Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Στις 28 Οκτωβρίου του 1957 και στην πανηγυρική συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών για την επέτειο του έπους του ΟΧΙ των Ελλήνων και του θριάμβου τους κατά των ανάνδρων φασιστών εισβολέων, ομιλητής ήταν ο κατά το 1946 Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και προσωρινός πρωθυπουργός Παναγιώτης Πουλίτσας. Θέμα του ήταν το «Τί ανταπέδωκαν ημίν;» οι σύμμαχοι.
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Μεταξύ των διδαγμάτων, που θα έπρεπε να συναγάγουν οι Έλληνες από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παν. Πουλίτσας σημείωσε ότι ήταν η μετά τον πόλεμο προς αυτούς διαγωγή των ισχυρών της Γης.
Και εξήγησε (Σημ. μεταφορά στην καθομιλουμένη): « Ενώ από της ενάρξεως και καθ΄ όλη τη διάρκειά του εξυμνούσαν μέχρις εβδόμου ουρανού την προβληθείσα αντίσταση και τα περίλαμπρα πολεμικά κατορθώματα της Ελλάδος και ομολογούσαν την από την προβληθείσα αντίστασή Της επελθούσα ευνοϊκή υπέρ τους τροπή του πολέμου, αναγνώριζαν τις βαρύτατες θυσίες Της και με μελιστάλακτους και πομπώδεις λόγους υπόσχονταν την μετά τη λήξη του πολέμου πλήρη ικανοποίηση των δικαίων εθνικών αξιώσεών Της, μετά τον πόλεμο οι ύμνοι εσίγησαν και οι υποσχέσεις λησμονήθηκαν τελείως».
Και εξηγεί ο Παν. Πουλίτσας ότι η, μετά τη νίκη των Ελλήνων επί των φασιστικών στρατευμάτων της Ιταλίας, απελευθερωθείσα για τρίτη φορά Βόρειος Ήπειρος, με την δια της ισχύος των ισχυρών της Γης επιβολή της θέλησης των, επανήλθε πάλι υπό τον ζυγό της δουλείας, ο οποίος μάλιστα υπό το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, κατέστη ακόμη περισσότερο αμείλικτος και φρικτότερος και απείλησε με ολοκληρωτική εξόντωση τον απομείναντα πολυπαθή και μαρτυρικό ελληνικό, ελληνικότατο, λαό της. Τα όσα είπε το 1957 ο Παν. Πουλίτσας ισχύουν και σήμερα και με το, υποτίθεται, δημοκρατικό καθεστώς της Αλβανίας.
Εξίσου χειρίστη ήταν η κατά την μεταπολεμική περίοδο στάση των Άγγλων στην Μεγαλόνησο Κύπρο. Είπε στην ομιλία του, το 1957, ο Παν. Πουλίτσας (Μετ. στην καθομιλουμένη): «Εις δε τον δικαιότατο πόθο της αυτοδιαθέσεως του επίσης ελληνικότατου και περιουσίου λαού του άλλου προσφιλέστατου και πολυπόθητου ακραίου τμήματος της Ελληνικής Πατρίδας, της μεγαλονήσου Κύπρου, αντιτάσσεται πεισματική η άρνηση της κατέχουσας Αυτήν δύναμης. Προς υποστήριξη αυτής της άρνησης (Σημ. γρ. Από τους «πολιτισμένους» κατακτητές της) γίνεται χρήση παντός αθέμιτου μέσου, που προκαλεί την εύλογη αγανάκτηση κάθε έντιμου και φιλελευθέρου ανθρώπου, ενώ οι άλλες συμμαχικές δυνάμεις και τα αυτοαποκαλούμενα φιλελεύθερα κράτη – από των κυβερνήσεων των οποίων πρέπει πάντοτε να ξεχωρίζονται οι λαοί τους- νίπτουν, όπως ο Πιλάτος, τα χέρια τους. Η στάση τους θυμίζει τη σύσταση του ψαλμωδού, « μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιοίς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία», κάτι που επανέλαβαν για τους Έλληνες οι Ρήγας Βελεστινλής, Διονύσιος Σολωμός, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Καποδίστριας.
Η εθνική συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου έχει γαλβανιστεί επί οκτακόσια χρόνια, από την καταπιεστική εξουσία που υπέστησαν. Όλοι οι κατακτητές, Άραβες, Σταυροφόροι, Φράγκοι, Οθωμανοί και Άγγλοι θέλησαν να αλλάξουν τη συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου. Δεν τα κατάφεραν γιατί αντιμετώπισαν τον ηρωισμό τους και την εκούσια επιλογή τους να υποστούν ταπεινώσεις, φρικτά βασανιστήρια και μαρτυρικό θάνατο παρά να αλλαξοπιστήσουν.
Κατά τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο εντάθηκε η θέληση των Ελλήνων της Κύπρου για αυτοδιάθεση και ένωσή τους με την Ελλάδα. Το 1925 η Αγγλία κήρυξε επίσημα τη Μεγαλόνησο «αποικία» και έπραττε ό, τι μπορούσε για να κάμψει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων. Σε απάντηση το 1931 εξερράγη λαϊκή επανάσταση, η οποία πνίγηκε στο αίμα από τους αποικιοκράτες. Επειδή οι Άγγλοι θεώρησαν ως πρωταίτιους της εξέγερσης τους Μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημο και Κυρηνείας Μακάριο, τους συνέλαβαν και τους εξόρισαν. Επίσης κατάργησαν όλες τις ελευθερίες, επέβαλαν να μη διδάσκεται στα σχολεία η ελληνική ιστορία και απαγόρευσαν ακόμη και να κτυπάνε οι καμπάνες. Το 1933 απεβίωσε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Γ΄ και η αγγλική διοίκηση επέβαλε να μην εκλεγεί άλλος. Για την περίοδο 1933-1947 η Εκκλησία της Κύπρου είχε μόνον έναν Μητροπολίτη, τον Πάφου Λεόντιο…
Μεταπολεμικά και μετά τον ηρωισμό των Ελλήνων – Ελλαδιτών και Κυπρίων – κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την επέμβαση των Άγγλων στον Εμφύλιο πόλεμο υπέρ των δημοκρατικών δυνάμεων και κατά των κομμουνιστών επικράτησε μια αίσθηση ότι θα επαναληφθεί η ενέργεια του 1864, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο, εν όψει της αφίξεως του βασιλιά Γεωργίου Α΄ παραχώρησε στην Ελλάδα τα υπό την κατοχή του Ιόνια νησιά. Πιστεύτηκε ότι εν όψει του Δημοψηφίσματος για την επιστροφή του Γεωργίου του Β΄ θα επανελάμβανε στην Κύπρο αυτό που έπραξε για τα Επτάνησα.
