Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Η εφαρμογή του Νέου Προγράμματος Σπουδών φανερώνει ότι υπήρξε μεθόδευση»

Loading...


Τις απόψεις του για το μάθημα των Θρησκευτικών και τη θέση που πρέπει να κρατήσει η Εκκλησία μετά και τις τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ αλλά και τα όσα πράττει η κυβέρνηση εκφράζει μέσω δήλωσής του ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος.

Η σχετική δήλωση του Σεβασμιωτάτου αναφέρει:

Εξεδόθη και η υπ’ αριθμ. 926/2018 αναμενόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. για το Πρόγραμμα Σπουδών των Θρησκευτικών στα Λύκεια, η οποία κινείται στην ίδια προοπτική με την υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. για το Πρόγραμμα Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών στα Δημοτικά Σχολεία και τα Γυμνάσια.

Είναι σαφέστατο πλέον ότι το Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης είναι αντισυνταγματικό, για τους πολίτες που πιστεύουν στην έννομη Πολιτεία και στην λειτουργία του Κράτους με βάση το Σύνταγμα και όχι με βάση τις προσωπικές απόψεις μερικών.

Το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα δεν ήταν αντισυνταγματικό, παρά τις ελλείψεις του.

Αυτό σημαίνει ότι η δομή αυτού του Προγράμματος που ισχύει στα Σχολεία από τον Σεπτέμβριο 2016 δεν μπορεί, με όσες βελτιώσεις και να υποστή, να συντονισθή με τις δύο σημαντικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. για το θέμα αυτό.

Η ίδια η δομή του Προγράμματος είναι προβληματική από κάθε πλευρά και όχι μόνο από Συνταγματική.

Κατόπιν τούτου θεωρώ ότι οι απόψεις που διετύπωσα από τον Ιανουάριο 2016 μέχρι σήμερα φανερώνουν μια πλήρη αν και όλως τραγική δικαίωση επί του θέματος.

Συγκεκριμένα:

1. Επιβεβαιώθηκαν οι θέσεις που εξέθεσα στην Εισήγηση που έκανα τον Ιανουάριο 2016 στην κοινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Προέδρων και Κοσμητόρων των Θεολογικών Σχολών ως και των Προέδρων των Συλλόγων των Θεολόγων, ήτοι την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων και τον Σύνδεσμο Θεολόγων «Καιρόν», με την συμμετοχή του Σεβ. Μητροπολίτου Καισαριανής κ. Δανιήλ ως Προέδρου της Συνοδικής Επιτροπής επί της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου, παρόντος και του Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Θεοδώρου Παπαγεωργίου, όπως και στις θέσεις που εξέφρασα στην Εισήγηση ενώπιον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Μάρτιο του 2016.

Οι Εισηγήσεις αυτές έχουν δημοσιευθή εδώ.

2. Επαληθεύθηκα στο ότι αρνήθηκα δύο φορές να συμπεριληφθώ στην Επιτροπή διαλόγου της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) τόσο κατά την Συνεδρίαση της Ιεραρχίας του Μαρτίου του 2016, όσο και κατά την Συνεδρίαση της Ιεραρχίας του Οκτωβρίου 2016.

Επειδή μερικοί δεν καταλαβαίνουν ακόμη και τώρα γιατί αρνήθηκα να συμμετάσχω στην Επιτροπή αυτή του Διαλόγου, θέλω για ακόμη μια φορά να σημειώσω ότι διέκρινα ευθύς αμέσως ότι τα πράγματα λάμβαναν άλλη τροπή και θα έφθαναν στο σημείο αυτό που βρίσκονται σήμερα.

Διέγνωσα ότι για διαφόρους λόγους υπήρχε διάθεση μιάς άλλης λύσης και, φυσικά, δεν ήθελα να αναλάβω ευθύνη για όλα όσα θα ακολουθούσαν, τα οποία ήδη είχα εντοπίσει.

Είναι ενδεικτικό το ότι έγινε η διολίσθηση, από πλευράς εκκλησιαστικής, από την απόφαση να γίνη διάλογος πάνω στο προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα στην πρόταση για διάλογο από «μηδενική βάση» και στην συνέχεια στον διάλογο πάνω στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών.

