελευθερία τού Γένους μας καί νά δημιουργούνται έτσι αμβλημένες συνειδήσεις πού στό τέλος ενεργούν εις βάρος τών πνευματικών καί εθνικών μας συμφερόντων,

Σήμερα σέ μιά χώρα πού εν πολλοίςέχει χάσει τόν ηθικό καί πνευματικό της προσανατολισμό, στεκόμαστε εκστατικοί μπροστά στή μνήμη τού Εθνοϊερομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου τού Ε΄, τού γόνου τής ηρωοτόκου Δημητσάνης, τού υιού τού Ιωάννου Αγγελόπουλου καί τής γυναίκας του Ασημίνας.

Γονατίζομε μπροστά στούς αγώνες τού μεγάλου Εθνάρχου καί πνευματικού ηγέτου τής δουλωμένης Ρωμηοσύνης, ο οποίος από μικρό παιδί οραματιζόταν νά μεγαλώση καί νά λευτερώση τήν Πατρίδα. (Παππού, έλεγε στόν παππού του τόν Παπα- Άγγελο, «όταν μεγαλώσω θέλω νά γίνω Βασιληάς καί νά λευτερώσω τήν Ελλάδα»).

Μακαρίζομε τόν πατέρα καί διδάσκαλο τού Γένους μας, πού σέ χρόνια δίσεκτα σήκωσε τόν βαρύ σταυρό τής μαρτυρικής πορείας, μιάς χώρας, η οποία στέναζε κάτω από τό πέλμα τού Τούρκου κατακτητού, τής μάνας τής μεγαλόψυχης στόν πόνο καί στό δάκρυ, τής Ελλάδος δηλαδή καί κράτησε στούς ώμους του, τής Ρωμηοσύνης τούς καημούς καί τούς αλαλήτους στεναγμούς.

Υποκλινόμεθα, ενώπιον τής λάρνακος τού γιγαντόψυχου Πατριάρχη, ο οποίος όταν τού προσφέρθηκε η δυνατότητα καί η ευκαιρία νά φύγη από τήν Κωνσταντινούπολη γιά νά σώση τό κεφάλι του, αρνήθηκε.

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων στόν επιτάφιο λόγο του στόν Πατριάρχη Γρηγόριο τόν Ε αναφέρει, ότι ανήμερα τών Βαίων, φίλοι του τόν παρακαλούσαν, ως καί πρέσβεις ξένων χωρών νά φύγη γιά νά σωθή. Ο Πατριάρχης, κατά τόν, ως είρηται ρήτορα, απαντά ως εξής:

«Μή με παρακινείτε εις φυγήν. Ή ώρα τής φυγής μου θά ήταν αρχή σφαγής, ώρα σπαθιού εις τήν Κωνσταντινούπολιν καί τήν άλλην χριστιανοσύνην. Εύμορφο πράγμα θέλετε νά κάμω, μεταμορφωμένος μέ καμμιά προβιά εις τήν πλάτην, νά φεύγω εις τά καράβια, καί ησφαλισμένος εις πρεσβείαν φιλικήν νά ακούω εις τούς δρόμους τά ορφανά τού Έθνους μου νά σπαράττουν εις τά χέρια τού δημίου. Είμαι Πατριάρχης, διά νά σώσω τόν Λαόν μου, όχι νά τόν ρίψω εις τά μαχαίρια τής γενιτσαριάς. Ο θάνατός μου ίσως χρησιμεύση περισσότερον παρ ό,τι ηδυνάμην ποτέ νά φαντασθώ πώς θά ωφελήση η ζωή μου. Οι ξένοι βασιλείς θά ταραχθούν εις τήν αδικία τού θανάτου μου, δέν θά ιδούν ίσως μέ αδιαφορίαν υβριζομένη τήν πίστιν τους εις τό πρόσωπόν μου καί όπου είναι άνδρες αρμάτων Έλληνες θά πολεμήσουν…»

Κατασπαζόμεθα τά Λείψανα τού δοξασμένου από τούς ανθρώπους καί τιμημένου από τούς Αγγέλους Πρωθιεράρχου, πού φυλακίστηκε καί κακοποιήθηκε βάναυσα, πού κρεμάστηκε ως εθελόθυτος αμνός γιά τόν Χριστό καί τήν Ελλάδα, από τούς απίστους αγαρηνούς στήν κεντρική πύλη τών Πατριαρχείων, ανήμερα τό Πάσχα στίς 10 Απριλίου 1821 καί η οποία πύλη, παραμένει κλειστή μέχρι καί σήμερα.

