Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Με μια παρέμβαση για τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας και την ευθύνη όσων υπηρετούν τον πολίτη, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος έδωσε το στίγμα του κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη Αγίου Δημητρίου. Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκαν οι άνθρωποι που χρειάζονται καθημερινή στήριξη: τα παιδιά, οι νέοι, οι οικογένειες που δοκιμάζονται και οι ηλικιωμένοι που βιώνουν τη μοναξιά.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
«Η δύναμη της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στην προβολή της, αλλά στην ικανότητά της να ενώνει τους ανθρώπους γύρω από την αγάπη του Χριστού», υπογράμμισε ο Μακαριώτατος, συνδέοντας την τιμητική διάκριση με το έργο των ενοριών, των κληρικών και των εθελοντών. Παράλληλα, προσδιόρισε το πεδίο συνεργασίας Εκκλησίας και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επισημαίνοντας ότι οι διακριτοί ρόλοι τους συναντώνται στην έμπρακτη φροντίδα του ανθρώπου.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, παρουσία εκπροσώπων της κυβέρνησης, του Κοινοβουλίου, της Αυτοδιοίκησης και της εκκλησιαστικής ηγεσίας. Η αναγόρευση αποφασίστηκε ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο, ως αναγνώριση της πολυετούς προσφοράς του Αρχιεπισκόπου στην Εκκλησία και την κοινωνία.
Την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης. Παρέστησαν, επίσης, ευρωβουλευτές, βουλευτές, εκπρόσωποι της Περιφέρειας, τοπικές αρχές, ακαδημαϊκοί, κληρικοί και λαϊκοί. Η εκδήλωση συνέπεσε με τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από την καθιέρωση των «Δημητρίων», του θεσμού που έχει συνδεθεί με την πνευματική και κοινωνική παρουσία της ενορίας.
Η τιμή στους ανθρώπους της Εκκλησίας
Παραλαμβάνοντας την τιμητική διάκριση, ο Αρχιεπίσκοπος ευχαρίστησε τον δήμαρχο Στέλιο Μαμαλάκη και το Δημοτικό Συμβούλιο, αποδίδοντας την αναγνώριση στο σύνολο της εκκλησιαστικής κοινότητας. Όπως ανέφερε, η τιμή αφορά τους κληρικούς και τους ανθρώπους της Εκκλησίας που εργάζονται καθημερινά, συχνά χωρίς δημοσιότητα, για να στηρίξουν τον συνάνθρωπο.
Στην αναφορά του στην ιστορία του Αγίου Δημητρίου, από το παλαιό Μπραχάμι έως τον σημερινό πολυάνθρωπο δήμο, στάθηκε στη σχέση της πόλης με την ενορία και τον ναό από τον οποίο έλαβε το όνομά της. Υπογράμμισε ότι την ταυτότητα ενός τόπου διαμορφώνουν οι ανθρώπινες σχέσεις, η πίστη, η αλληλεγγύη και η κοινή πορεία των κατοίκων του.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, τον οποίο χαρακτήρισε μία από τις πλέον δραστήριες και δημιουργικές ενορίες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Περιέγραψε την ενοριακή ζωή ως καθημερινό χώρο συνάντησης, πνευματικής καλλιέργειας και προσφοράς, με παρουσία που εκτείνεται πέρα από την τέλεση των ιερών ακολουθιών.
Στο πλαίσιο αυτό, συνεχάρη τον προϊστάμενο του ναού, π. Ματθαίο Χάλαρη, τους συνεφημερίους του, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, τους συνεργάτες και τους εθελοντές. Για τα τριάντα χρόνια των «Δημητρίων», σημείωσε ότι η πρωτοβουλία εξελίχθηκε σε θεσμό με ακτινοβολία πέρα από τα όρια της ενορίας και της πόλης, προσφέροντας ευκαιρίες προσευχής, γνώσης και επικοινωνίας.