Αυτό σε μένα έγινε αντιληπτό από την αρχή. Δεν ευθύνομαι αν άλλοι δεν το αντιλήφθησαν.

3. Έγιναν σε πολλούς φανερά τα όσα έγραψα σε διάφορα κείμενά μου για το Πρόγραμμα Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών, όχι μόνον ως προς την δομή του, αλλά και ως προς το περιεχόμενο του και κυρίως ως προς την βιβλιογραφία που χρησιμοποιείται.

Γιατί όταν σε όλο το Πρόγραμμα χρησιμοποιούνται κείμενα από βιβλία Κληρικών και Θεολόγων, οι οποίοι ευθύνονται για την αλλοίωση της ορθοδόξου πατερικής θεολογίας στην Ελλάδα, μέσα από τους οποίους εισήχθησαν στην ορθόδοξη θεολογία δυτικές απόψεις της λεγομένης νεορθοδοξίας και του μεταπατερισμού, τότε πράγματι υπάρχει έντονος προβληματισμός.
Ύστερα από τις τελευταίες εξελίξεις, όσοι ασχολούνται με το θέμα άμεσα με ερωτούν τι πρέπει να γίνη μετά τις δύο αποφάσεις του Σ.τ.Ε. για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Νομίζω ότι υπάρχουν δύο θέσεις.

Η πρώτη, ότι η δομή του Προγράμματος Σπουδών που ισχύει από τον Σεπτέμβριο του 2016 δεν μπορεί να βελτιωθή με την εναρμόνισή του προς τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε.. Γιατί αν, για παράδειγμα, η μηχανή ενός αυτοκινήτου είναι προβληματική, τότε δεν βελτιώνεται με εξωτερικές αλλαγές στο σκάφος του αυτοκινήτου, με προσθήκη διαφόρων εξωτερικών στοιχείων, όπως ωραία καθρεπτάκια, αλλαγή χρώματος κλπ.

Διαβάστε εδώ:  Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομος για τα Θρησκευτικά: «Μα δεν ντρέπονται όσοι το έκαναν αυτό;»

Η δεύτερη, ότι η συζήτηση της Εκκλησίας με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) πρέπει να γίνη πάνω στην βελτίωση του προηγουμένου Αναλυτικού Προγράμματος που κινείται μέσα στα Συνταγματικά και ευρωπαικά πλαίσια, όπως έχω αναλύσει επανειλημμένως.

Αυτό σημαίνει την άμεση επαναφορά των βιβλίων που ίσχυαν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016 και την έναρξη διαλόγου για την βελτίωσή τους, σύμφωνα με την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου του Ιανουαρίου 2016 και την απόφαση της Ιεραρχίας του Μαρτίου 2016. Η παράταση του χρόνου συζητήσεως και μάλιστα πάνω σε εσφαλμένη βάση, εκτρέπει την συζήτηση για την κατάρτιση ενός Προγράμματος που να είναι συμβατό με την παράδοση του τόπου μας και την συνταγματική επιταγή.

Το ότι πολλοί που ασχολούνται με το θέμα, δεν έχουν γνώση του σοβαρού αυτού αντικειμένου, φαίνεται από το γεγονός ότι κάνουν λόγο για τους «φακέλους του μαθητού», που κατά την διάρκεια του σχολικού έτους που διανύουμε εστάλησαν στα Σχολεία, με την προοπτική ότι θα εκδοθούν αργότερα τα βιβλία.

Όμως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν «φάκελοι μαθητού», αλλά, όπως χαρακτηρίζεται το υλικό που εστάλη στα Σχολεία, είναι «φάκελοι μαθήματος» (όχι φάκελοι μαθητού), ήτοι «έντυπο υλικό στα Θρησκευτικά» των διαφόρων τάξεων, τα οποία είναι οιονεί βιβλία. Επομένως, και η εσφαλμένη ορολογία ή δείχνει άγνοια του θέματος ή περικλείει κάποια σκοπιμότητα.

Τελικά, η εφαρμογή του Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Σχολεία φανερώνει ότι υπήρξε μια μεθόδευση, τόσο με λόγους όσο και με πράξεις, από διάφορες πλευρές.