Ραίνομε μέ δάκρυα τό άγιο Λείψανό του, πού σύρθηκε στούς δρόμους τής σκλάβας Πόλης, από τούς απίστους Εβραίους καί πετάχτηκε στό Βόσπορο, μέ δεμένη βαρειά πέτρα στό λαιμό γιά νά εξαφανιστή στό μαύρο τής θάλασσας βυθό. (Αλλ όμως άλλες ήτο οι βουλές τού Κυρίου)

Προσφέρομε άνθη ευώδη, από τήν ελεύθερη Ελληνική γή, ποτισμένα μέ τό δικό του αίμα, στό αγιασμένο σκήνωμά του, πού ο Θεός οικονόμησε νά βγή στήν επιφάνεια τής θαλάσσης καί νά μεταφερθή σέ χώρα Ορθόδοξη, στή Ρωσία, γιά νά ταφή μέ βασιλικές τιμές, στήν πόλη τής Οδησσού, όπως άξιζε στόν πνευματικό ηγέτη τής Πανορθοδοξίας.

Ύμνους υφαίνομε στόν ένδοξο μαρτυρικό οιακοστρόφο, τού οποίου ο ανδριάντας, πού έστησαν οι Πανέλληνες μπροστά στό Πανεπιστήμιο τών Αθηνών, στέκεται αδιάψευστος μάρτυρας τής θυσίας του, αλλά καί τής τιμής τού Έθνους στό άγιο, στό πάνσεπτο, στό ένδοξο καί λαμπροφεγγές πρόσωπό του.

Σήμερα, κατά χρέος πράττοντες, οι απόγονοι τών Δημητσανιτών καί τών Γορτυνίων, οι εν τή πόλει τού Πρωτοκλήτου παροικούντες, μέ επικεφαλής τόν Επίσκοπο τής μαρτυρικής καί Αποστολικής Εκκλησίας τών Πατρών, τιμούν τόν δικό τους Πατριάρχη, τό κλέος καί σέμνωμα τής Δημητσάνης καί τής Αρκαδίας, τής Ελλάδος απάσης καί τής υπ ουρανόν Ορθοδοξίας καί λαμπράν άγουν εορτήν καί δοξολογίαν αναπέμπουν πρός τόν πανοικτίρμονα Θεόν, διότι τοιαύτης τιμής καί χάριτος ηξίωσε τόν ένδοξον τής γής των βλαστόν, τόν αοίδιμον καί τρισμακάριον, τόν κλεινόν Γρηγόριον. Από καρδίας τούς συγχαίρομε καί τούς επαινούμε.

Νοερώς διερχόμεθα τά κατά τόν βίον καί τάς βασάνους, τά κατά τούς πόνους καί τάς οδύνας καί τά δεσμά καί τάς θλίψεις, τά κατά τάς ολονυκτίους δεήσεις καί τάς εξορίας, τά κατά τήν αγχόνη καί τήν ένδοξον ταφήν καί μέ τούς τής διανοίας οφθαλμούς ορώμεν τήν λαμπροτάτην παράταξιν κατά τό έτος 1871, η οποία υποδέχεται τό άγιον τού Πατριάρχου Λείψανον στόν Πειραιά καί στήν Αθήνα, όπου σύσσωμος ο Λαός γονυκλινής καί ένδακρυς, ευγνωμονεί τόν μαρτυρικό Πατριάρχη τού Γένους.