Κοινό πεδίο η κοινωνική στήριξη
Το σαφέστερο μήνυμα της ομιλίας του αφορούσε τη συνεργασία με την Αυτοδιοίκηση. Ο Αρχιεπίσκοπος αναγνώρισε τις διαφορετικές αποστολές των δύο θεσμών, προσδιορίζοντας συγκεκριμένα τις ανάγκες που απαιτούν κοινή κινητοποίηση: τη στήριξη του παιδιού, τον προσανατολισμό του νέου, τη βοήθεια στην οικογένεια και τη φροντίδα του ηλικιωμένου.
Η αναφορά αυτή έδωσε κοινωνικό περιεχόμενο στην τελετή αναγόρευσης. Ο Μακαριώτατος συνέδεσε την ευθύνη των θεσμικών εκπροσώπων με την προσφορά, τονίζοντας ότι εκεί δοκιμάζεται στην πράξη η εμπιστοσύνη που τους δείχνει η κοινωνία.
Αντίστοιχο ήταν το μήνυμα του δημάρχου Στέλιου Μαμαλάκη, ο οποίος υπογράμμισε πως κανένας πολίτης δεν πρέπει να αισθάνεται μόνος και κανένας αδύναμος να μένει χωρίς υποστήριξη. Αναφέρθηκε στη συνεργασία του δήμου με τις ενορίες και στη συμβολή τους στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Ο κ. Μαμαλάκης χαρακτήρισε την αναγόρευση έκφραση ευγνωμοσύνης για τη διαρκή μέριμνα του Αρχιεπισκόπου. Εξήρε τη μόρφωση, τη νηφαλιότητα και τον ενωτικό του λόγο, καθώς και την παρουσία της Εκκλησίας στις οικονομικές και κοινωνικές δοκιμασίες των τελευταίων ετών.
Ξεχωριστή θέση στην προσφώνησή του είχε το έργο του φιλανθρωπικού οργανισμού «ΑΠΟΣΤΟΛΗ», με αναφορές στη στήριξη ευάλωτων ανθρώπων, πολύτεκνων οικογενειών και ηλικιωμένων. Ο δήμαρχος συνέδεσε αυτή τη δραστηριότητα με την αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου στην κοινωνία, ενώ στάθηκε και στους δεσμούς των «Δημητρίων» με τον απόδημο Ελληνισμό.
Η αναφορά Κατσιάρα στην ηπιότητα του Ιερωνύμου
Για την προσωπικότητα και τη διακονία του τιμώμενου μίλησε ο γενικός διευθυντής της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αλέξανδρος Κατσιάρας. Στην ομιλία του επικεντρώθηκε στον τρόπο με τον οποίο ο Ιερώνυμος ασκεί τα καθήκοντά του κατά τα δεκαοκτώ χρόνια της αρχιεπισκοπίας του.
Αναφέρθηκε στα συσσίτια, στις δομές φροντίδας ανθρώπων που πάσχουν από Αλτσχάιμερ και στις πρωτοβουλίες για θεσμικά ζητήματα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρουσίας του βρίσκεται στην επιλογή του να παραπέμπει στον Χριστό και να αποφεύγει την ταύτιση της Εκκλησίας με το πρόσωπό του.
Ο κ. Κατσιάρας έδωσε ιδιαίτερο βάρος και στην κριτική που έχει δεχθεί κατά καιρούς ο Αρχιεπίσκοπος για την αποφυγή δημόσιων συγκρούσεων. Κατά την προσέγγισή του, η ηπιότητα και η αυτοσυγκράτηση μπορούν να εκφράζουν συνειδητή στάση απέναντι στην εξουσία και στην προσωπική αντιπαράθεση.
Επισήμανε, πάντως, ότι η στάση αυτή συνοδεύεται από την ευθύνη προστασίας του αδύναμου και παρέμβασης όπου χρειάζεται. Περιέγραψε την υπομονή, την ακρόαση και τη διάθεση παραχώρησης χώρου στους συνεργάτες και στους πιστούς ως στοιχεία της ποιμαντικής παρουσίας του Ιερωνύμου.