Αν δεν γίνη αποδεκτή η πρόταση αυτή να γίνη ο διάλογος πάνω στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, τότε νομίζω ότι η Εκκλησία θα μπορούσε να απεμπλακή από τον περαιτέρω διάλογο και να αναλάβη την ευθύνη η Πολιτεία, η οποία άλλωστε χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως υπεύθυνη.

Με την ευκαιρία αυτή δημοσιοποιώ αφ’ ενός μεν το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 116/22-3-2018 έγγραφό μου που έστειλα στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την έκδοση της πρώτης αποφάσεως της Ολομελείας του Σ.τ.Ε., αφ’ ετέρου δε την έρευνα που έκανε ο συνεργάτης της Ιεράς Μητροπόλεως κ. Απόστολος Τσακούμης, Θεολόγος, πρώην Σχολικός Σύμβουλος και Διευθυντής του 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου, στην οποία παρατίθενται οι απόψεις των Μητροπολιτών και των Ιερών Μητροπόλεων πάνω στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών, μέχρι την έκδοση των αποφάσεων του Σ.τ.Ε.

1. Έγγραφό μου προς την Ιερά Σύνοδο

«Μακαριώτατε Πρόεδρε, Συνοδικοί Σύνεδροι,

Προάγομαι να αναφέρω στην Ιερά Σύνοδο ότι μετά την σημαντική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των Θρησκευτικών στα Δημοτικά και τα Γυμνάσια –αναμένεται δε και η απόφασή του για το μάθημα των Θρησκευτικών στα Λύκεια, που ενδεχομένως θα έχη το ίδιο περιεχόμενο– ως Εκκλησία έχουμε την ιστορική ευθύνη να λάβουμε σοβαρές αποφάσεις και να εφαρμόσουμε την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της 12ης Ιανουαρίου 2016 και την ομόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου του 2016.

Να θυμίσω ότι και στις δύο περιπτώσεις εισηγήθηκα το θέμα και οι προτάσεις μου έγιναν ομοφώνως αποδεκτές, στην πρώτη δε περίπτωση έγιναν αποδεκτές και από τους παρόντες Κοσμήτορες και Προέδρους των δύο Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Στις εισηγήσεις μου αυτές, οι οποίες δικαιώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού ανέλυσα το θέμα από απόψεως νομολογίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, των επιστημονικών δεδομένων και της εκκλησιαστικής προοπτικής, κατέληξα στο ότι υπάρχουν δύο μέθοδοι διδασκαλίας Θρησκευτικών, ήτοι η αναλυτική μέθοδος, που ίσχυε τότε και επί τη βάσει αυτής είχαν γραφή τα βιβλία, και η μέθοδος του Προγράμματος Σπουδών, επί τη βάσει της οποίας εγράφησαν τελικά οι φάκελοι που διδάσκονται σήμερα στα Σχολεία. Και η πρόταση που έγινε ομοφώνως αποδεκτή και από την Ιεραρχία και από τους εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών ήταν:

«Να επικεντρωθή το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα (το προηγούμενο πρόγραμμα) με την δική του μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθή προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών».

Η απόφαση αυτή της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου 2016 δεν κρίνεται ως μονομερής, αλλά ως ρεαλιστική και συνθετική όλων των τότε απόψεων και αποδεκτή από την συντριπτική πλειοψηφία των τάσεων που υπάρχουν στους θεολογικούς κύκλους.

Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι η Ιερά Σύνοδος πρέπει να στηρίξη την απόφαση του Ιανουαρίου και του Μαρτίου 2016, η οποία ήταν και η μόνη απόφαση της Ιεραρχίας –ενώ στις άλλες μεταγενέστερες Συνεδριάσεις της η Ιεραρχία έλαβε επιφυλακτική στάση– ώστε να επανέλθουν τα πράγματα στην ορθή τους βάση.