Ιδού ο εκ τής περιωνύμου πόλεως τών Πατρών έλκων τήν καταγωγήν, Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος ο Βλαχοπαπαδόπουλος, ο ποτέ Διάκονος τού Παλαιών Πατρών Γερμανού, ενδεδυμένος άπασαν τήν αρχιερατικήν στολή υποδέχεται τόν ήρωα καί μάρτυρα Ιεράρχη καί ένδακρυς τόν χαιρετίζει, λέγοντας μεταξύ τών άλλων: «Επάνω εις εκείνον τόν λόφον τών ιστορικών Καλαβρύτων τής περιφανούς Αχαίας, επάνω εκεί εις τόν ιερόν εκείνον λόφον, όπου ίσταται η αγία Μονή τής Λαύρας, εκεί επάνω, θειότατε ιερομάρτυς, πατριάρχα Γρηγόριε, ο αείμνηστος Παλαιών Πατρών Μητροπολίτης, ο συμπολίτης σου, ο ποτέ ιεροδιάκονός σου καί κατόπιν συνάδελφος καί συλλειτουργός σου, πρώτος ανταπεκρίθη εις τά ευγενή καί γεναία αισθήματά Σου. Εκεί, εν τή αγία εκείνη Μονή, κατασκευάσας εθνικήν σημαίαν από τό ράσσον του καί τήν φουστανέλλαν τού Ζαίμη, εχάραξεν επ αυτής τόν άγιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν, καί κρατών μέ τήν αριστεράν χείρα του τά πρακτικά τής πρό μικρού συγκροτηθείσης μυστικής εν Αιγίω συνελεύσεως, καί μέ τήν δεξιάν τήν σημαίαν τού Σταυρού, αναγεγραμμένον έχουσαν τό σύνθημα, «Ελλάς ανάστηθι, ανεξαρτησίαν αθάνατον ομνύομεν επί τό ονόματί Σου», ως από πυρσού ουρανοκρύφου, μετά τών σύν αυτώ περιβλέπτων Αχαιών καί Αρκάδων, κατηλέκρισεν άπασαν τήν ελληνικήν φυλήν διά τού θείου κηρύγματός του, «Δεύτε λάβετε φώς εκ τής λαμπάδος τής υπέρ πίστεως καί πατρίδος αναφθείσης, καί αναγγείλατε πάσι τοίς έθνεσι, ότι η φωνή μου είναι φωνή αυτού τού κυρίου Παντοκράτορος».

(Επιλέξαμε από τόν λόγον τού Αθηνών Θεοφίλου, τό τμήμα αυτό, διότι ο Θεόφιλος ως Διάκονος τού Παλαιών Πατρών Γερμανού, εγνώριζε αυτοπροσώπως τά διαδραματισθέντα εις τήν Ιεράν Μονήν τής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων. Αυτό εις απάντησιν πρός όλους εκείνους, τούς αμετανοήτους, οι οποίοι επιμένουν νά αρνούνται τά λαβόντα χώρα στόν ιστορικό χώρο τής ιεράς Μονής τής Λαύρας τών Καλαβρύτων κατά τόν Μάρτιον του 1821).

Ενώ ο λόγος τού Αρχιμανδρίτου καί Πανεπιστημιακού Καθηγητού, Νικηφόρου Καλογερά, τού μετέπειτα Αρχιερέως τών Πατρών, (τυχαίον άραγε;) συγκλονιστικός ακούεται, στίς 26 Απριλίου 1871 ώρα 11:30 τό πρωί, ενώπιον τού Ιερού Λειψάνου τού Εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου, όταν εψάλη δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.

Έλεγε μεταξύ τών άλλων ο Νικηφόρος:

« υποδεχόμεθα ήδη τόν ιερώτατον τών υπέρ τής ελευθερίας ημών ολοκαυτωμάτων καί τόν πρώτον καί προσφιλέστατον τών μαρτύρων, τόν τότε αρχηγόν τού Έθνους καί τής Εκκλησίας ημών, τόν Οικουμενικόν Πατριάρχην Γρηγόριον. Ως εύ παρέστης ημίν, Παναγιώτατε Οικουμενικέ Πατριάρχα. Έχομεν εν τώ μέσω ημών τόν Πατριάρχην, φέροντα ως παράσημον λαμπρόν τόν αμαράντινον τού μαρτυρίου στέφανον, όν ποικιλανθώς πλέξασα καί ρείθρα εκβαλούσα δακρύων χερσίν αγνοτάτοις επέθηκεν επί τής σεβασμίας αυτού κεφαλής η πότνια καί τλήμων Ελλάς, ως ανεξίτηλον σημείον ευγνωμοσύνης