Στην τελετή παρέστησαν οι Μητροπολίτες Κορίνθου Παύλος και Θαυμακού Ιάκωβος, καθώς και οι Επίσκοποι Ευρίπου Χρυσόστομος, Χριστουπόλεως Βαρνάβας, Επιδαύρου Νικόδημος, Ταλαντίου Θεολόγος και Νεοχωρίου Χριστόδουλος. Παρών ήταν επίσης ο γενικός αρχιερατικός επίτροπος, πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Παπαμικρούλης.
Τον Αρχιεπίσκοπο συνόδευαν ο διευθυντής του Γραφείου του, Ιωάννης Σ. Τσούρας, και ο αρχιδιάκονος Δημήτριος Φωκιανός. Κλείνοντας την ομιλία του, ο Μακαριώτατος ευχήθηκε υγεία, ειρήνη και δύναμη στις οικογένειες της πόλης, καλώντας όλους να πορεύονται με ενότητα, ταπείνωση και αγάπη.
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης
Ολόκληρη η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου
Με ιδιαίτερη συγκίνηση και αισθήματα ειλικρινούς ευγνωμοσύνης δέχομαι σήμερα την τιμητική αυτή διάκριση, με την οποία ο Δήμος Αγίου Δημητρίου με υποδέχεται στην οικογένεια των δημοτών του. Ευχαριστώ θερμά τον Δήμαρχο, κύριο Στέλιο Μαμαλάκη, και το Δημοτικό Συμβούλιο για την ομόφωνη απόφασή τους, καθώς και για τους τόσο θερμούς λόγους που ακούστηκαν προηγουμένως. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να θεωρήσω ότι η σημερινή τιμή δεν απευθύνεται τόσο στο πρόσωπό μου, όσο στην Εκκλησία μας, στους κληρικούς και στους ανθρώπους της, που καθημερινά, αθόρυβα και με αγάπη, προσπαθούν να διακονήσουν τον συνάνθρωπο.
Ο Άγιος Δημήτριος είναι ένας τόπος με ιδιαίτερη ιστορία και ταυτότητα. Μια πόλη που μεγάλωσε μαζί με τους ανθρώπους της, με τους κόπους, τις αγωνίες και τις ελπίδες τους. Από το παλαιό Μπραχάμι έως τον σημερινό πολυάνθρωπο Δήμο, η παρουσία της Εκκλησίας υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της ζωής αυτής της κοινωνίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο τόπος έλαβε το όνομά του από τον Άγιο και τον Ναό του. Είναι μία όμορφη υπενθύμιση ότι η ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο με κτίρια και δρόμους, αλλά κυρίως με τις σχέσεις των ανθρώπων, την πίστη, την αλληλεγγύη και την κοινή τους πορεία.
Ιδιαίτερη χαρά αισθάνομαι διότι η σημερινή εκδήλωση πραγματοποιείται μέσα στον ιστορικό Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, σε μία από τις πλέον δραστήριες και δημιουργικές ενορίες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Εδώ η ενοριακή ζωή δεν περιορίζεται στην τέλεση των ιερών Ακολουθιών, αλλά γίνεται καθημερινή μαρτυρία πίστεως, τόπος συνάντησης, πνευματικής καλλιέργειας, προσφοράς και κοινωνίας προσώπων.
Και είναι ιδιαίτερα ευτυχής η συγκυρία ότι εφέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την καθιέρωση των «Δημητρίων». Τριάντα χρόνια μιας σπουδαίας πνευματικής προσπάθειας, η οποία ξεκίνησε από την αγάπη για τον προστάτη Άγιο και εξελίχθηκε σε έναν θεσμό με ακτινοβολία πολύ πέρα από τα όρια της ενορίας και της πόλης. Τα «Δημήτρια» αποδεικνύουν ότι μια ζωντανή ενορία μπορεί να ανοίγει την αγκαλιά της στον κόσμο, να συνομιλεί με τις αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου και να προσφέρει ευκαιρίες προσευχής, γνώσης, προβληματισμού και ουσιαστικής επικοινωνίας.