Γράφω ότι στις μεταγενέστερες Συνεδριάσεις η Ιεραρχία έλαβε επιφυλακτική στάση, έχοντας υπ’ όψη ότι στην Ιεραρχία της 27ης Ιουνίου 2017, μετά την εισήγηση του Μητροπολίτου Ύδρας κ. Εφραίμ, έγινε διεξοδική συζήτηση και διετυπώθησαν επιφυλάξεις εκ μέρους πολλών Αρχιερέων για την έγκριση των φακέλων. Ύστερα από τις συζητήσεις, η Ιεραρχία ενέκρινε την πρόταση του Αρχιεπισκόπου, που ήταν η ακόλουθη:

«Επομένως, η Επιτροπή διαλόγου θα συνεχίσει τον διάλογο με την Πολιτεία και θα παρακολουθεί την εξέλιξη των θεμάτων ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών. Έτσι, λοιπόν, σήμερα δεν θα πούμε ότι εγκρίνεται ή απορρίπτεται το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών, αλλά ότι η ΙΣΙ ενημερώθηκε από τα μέλη της Επιτροπής και τους ευχαριστούμε».

Επομένως, η Εκκλησία, κατά την γνώμη μου, θα πρέπει να συνεχίση τον διάλογο με την Πολιτεία, ύστερα μάλιστα και από την πρόσφατη απόφαση του Σ.τ.Ε. μόνον με βάση την ουσιαστική απόφαση της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου 2016, η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

Εάν παρ’ ελπίδα η υπεύθυνη Ηγεσία της Πολιτείας επιθυμεί διάλογο για την δήθεν βελτίωση των σημερινών φακέλων που εκφράζουν το Πρόγραμμα Σπουδών και καταδικάστηκαν από το Σ.τ.Ε., η Εκκλησία να απεμπλακή από αυτόν τον διάλογο που είναι ατελέσφορος και επικίνδυνος. Στην περίπτωση αυτή ας αναλάβη η Πολιτεία την ευθύνη, όπως η ίδια επιθυμεί και το διακηρύσσει ότι είναι υπεύθυνη, χωρίς η Εκκλησία να γίνη περαιτέρω μέρος του προβλήματος.

Το ότι το ισχύον Πρόγραμμα Σπουδών, όπως εκφράζεται από τους φακέλους που δεν βελτιώνονται με κανένα διάλογο όσο εποικοδομητικός και αν είναι, φαίνεται από τις κατά καιρούς δηλώσεις πολλών Ιεραρχών και του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου.
Με την ευκαιρία αυτή σας αποστέλλω τις δηλώσεις αυτές, όπως τις συγκέντρωσε ο Θεολόγος κ. Απόστολος Τσακούμης, πρ. Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων, συνεργάτης της Ιεράς Μητροπόλεώς μου.

Έγραψα τα ανωτέρω με πλήρη ευθύνη έναντι της ιστορίας, του Γένους και της Εκκλησίας, αλλά και της ευθύνης που έχουμε έναντι της νέας γενιάς.

Είμαι στην διάθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για περαιτέρω εξηγήσεις.

Επί τούτοις διατελώ

Ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος»

2. Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος για το μάθημα των Θρησκευτικών

Για το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία μετά την εισαγωγή του Νέου Προγραμμάτος Σπουδών έκαναν δηλώσεις ή διοργάνωσαν ή συμμετείχαν σε Συνέδρια οι εξής Σεβ. Μητροπολίτες, κατά χρονολογική σειρά της εκδήλωσης:

Φιλίππων Προκόπιος, Κυθήρων Σεραφείμ, Φθιώτιδος Νικόλαος, Κερκύρας Νεκτάριος, Κονίτσης Ανδρέας, Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμάς, Σιδηροκάστρου Μακάριος, Πειραιώς Σεραφείμ, Φλωρίνης Θεόκλητος, Γλυφάδας Παύλος, Γόρτυνος Ιερεμίας, Θηβών και Λεβαδείας Γεώργιος, Πατρών Χρυσόστομος, Μεσογαίας Νικόλαος, Χίου Μάρκος, Ηλείας Γερμανός, Βεροίας Παντελεήμων, Μαρωνείας Παντελεήμων, Νέας Σμύρνης Συμεών, Ξάνθης Παντελεήμων, Διδυμοτείχου Δαμασκηνός, Νέας Ιωνίας Γαβριήλ, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης και, βεβαίως, η ελαχιστότητά μου.

Πιθανόν να υπάρχουν και άλλοι Μητροπολίτες, που δεν εντόπισε η έρευνα.







tilegrafima.gr