..Ως ανέμου βιαία πνοή διεδόθη ο θάνατος τού Πατριάρχου από περάτων εις πέρατα, αστραπηδόν κατά τήν αυτήν ημέραν ο φόνος τού Πατριάρχου εφημίσθη από άκρου εις άκρον τής σιδηροφορούσης Ελλάδος καί κοπετόν καί οδύνην εξήγειρε Καί δύναταί τις ειπείν, ότι ο θάνατος τού Πατριάρχου υπήρξε τής Ελλάδος η ανάστασις καί η καταστροφή τής τυραννίας, η τού διεσπαρμένου Ελληνικού Έθνους συναρμογή καί συνένωσις. Διά τού αίματος λοιπόν αυτού ο μέν Αγών καθαγιασθείς καί χαρακτήρα ιερόν καί άγιον λαβών παρεσκεύασε τήν νίκην κατά τού τυράννου, ημείς δέ σήμερον ζώμεν ως ελεύθεροι καί τόν φαεινότατον ήλιον βλέπομεν μετ ευγνωμοσύνης πολλής..»

Αλλά καί πνευματικώς παριστάμεθα ένα έτος αργότερα, τό 1872 δηλαδή, στά προπύλαια τού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, γίνεται τό στόμα ενός ολόκληρου Λαού καί εκφράζοντας τήν ψυχή αυτού τού Λαού, απευθύνει στίχους ποιητικούς μέ συγκλονιστικά μηνύματα στόν Πατριάρχη:

Πώς μάς θωρείς ακίνητος;. Πού τρέχει ο λογισμός σου,

τά φτερωτά σου τά όνειρα;… Γιατί στό μέτωπό σου

Νά μή φυτρώνουν, γέροντα, τόσαις χρυσαίς αχτίδαις

Όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριαίς κ’ ελπίδαις;…

Τώρα σέ βλέπει γίγαντα, πατέρα η θάλασσά σου.

Τό λειψανό σου τό φτωχό τό ποδοπατημένο,

Τ ανάστησε η αγάπη μας καί δές μαρμαρωμένο.

Θά στέκη ολόρθο, ακλόνητο καί αιώνια θέ νά ζήση,

Νά ναι φοβέρα αδιάκοπη, σ ανατολή καί δύση.

Τό καταπληκτικό αυτό καί ανεπανάληπτο ποίημα, τό γιομάτο οίστρο πατριωτικό, είναι λιβάνι ευωδιαστό καί ευγνωμοσύνης ξεχείλισμα πρός τόν ηρωϊκό Πατριάρχη. Οι στίχοι αυτοί πού θίγουν τίς πλέον ευαίσθητες χορδές τής καρδιάς μας, αποτελούν έλεγχο γιά τούς σημερινούς αμφισβητίες τών ηρωϊκών αγώνων καί τής θυσίας τού μεγάλου Πατριάρχου.

Στό ίδιο ποίημα παρουσιάζεται η οργή τού Γένους γιά τόν απαγχονισμό τού πνευματικού του Ηγέτου, πού μέσα από μιά έκφραση βαθειάς οδύνης, ως φωνή υδάτων πολλών, καλεί σέ σκληρό αγώνα γιά τήν ελευθερία στό όνομα τού Πατριάρχη.

Καί μέ φωνή πού ξέσχιζε σκληρά τά σωθικά του,

εφώναξε καί μούγκριζε. Χτυπάτε πολεμάρχοι,

μή λησμονείτε τό σχοινί παιδιά τού Πατριάρχη.

Πρός όλους εκείνους, οι οποίοι κατά καιρούς υψώνουν θρασυτάτην τήν κεφαλήν, σπιλώνοντας πρόσωπα καί αγώνες υπέρ Πίστεως καί Πατρίδος καί οι οποίοι ασεβούν στά ιερά κόκκαλα τών ηρώων καί τών μαρτύρων μας, καί αμφισβητούν τήν προσφορρά καί τήν θυσία τού Γρηγορίου τού Ε προβάλλομε, έτι πλέον, τούς από ψυχής στίχους, τού εθνικού μας ποιητού, Διονυσίου Σολωμού.

«Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος

ο αρχηγός τής Εκκλησιάς

κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος

ωσάν νάτανε φονιάς.