Θέλω, με την ευκαιρία αυτή, να συγχαρώ και να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως τον προϊστάμενο του Ιερού Ναού, αγαπητό πατέρα Ματθαίο Χάλαρη, τους συνεφημερίους του, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τους συνεργάτες και τους πολυάριθμους εθελοντές. Η προσφορά τους μας υπενθυμίζει ότι η δύναμη της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στην προβολή της, αλλά στην ικανότητά της να ενώνει τους ανθρώπους γύρω από την αγάπη του Χριστού.
Αγαπητέ κύριε Δήμαρχε,
Η σημερινή διάκριση μου δίνει την ευκαιρία να υπογραμμίσω και κάτι ακόμη. Η Εκκλησία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχουν διαφορετική αποστολή και διακριτούς ρόλους, συναντώνται όμως καθημερινά στο ίδιο πρόσωπο: στον άνθρωπο. Στο παιδί που χρειάζεται στήριξη, στον νέο που αναζητεί προσανατολισμό, στην οικογένεια που δοκιμάζεται, στον ηλικιωμένο που αισθάνεται μόνος. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πεδίο της συνεργασίας μας. Και εκεί καλούμαστε όλοι να αποδεικνύουμε ότι η ευθύνη που μας εμπιστεύθηκαν οι άνθρωποι είναι πρωτίστως ευθύνη προσφοράς.
Σας ευχαριστώ και πάλι από καρδιάς για την αγάπη σας. Από σήμερα αισθάνομαι ακόμη περισσότερο συνδεδεμένος με την πόλη σας, την οποία άλλωστε πάντοτε θεωρούσα μέρος της μεγάλης πνευματικής οικογένειας της Αρχιεπισκοπής μας.
Εύχομαι ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, ο προστάτης και πολιούχος σας, να σκέπει τον Δήμο, τους άρχοντες και όλους τους κατοίκους του. Να χαρίζει στις οικογένειές σας υγεία, ειρήνη και δύναμη και να μας εμπνέει όλους να πορευόμαστε με ενότητα, ταπείνωση και αγάπη.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Ολόκληρη η ομιλία του Αλέξανδρου Κατσιάρα
Μακαριώτατε,
Ἡ σημερινή σύναξη γιά τήν ἀναγόρευσή σας σέ ἐπίτιμο δημότη τοῦ Δήμου Ἁγίου Δημητρίου συμπίπτει μέ τή συμπλήρωση 30 ἐτῶν τῶν «Δημητρίων». Τά «Δημήτρια», όπως γνωρίζετε, εἶναι πολυήμερες ἑορταστικές ἐκδηλώσεις, πού καλύπτουν τόν μῆνα Ὀκτώβριο, μέ κέντρο τήν κυριώνυμη ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ προστάτου τῆς ἐνορίας καί ὀνοματοδότη τοῦ Δήμου, μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου. Ἀφορμήὑπῆρξε ἡ παράδοση, ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα τόνΒ´, τμήματος τοῦ χαριτόβρυτου καί μυροβλύζοντος ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ἉγίουΔημητρίου. Ἀξίζουν συγχαρητήρια στούς διοργανωτές τῆς ἐκδηλώσεως, ἰδιαίτερα δέ στόν Δήμαρχο κ. Στυλιανό Μαμαλάκη, καθώς καί στόνἐμπνευστή τῶν «Δημητρίων», π. ΜατθαῖοΧάλαρη, Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο τῆς περιοχῆς Ἁγίου Δημητρίου.
Κύριε Δήμαρχε
Σεβαστέ μου πατέρα Ματθαίε,
Σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, συνηθίζεται ἡ συνοπτική ἤ και ἡ ἐκτενέστερη σκιαγράφηση τῆς βιογραφίας τοῦ τιμωμένου. Ἡ παρουσίαση τῆςδιακονίας τοῦ Μακαριωτάτου, ἐκ μέρους μου,εἶναι ἔργο τιμητικό μέν, ἀλλά καί δύσκολο, καθόσον δέν πρόκειται γιά μιά κοσμική προσωπικότητα. Ἄν ἐπιχειροῦσα μιά βιογραφική ἀναφορά, εἶμαι βέβαιος πώς θά ἦταν ἐλλιπής καίἐκκλησιαστικά παράταιρη, ἀπό θεολογικής απόψεως
Θά ἀναζητήσω λοιπόν τό στοιχεῖοἐκεῖνο πού προσδίδει στόν Μακαριώτατο τήνἐκκλησιαστική του ταυτότητα.