Την ελπίδα επέτεινε η τότε δήλωση του Υφυπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Sir Orme Sargent, στην οποία σημείωσε:
«Η απαίτηση για την Κύπρο συνιστά μια από τις βασικές γραμμές επίθεσης εναντίον της θέσης μας στην Ελλάδα. Η παραχώρησή της θα αποστερούσε [ από τους κομμουνιστές] αυτό το χρήσιμο όπλο και θα ισχυροποιούσε τη θέση του Αντιβασιλέως [Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού] και των δυνάμεων που μας ευνοούν […]. Πιθανότατα θα υποχρεωθούμε να απογοητεύσουμε όλες τις υπόλοιπες εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδος εκτός από τα Δωδεκάνησα (Σημ. γρ., τα οποία πάντως δεν ανήκαν στους Άγγλους, αλλά στους ηττημένους Ιταλούς και ουδέν επομένως αυτοί θα έχαναν με την απελευθέρωσή τους…).
Η προσάρτηση της Κύπρου (στην Ελλάδα) θα αποτελούσε σημαντική παρηγοριά για τέτοιες απογοητεύσεις (Σημ.γρ. των Ελλήνων)». (Robert Holland – Diana Markides «Οι Βρετανοί και οι Έλληνες – Αγώνες εξουσίας στην ανατολική Μεσόγειο, 1850-1960», Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2011, σελ. 391).
Όμως του δικαίου αιτήματος των Ελλήνων επικράτησε το συμφέρον του «αγγλικού στέμματος». Συν τω χρόνω παγιώθηκε η βρετανική αντίληψη, ότι η Κύπρος είναι «αναντικατάστατο περιουσιακό στοιχείο της αυτοκρατορίας». Τί βαρβαρότητα! Περιουσιακό στοιχείο όχι μόνο το έδαφος της Μεγαλονήσου, λόγω της θέσης της στη Μεσόγειο, αλλά και οι καταπιεζόμενοι και βασανιζόμενοι από τους Άγγλους κατακτητές τους Έλληνες κάτοικοί της… Οι Άγγλοι έβλεπαν τον Έλληνα της Κύπρου, όπως ο Ρωμαίος τον δούλο του, ως «res» (κτήμα του, περιουσία του).
Η πολιτική της Βρετανικής κυβέρνησης προκάλεσε τον ένοπλο αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού, η καταπολέμηση του οποίου θύμιζε χιτλερικές μεθόδους και τα όσα έπρατταν οι Βρετανοί στην Ιρλανδία και στις άλλες αποικίες τους. Η αισχίστη συμπεριφορά ήταν του τότε Υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Μακ Μίλαν, ο οποίος για να αποτρέψει την πραγματοποίηση του πόθου των Ελλήνων της Κύπρου για ένωσή τους με την Ελλάδα επινόησε το σατανικό σχέδιο να τους φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση με τους Τούρκους. Το σχέδιό του ο Μακ Μίλαν το αποκάλεσε «τριμερή συγκυριαρχία», κάτι που σε μεγάλο μέρος του ταλανίζει έως και σήμερα τον Κυπριακό Ελληνισμό. ( Αυτ. σελ. 409-410). Οι Άγγλοι αποικιοκράτες κατέχουν το 3% του Κυπριακού εδάφους ως «ιδιοκτησία του Στέμματος», διατηρούν σε αυτό στρατιωτικές βάσεις και «σφυρίζουν αδιάφορα» για την κατοχή του 36% της Κύπρου από τους Τούρκους…
Ο Παν. Πουλίτσας στον επίλογο του πανηγυρικού λόγου του τονίζει κάτι που αποτελεί και παράπονο όλων των Ελλήνων (Μετ. στην καθομιλουμένη): « Βεβαίως θα έπρεπε να παραμένει αιωνίως η μνήμη, η ευγνωμοσύνη και ο θαυμασμός των ανθρώπων, προς την Ελλάδα που τους έδωσε τα φώτα του πολιτισμού. Ατυχώς φαίνεται πως αυτά γέρασαν και λησμονήθηκαν από τους ισχυρούς της Γης και τους κυβερνήτες των λαών. Αλλά εμείς έχουμε το δικαίωμα να τα υπομνήσουμε με την ευκαιρία της μεγάλης επετείου της 28ης Οκτωβρίου, και να φωνάξουμε προς αυτούς: Έναντι των μεγίστων πνευματικών υπηρεσιών, τις οποίες προσέφερε σε όλους σας η Ελλάδα και της πολύτιμης συνδρομής της κατά την κρισιμότατη περίοδο του τελευταίου πολέμου και των μεγίστων θυσιών Της ΕΣΕΙΣ τί μας ανταποδώσατε;»…






