Έχει ολάνοικτο τό στόμα

π ώρες πρώτα είχε γευθεί

τ Άγιον Αίμα, τ Άγιον Σώμα

λές πώς θέ νά ξαναβγή.

Η κατάρα πού είχε αφήσει

λίγο πρίν νά αδικηθή

εις οποίον δέν πολεμήσει

καί ημπορεί νά πολεμή».

Αδελφοί μου, κάποτε τίς αίθουσες τών Σχολείων μας, κοσμούσαν οι ηρωϊκές μορφές τών μαρτύρων Πατριαρχών καί ηρώων υπέρ τής Πίστεως καί τής Ελευθερίας τής Πατρίδος.

Κάποτε όλα τά Ελληνόπουλα εγνώριζαν ποιός ήταν ο Γρηγόριος ο Ε, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός καί τόσοι άλλοι.

Κάποτε οι γονείς καί οι δάσκαλοι έπιαναν τά παιδιά από τό χέρι καί τά οδηγούσαν στίς λάρνακες τών Εθνομαρτύρων, τών ιερών καί αγίων Σφαγίων τής αμωμήτου πίστεώς μας καί τής Ελευθερίας τής Πατρίδος μας. Τά οδηγούσαν στούς Ανδριάντες, τούς διάβαζαν καί τούς εξηγούσαν τά επιγράμματα.

Κάποτε οι μαθηταί έμπαιναν στόν Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών καί προσκυνούσαν τήν λάρνακα πού φυλάσσει τά πανσεβάσμια Λείψανα τού Αγίου Γρηγορίου τού Ε καί επεσκέπτοντο προσκυνηματικώς τήν αγία Λαύρα, τόν τόπο καί τό λίκνο τής ελευθερίας καί έβλεπαν τό τρυπημένο από τό τουρκικό βόλι Λάβαρο, αλλά καί τά άμφια πού φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, όταν τό ύψωσε φωνάζοντας:, Ελευθερία ή Θάνατος.

Τώρα, λοιπόν, πού εφθάσαμε στό έσχατο σημείο τής καθόδου μας, τώρα πού η χώρα μας, ο τόπος μας ευρίσκεται σέ «κώμα», εάν θέλωμε τούτη τήν έσχατη ώρα, νά σώσωμε ό,τι απέμεινε όρθιο από τόν χρόνο καί τήν λήθη καί τήν αγνώμονα συμπεριφορά καί τήν άρνηση, άς ενώσωμε τίς δυνάμεις μας, όσοι απομείναμε λάτρεις αυτού τού αιματοβαμμένου τόπου καί άς αγωνιστούμε προκειμένου νά κρατήσωμε τήν λαμπάδα άσβεστη, νά φυλάξωμε τόν τόπο, όπως λένε οι μοναχοί στό Άγιον Όρος, ώστε αυτή η Πατρίδα καί τά παιδιά της, νά έχουν συνέχεια, επάξια τής λαμπράς ιστορίας καί τής μαρτυρικής πορείας τού Γένους μας.

Τό χρωστάμε στόν Εθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε.

Τό χρωτάμε στούς αγίους καί μάρτυρες προγόνους μας.

Τό χρωστάμε σέ εμάς τούς ίδιους.

Τό χρωστάμε στά παιδιά μας.

Ει δ άλλως, θά παραδοθούμε στήν κρίση τού Θεού, γιά νά απολαύσωμε τής δικαίας τιμωρίας, αλλά καί στήν αναπόφευκτη δίκη τών παιδιών μας προκειμένου νά πληρωθούμε μέ τήν αποστροφή τους γιά τά συντρίμια πού θά τούς παραδώσωμε.