Στά δεκαοκτώ χρόνια τῆς ἀρχιεπισκοπίας του, ἡ διακονία τοῦ Μακαριωτάτου ἔλαβε πολλές συγκεκριμένες μορφές σέ πολλαπλά ἐπίπεδα: ἀπό τά συσσίτια καί τίς πρόσφατες δομές φροντίδας γιά ἀνθρώπους πού πάσχουν ἀπό Ἀλτσχάιμερ ἕως τήν ἀντιμετώπιση ἐκκρεμῶν θεσμικῶν ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας, μέ δικές του πρωτοβουλίες. Καί ὅλα αὐτά σέ μιά περίοδο κατά τήν ὁποία ἡ ἑλληνική κοινωνία δοκιμάστηκε ἀπό οἰκονομικές, κοινωνικές καίὑγειονομικές κρίσεις.
Ὡστόσο, ἡ ἀποκλειστική ἀπαρίθμηση ἔργων καί ἀποτελεσμάτων ἐνέχει ἕναν κίνδυνο: νά ἀξιολογήσουμε τόν Ἀρχιεπίσκοπο μέ κριτήρια χρησιμότητας καί ἀποτελεσματικότητας πού δέν συνάδουν μέ τό εὐαγγελικό ἦθος, καθότι « και αν όσα έπρεπε να πράξετε, τα πράξατε, και τότε να λέτε ότι είστε δούλοι αχρείοι «(Λουκ. 17,10) Ἐξάλλου, τάἔργα βελτιώνουν μέν τό βιοτικό ἐπίπεδο, ἀλλά δέν σώζουν τόν ἄνθρωπο.
Ἐπιπλέον, ἀντίστοιχα ἔργα μποροῦν νάἐπιτελοῦνται ἀπό κοινωνικούς φορεῖς, ὀργανισμούς ἤ ἄλλους θρησκευτικούς ἡγέτες. Ἑπομένως αὐτά δέν μποροῦν νά προσδώσουν στήν ἐκκλησιαστική του ταυτότητα τή μοναδικότητά της. Πρόσφερε λοιπόν κάτι πέρα ἀπόαὐτά; Καί αν ναί, τί εἶναι ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τή δική του παρουσία;
Εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖ τή διακονία του. Ὁ τρόπος αὐτός δέν ἐπισκιάζει τόν Χριστό, οὔτε ἐξαρτᾶ τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό πρόσωπό του. Πρόκειται γιά μιά διάκριση καθοριστική, διότι ἀφορᾶ ὄχι ἁπλῶς τό ὕφος τῆςδιοίκησης, ἀλλά κυρίως τήν ἴδια τήν κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀποστολῆς της στόν κόσμο.
Μέ τόν βίο καί τήν πολιτεία του, ὁ Μακαριώτατος ὑπενθυμίζει μιά θεμελιώδη ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας: ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀτομοκεντρική. Δέν ἀντλεῖ τή ζωή της ἀπό τήν ἀτομική γοητεία, τίς όποιες ἱκανότητες ἤ τήν ἰσχύ τῶν εκάστοτε «ἡγετῶν» της, ἀλλά ἀποκλειστικά καί μόνο ἀπό τόν Χριστό, τήν κεφαλή της.
Ἡ οὐσιώδης αὐτή στάση τοῦ Μακαριωτάτου μπορεῖ νά περιγραφεῖ μέ μία λέξη: παραπεμπτικότητα. Ὁ ἐπίσκοπος καλεῖται νά μήν προβάλλει τόν ἑαυτό του ὡς τελικό σημεῖο ἀναφορᾶς, ἀλλά νά παραπέμπει διαρκῶς στόν Χριστό. Καλεῖται νά εἶναι ἕνας ἄγραφος πίνακας, ἐπί τοῦ ὁποίου θά προβάλλει ἀνόθευτος ὁ Χριστός – διότι, ἡ τιμή πρός τό πρωτότυπον διαβαίνει!
Ἡ παραπεμπτικότητα αὐτή δέν ἀφορᾶ μόνο τό ἐκκλησιαστικό λειτούργημα ἐντός τῆς λατρευτικῆς πράξης. Ἀγγίζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κατανοοῦμε τόν ἄνθρωπο, τήν ἱστορία, ἀκόμη καί τήν καθημερινότητά μας. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία δέν ἀντιμετωπίζει τήν ἱστορία ὡς μιά αὐτόνομη κίνηση, ἀποκομμένη ἀπό τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στό κέντρο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ Ἐνανθρώπηση δέν ἀποτελεῖ μιά ἐκ τῶν ὑστέρων προσθήκη στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά φανερώνει τόν προαιώνιο προορισμό τοῦ ἀνθρώπου γιά κοινωνία μαζί Του. Αὐτή ἡ ἀναφορά ἔδινε ἐπί αἰῶνες νόημα στήνἀνθρώπινη ὕπαρξη, στήν ἱστορική της διαδρομή.
Στόν σύγχρονο κόσμο, ἀντίθετα, ἡ ἀναφορά σέ κάτι πέρα ἀπό τόν ἑαυτό μας ὑποχωρεῖ ὅλο καί συχνότερα μπροστά στήν αὐτοαναφορικότητα. Ἡ ἐκμηχάνιση καί ἡ βιομηχανοποίηση ἐνίσχυσαν αὐτή τή μετατόπιση, ἐνῶ ἡ ψηφιακή τεχνολογία τήν κατέστησε ἰδιαίτερα ἐμφανῆ. Συχνά δέν προβάλλουμε κἄν τόν βιολογικό ἑαυτό μας, ἀλλά τήν ψηφιακή του εἰκόνα, δηλαδή ἕνα εἴδωλο, πού εἶναι κατ᾽ οὐσίαν εἴδωλον εἰδώλου, γιά νά θυμηθοῦμε τόν Πλάτωνα (Πολιτεία, 598e-599b).
Ἐδῶ τίθεται ἐκ νέου τό ἐρώτημα τῆς ἀνθρώπινηςταυτότητας. Τί κάνει τόν ἄνθρωπο ἄνθρωπο;
Ἀπό θεολογικῆς ἀπόψεως, ὁ ἄνθρωπος δέν προσδιορίζεται ἀπό τίς ψυχολογικές του ἰδιότητες, τίς δεξιότητες, τίς ἠθικές του ἐπιδόσεις ἤ τήν κοινωνική του δράση, ἀλλά ἀπό τή σχέση μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἄλλον. Διά τοῦ Χριστοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ ἄνθρωπος μετέχει στή σχέση τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα. Ο ἴδιος ὁ Χριστός, μέ κάθε λόγο καί πράξη Του, παραπέμπει στόν Πατέρα. Τό πρόσωπο, ἑπομένως, δέν ὑπάρχει ὡς αὐτάρκης ἀτομικότητα. Ὑπάρχει μόνον ἐν σχέσει.