Συνετή καί φρονηματιστική η κατάληξις τού λόγου τού, τότε, Αρχιμανδρίτου καί Πανεπιστημιακού Καθηγητού Νικηφόρου Καλογερά, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Πατρών, πρός τόν Πατριάρχη Γρηγόριο τόν Ε:

«…Μένε πρός καιρόν παρ ημίν καί νουθέτει ημάς καί παρηγόρει εν ταίς θλίψεσι καί παραμυθού εν ταίς περιστάσεσιν, αλλά καί επιτίμα καί έλεγχε ημάς πταίοντας διά τής μυριοφθόγγου Πατριαρχικής σου φωνής, ήτις εξέρχεται διαπρύσιος εκ τής σιγώσης ταύτης λάρνακος τών σεπτών σου λειψάνων…Υπομίμνησκε Παναγιώτατε Πατριάρχα, και εις ιδιώτας καί άρχοντας καί πλουσίους καί πένητας καί αμαθείς καί σοφούς καί μικρούς καί μεγάλους τάς συμφοράς τάς πολλάς καί δεινάς, τούς παντοίους κινδύνους, τά απερίγραπτα μαρτύρια καί τους φονικωτάτους θανάτους, εις ούς υπέκυψεν η καθόλου Πατρίς, όπως καταστήση αυτόνομον καί ελευθέραν τήν σμικράν ταύτην τής Ελλάδος γωνίαν καί δεικνύων αυτοίς εκ τής στήλης, εφ ής, μετ ολίγον ο ανδριάς σου τεθήσεται, τάς πυρποληθείσας πόλεις, τάς ερημωθείσας χώρας, τούς βεβηλωθέντας Ναούς καί τόν στενάζοντα έτι υπό τόν σιδηρούν ζυγόν χριστιανικόν λαόν παρότρυνον εις τήν αρετήν καί τήν ευσέβειαν…»

Αλλ αδελφοί, η ελπίς ουκ εξέλιπε.

Αυτός ο εορτασμός άς είναι, αυτή κυρίως τήν χρονιά, ένας πανελλήνιος ξεσηκωμός, γιά τή δικαίωση Ηρώων καί Μαρτύρων, γιά τή γή πού εγκαταλείψαμε, γιά τά σπίτια μας πού κλείσανε, γιά τήν ιστορία μας πού παραχαράξαμε, γιά τά αίματα πού καταπατήθηκαν, γιά τά μνημεία καί τά μνήματα πού δέν σεβαστήκαμε, γιά τήν λευτεριά πού δέν αξιοποιήσαμε, γιά τήν παιδεία πού τυφλώσαμε, γιά τήν πατρίδα πού τήν πονέσαμε. Αυτός ο ξεσηκωμός ως μιά ειρηνική, πλήν όμως δυναμική καί σωτήρια δύναμη, θά έλθη νά ξεπλύνη τήν ντροπή τόσων γενεών, πού σάν απαίσια σκουριά επικάθησε στίς ψυχές μας.

Έχουν περάσει 200 χρόνια από τήν ημέρα πού κρεμάστηκε στήν κεντρική πύλη τών Πατριαρχείων, ο αοίδιμος καί τρισμακάριος, ο άγιος καί μέγας Εθνοϊερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε.

Αλλάζοντας τόν αριθμό τών ετών, από τό ποίημα τού Αριστοτέλη Βαλαωρίτη καί προσαρμόζοντάς το στήν επέτειο τών 200 ετών από τής Επαναστάσεως τού 1821 καί τής υπέρ πίστεως καί πατρίδος θυσίας τού Γρηγορίου τού Ε, επαναλάμβάνομε εν συνοχή καρδίας καί εν συνειδήσει ευθύνης.

«Διακόσια χρόνια πέρασαν σάν νάτε μιά μέρα!

Γιά σάς πού είστε αθάνατοι φεύγουν γλυκειαίς πατέρα

Πετούν οι ώρες αμέτρητες, στού τάφου τό λιμάνι.

Γιά μάς… καί μόνη μιά στιγμή αρκεί νά μάς μαράνη

Διακόσια χρόνια πέρασαν κί ακόμη η ανατριχίλα

βαθειά μας βόσκει τήν καρδιά… Μέ τά χλωρά τά φύλλα

ανθοβολεί κι ο τάφος σου καί στό μνημόσυνό σου,

υψώνεται στόν ουρανό τό νεκρολίβανό σου

μέ τών ανθών τή μυρωδιά καί μέ τό καρδιοχτύπι

τού κόσμου πού ζωντάνεψες…Γέροντα τί σού λείπει;

Πώς μάς θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου,

ποιός είναι ο πόθος σου ο κρυφός καί ποιό τό μυστικό σου…;

Χτυπάτε πολεμάρχοι.

Μή λησμονείτε τό σχοινί παιδιά τού Πατριάρχη.