Ὑπ᾽ αὐτό τό πρίσμα ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἡ στάση τοῦ Μακαριωτάτου καί ἀπέναντι στήν ἐξουσία. Δέν ἐμφανίζεται ὡς ἐπιθετικός ἡγέτης, ἕτοιμος νά συγκρουστεῖ γιά νά ἀποδείξει τήν ἰσχύ του. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὁρισμένοι τόν χαρακτήρισαν ἀδύναμο ἤ παθητικό, ἀπόντα καί ἄφωνο. Τέτοιου εἴδους χαρακτηρισμοί, ὅμως, προϋποθέτουν ἕνα κοσμικό μέτρο ἀξιολόγησης, πού συνδέει τήν ἡγεσία μέ τήν ἐπιβολή, τή διαρκῆ παρέμβαση καί τό ἄμεσα μετρήσιμο ἀποτέλεσμα. Ἡ στάση αὐτή θεμελιώνεται στή βούληση γιά δύναμη, πού ὡς ἰδέα ξεκινᾶ ἀπότόν ἱερό Αὐγουστῖνο καί κατά τόν 19ο αἰῶνα λαμβάνει καί φιλοσοφική διατύπωση, πρῶτα ἀπό τόν Σοπενχάουερ καί κατόπιν ἀπό τόν Νίτσε. Ἔτσι, διαμορφώθηκε σταδιακά μιά ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία συνδέει τήν ὕπαρξή του μέ τήν αὐτοεπιβεβαίωση καί τήν ἐπιβολή. Συχνά θεωροῦμε ἰσχυρό ἐκεῖνον πού ἐξουδετερώνει τόνἀντίπαλο καί ἐκλαμβάνουμε τή σιωπή ὡς ἀπουσία, τήν ὑπομονή ὡς ἀδράνεια καί τήν αὐτοσυγκράτηση ὡς ἀδυναμία.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅμως, μέ τόν τρόπο πού διακονεῖ, παραπέμπει στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, πού προτείνει ἕναν διαφορετικό τρόπο ὑπάρξεως. Ἡ Ἐκκλησία συγκροτεῖται ὡς σῶμα Χριστοῦ, ὄχι ὡς μηχανισμός κυριαρχίας. Ἡ δύναμή της εἶναι ἡ δύναμη τῆς κοινωνίας, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, στούς πειρασμούς στην έρημο καί ἐπάνω στόν Σταυρό, καλεῖται νά ἀποδείξει τή θεότητά Του μέ ὅρους ἰσχύος: «εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ». Αλλά δέν τό πράττει. Δέν θέλει μιά πίστη ἐξ ἀνάγκης ἤ ἀπό πειθώ. Δέν ἐξαναγκάζει τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει, δέν τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἐλευθερία οὔτε τή δυνατότητα νά Τόν ἀρνηθεῖ. Ἡ ἀλήθεια Του Χριστού προσφέρεται ὄχι ὡς ἐπιβολή, ἀλλά ὡς πρόσκληση σέ σχέση, μέ ὅρους ἀγάπης καί ἐλευθερίας. Ἀκριβῶς γι’ αὐτόεἶναι μονόδρομος ἡ κένωση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ παραίτησή της ἀπό κάθε κοσμικό προνόμιο. Ὁ Σταυρός, καί ὄχι ἡ διεκδίκηση ἤ ἀντιδικία, παραμένει τό ἀποφασιστικό κριτήριο γιά τήνἄσκηση κάθε ἐκκλησιαστικῆς εὐθύνης, δεδομένου ὅτι ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κενωτική καί σταυρική.
Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπῆρξε ποτέ θριαμβευτική μέ τήν κοσμική ἔννοια. Εἶναι μαρτυρική. Ὁ Χριστός δέν ὑποσχέθηκε στούς μαθητές Του κοσμική και κοινωνική κυριαρχία. Τούς προειδοποίησε ὅτι θά ἀντιμετωπίσουν τήν ἴδια ἄρνηση, τήν ἴδια ἀπόρριψη, τόν ἴδιο διωγμό πού ἀντιμετώπισε καί Ἐκεῖνος.
Τό παράδοξο τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος ἤ τό σκάνδαλο τοῦ Σταυροῦ βρίσκεται ἀκριβῶς σέ αὐτό πού θά λέγαμε «ἀφανῆ, ἤπια, δύναμη τῆς ἀγάπης». Αὐτή τήν ἀγάπη ὁ κόσμος τήν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀδυναμία, ἐπειδή δέν ἐξουσιάζει τόν ἄλλον. Δείχνει εὐάλωτη, καθώς ἀφήνει χῶρο στήν ἐλευθερία του. Ἡ βούληση γιά κυριαρχία, ἀντιθέτως, ἀντιμετωπίζει τόν συνάνθρωπο ὡς μέσο αὐτοεπιβεβαίωσης. Δέν πρόκειται απλώς γιά δύο διαφορετικούς τρόπους ἄσκησης τῆς ἐξουσίας, ἀλλά γιά δύο διαφορετικούς τρόπους ὑπάρξεως.
Σέ αὐτήν τήν προοπτική, ἡ ἀποφυγή τῆς σύγκρουσης ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο δέν συνιστᾶ ἀδυναμία. Μπορεί να ´εκφράζει ἄρνηση αποδοχής τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἰσχύος: δηλαδή νά μή μετατρέπει κάθε διαφωνία σέ προσωπική ἀντιπαράθεση καί τόν θεσμό σέ προέκταση τῆς ἀτομικότητάς του. Ἐπειδή δέν ἐπιδιώκει νά καταστεῖ ὁ ἴδιος τό κέντρο, ἀφήνει χῶρο στούς συνεργάτες του, στούς πιστούς καί, πρώτιστα, στόν Θεό. Ἔχει τήν ὑπομονή νά ἀκούει, νά περιμένει, νά προβληματίζεται, σέ μιά ἐποχή πού ἐπιβραβεύειτή βεβαιότητα, τήν ἀκαριαία ἀντίδραση καί τήν ἀδιάκοπη αὐτοπροβολή και δημοσιότητα.
Ἡ ἠρεμία αὐτή του Μακαριωτάτου μπορεῖ νά παρερμηνευθεῖ ἀπό ὅσους ἀναζητοῦν ἐντυπωσιακές κινήσεις καί διαρκεῖς δημόσιες ἀντιπαραθέσεις. Ὡστόσο, ἡ ἱκανότητά του νά μή διεκδικεῖ τήν τελευταία λέξη ἀποτελεῖ συχνά ἔνδειξη βαθύτερης ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας καί ἀληθινῆς δύναμης. «Ἡ δύναμις ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ἡ ἐκκλησιαστική μαρτυρία δέν ταυτίζεται μέ τόν κοσμικό θρίαμβο. Ἡ διάκριση αὐτή εἶναι οὐσιώδης, ἐπειδή ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας δέν μετριέται μόνον ἀπό τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν παρεμβάσεών της, ἀλλά καί ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διαφυλάσσει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί ἀξιοπρέπεια.
Ἡ ἠπιότητα καί ἡ σιωπή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δέν σημαίνουν παραίτηση ἀπό τήν εὐθύνη. Κάθε ἐκκλησιαστικός ἄνδρας ὀφείλει νά προστατεύει τόν ἀδύναμο, νά παρεμβαίνει καί νά διακρίνει ὅσα ὁδηγοῦν στήν ὄντως ζωή ἀπό ὅσα ὁδηγοῦν στόν θάνατο, μέ τόν τρόπο ὅμως πού παρενέβη ὁ Χριστός στήν ἱστορία.
Αὐτό, πιστεύω, φωτίζει καί τή βαθύτερη σημασία τῆς σημερινῆς τιμῆς. Δέν ἀναγνωρίζουμε μόνον ὅσα ὁ Μακαριώτατοςἔπραξε, ἀλλά καί ὅσα κυρίως ἐπέλεξε νά μήν πράξει: δηλαδή νά μήν ταυτίσει τήν Ἐκκλησία μέ τόν ἑαυτό του, νά μήν ὑποκύψει στή γοητεία τῆς διαρκοῦς προβολῆς, νά μή σταθεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί στόν Χριστό.
Ἡ σημερινή τιμή ἐκ μέρους τοῦ Δήμου Ἁγίου Δημητρίου συμβολίζει μιά θέση στήν ἱστορία καί στή μνήμη τῆς πόλης. Στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, αὐτή ἡ θέση ἀποκτήθηκε μέσα ἀπό μιά διακονία ἡ ὁποία διαφύλαξε τό οὐσιῶδες: την μη προβολή ενός παντοδύναμου εαυτού, αλλά την προβολή του προσώπου του Χριστού ως του έχοντος τον τελευταίο λόγο. Μιά διακονία πού δέν περιορίζεται στόν λόγο καί στή δράση, ἀλλά περιλαμβάνει ἐξίσου τή σιωπή, τήν ταπείνωση καί τή σταυρική αὐταπάρνηση.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας !























