Ο Καρπασίας Χριστόφορος για τη Σύνοδο Προκαθημένων στην Κύπρο

Loading...


Την άποψή του για την πρόσφατη των τεσσάρων Προκαθημένων στην καταθέτει με κείμενό του ο που επιχειρεί να αναλύσει το μήνυμα που εκπορεύεται από αυτή την κίνηση.

Το κείμενο του Επισκόπου Καρπασίας αναφέρει:

Eπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου

Ως γνωστόν την 18ην Απριλίου πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο, ίσως μία από τις πιο σημαντικές και ελπιδοφόρες Συνάξεις Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Σύναξη αυτή ήταν πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ Χρυσοστόμου Β´, η οποία πήγαζε από την αγωνία του για την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ενθυμούμαι σε μία από τις Συνόδους της τοπικής μας Εκκλησίας, εκφράζοντας την αγωνία του αυτή είπε χαρακτηριστικά: «Εάν δύο Προκαθήμενοι παρεξηγηθούν μεταξύ τους και βρίσκονται σε διάσταση, με τον φυσικό τους θάνατο παύει η διαφορά, διαμάχη ή παρεξήγηση μεταξύ τους.

Εάν όμως η διαφορά και διαμάχη διασπάσει την ενότητα της Εκκλησίας, τότε αυτή θα υφίσταται και θα την ταλαιπωρεί ίσως και για αιώνες. Γι᾽ αυτό και πρέπει να εργασθούμε σκληρά για να διαφυλάξουμε αυτή την ενότητα».

Αυτή η εκκλησιολογική τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, θεωρώ ότι ήταν η βάση της αγωνίας όλων των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής. Ιδιαιτέρως αυτή εκφράστηκε και με τη δήλωση του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αντιοχείας κ.κ. Ιωάννου, ο οποίος με έμφαση τόνισε ότι, «πάνω και έξω από πρόσωπα, γεγονότα, πολιτικές ή άλλες καταστάσεις είναι η Εκκλησία του Χριστού».

Ανέφερα πιο πάνω ότι η Σύναξη αυτή είναι ελπιδοφόρα, παρ᾽ ότι διαψεύσθηκαν οι δημοσιογραφικές και παραταξιακές προσδοκίες πολλών, οι οποίοι περίμεναν να ακούσουν με ποιού το μέρος θα συνταχθούν οι Προκαθήμενοι ή αν μέσα από το ανακοινωθέν θα άφηναν κάποια ίχνη που θα πρόδιδαν τις ανθρώπινες ή κατά τα συμφέροντα προτιμήσεις τους. Πιο ανησυχητικό, όμως, στοιχείο αναδείχθηκε η ανάγνωση και παρουσίαση του ανακοινωθέντος.

Φοβούμαι ότι η εκκοσμικευμένη αντίληψη των πραγμάτων και το όλο φρόνημα που επικρατεί δεν μας άφησαν να δούμε το ουσιαστικό μήνυμα των Προκαθημένων, το οποίο είναι και το ΜΟΝΟ που μπορεί να αναδειχθεί ως λύση, πολλών εκκλησιαστικών προβλημάτων, αν κατανοηθεί ορθόδοξα και προφητικά.

Γι᾽ αυτό και θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή μας στην ουσία αυτού του μηνύματος και να προβούμε σε κάποια σύντομα εκκλησιολογικά και θεολογικά σχόλια, με την προσδοκία ότι μπορούν να γίνουν αφυπνιστικά μέσα για όλους όσους αισθάνονται την ευθύνη έναντι του ευλογημένου Σώματος της Εκκλησίας του Χριστού.

Στη συνέχεια θα παραθέσω τρία χαρακτηριστικά σημεία του πολυσήμαντου αυτού εκκλησιολογικού κειμένου.

Πρώτον, εκφράζει τη θέση ότι το βασικό έργο της Εκκλησίας είναι να συνεχίσει το ιεραποστολικό έργο του Χριστού και των Αποστόλων σε ολόκληρη την οικουμένη, «η οποία λαχταρά και προσδοκά στο ελπιδοφόρο μήνυμα του Ευαγγελίου».

Συνεπώς, κάθε άλλο θέμα ή πρόβλημα το οποίο αποτελεί πρόσκομα στην διάδοση του Ευαγγελικού Μυστηρίου, «ότι ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και «εν αυτώ (τω Θεανθρώπω) εσμέν πεπληρωμένοι (πνευματικά ολοκληρομένοι)» θα πρέπει να υπερβαίνεται με κάθε τρόπο και θυσία, ώστε «να μην αργεί το Ευαγγέλιο».

Δεύτερον σημείο είναι η πρόθεση και διάθεση των Προκαθημένων των Εκκλησιών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων να επιλύσουν την μεταξύ τους δικαιοδοτική διαφορά με σκοπό «να φθάσουν στην Ευχαριστιακή Κοινωνία».

Είναι πολύ σημαντική αυτή η αναφορά διότι θέτει τον σκοπό και παρουσία της Εκκλησίας, αλλά και των σχέσεων μεταξύ των μελών της, πάνω στην μυστηριακή εν Χριστώ κοινωνία.

Σκοπός δεν είναι η διεκδίκιση ορίων και δικαιοδοσιών, αλλά η ενότητα της πίστεως ως μετοχής στην άκτιστη χάρη του Χριστού, η οποία μας συναρμολογεί και συνέχει εις ένα Σώμα, ένα Πνεύμα, μία προσδοκία, την αιωνιότητα.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Εκκλησία δεν είναι Εκκλησία τόσο των παρόντων του αιώνος τούτου, τα οποία φθείρονται και παρέρχονται, αλλά Εκκλησία των μελλόντων αγαθών, της μακαριότητος της αφθαρσίας, που πληρούται από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος (χαρά, αγαθότητα, ειρήνη,πραότητα, ενότητα, πίστη, ταπείνωση κλπ).

Τρίτον, τέλος, που επισφραγίζει όλα τα πιο πάνω είναι η αναφορά ότι «οι Μακαριώτατοι και Αγιώτατοι Προκαθήμενοι στο πνεύμα της συνάντησης αυτής κάλεσαν όλες τις πλευρές να εργασθούν (σημ. σχετικά με το Ουκρανικό ζήτημα) για την επίτευξη της Ευχαριστιακής ενότητας, η οποία αποτελεί το πλήρωμα της Εκκλησίας εν Χριστώ Ιησού».

Η εκκλησιολογική αυτή θέση της Σύναξης των Προκαθημένων δηλώνει μία πραγματικότητα, η οποία ισχύει από τους αποστολικούς χρόνους μέχρι και σήμερα.

Η Θεία Ευχαριστία εκφράζει την καθολικότητα και την ενότητα της Μίας, Αγίας, Αποστολικής Εκκλησίας. Δηλαδή εκείνος ο οποίος μετέχει στην Ευχαριστιακή Σύναξη της τοπικής Εκκλησίας στην οποία ανήκει και αρνείται να μετάσχει στην Ευχαριστιακή Σύναξη μίας άλλης τοπικής Εκκλησίας (όχι για λόγους πίστεως), διασπά την ενότητα του Σώματος.

Η Ευχαριστιακή Σύναξη δεν είναι μία εκδήλωση τοπικού χαρακτήρα ή έστω μέσου χορήγησης ατομικά της χάριτος, αλλά μία πράξη ή γεγονός σύναξης ολοκλήρου της Εκκλησίας, έστω και αν γίνεται κατά τόπους κεχωρισμένα.

Στην Ορθοδοξία η Κοινωνία προηγείται της επικοινωνίας. Και τούτο επειδή «τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστιν; ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμεν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α´ Κορ. ι´,15).

Αυτό δηλώνει ότι η κοινωνία δεν είναι απλώς κοινωνία της χάριτος, αλλά και κοινωνία μεταξύ μας, μεταξύ των αγίων (πιστών).

Η Κοινωνία του ενός Άρτου φανερώνει την ενότητα, κοινότητα, κοινωνία και έτσι με βάση αυτό το κοινό χαρακτηριστικό μπορούμε να επί-κοινωνούμε και να ομολογούμε την ενότητα της Μίας Εκκλησίας.

Έξω από αυτή την εμπειρία και πραγματικότητα η επικοινωνία δεν θα εδράζεται επί του κοινού βιώματος, επομένως η ενότητα θα αναζητείται σε κανονικά δικαιώματα, προνόμια και διεκδικήσεις.

Συνεπώς, τα προβλήματα που ταλανίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία θα επιλυθούν εάν και εφόσον αποκατασταθεί η Ευχαριστιακή Κοινωνία για να μπορούμε να επικοινωνούμε εν Χριστώ ή όπως αναφέρουν οι Προκαθήμενοι στο Ανακοινωθέν τους, οι προσπάθειες μας πρέπει να αποβλέπουν «προς όφελος της εν Χριστώ ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τέλος, επειδή γίνεται πολύς λόγος περί συνοδικότητας της Εκκλησίας, αλλά αυτή εκλαμβάνεται ως επισκοποκρατία με απόλυτη αυθεντία, θα ήθελα να αναφέρω ότι με βάση την παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία εδράζεται πάνω στην Αποστολική Σύνοδο, η συνοδικότητα έχει ή θα πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

Πρώτον, βάση της Συνόδου είναι η Εκκλησία με την έννοια των μελών της, των πιστών. Πως δηλαδή οι Επίσκοποι, ως προεστώτες θα εξασφαλίσουν την εν Χριστώ ενότητα τους και την πνευματική τους ολοκλήρωση.

Δεύτερον, η διοικητική ευθύνη των Επισκόπων πηγάζει από την ηγετική τους θέση, την οποία λαμβάνουν από το Σώμα της Εκκλησίας, γι᾽ αυτό και η εγκαθίδρυσή τους γίνεται στα πλαίσια της Ευχαριστιακής Σύναξης.

Έτσι καλούνται να ηγούνται (νομοθετούν και ανακοινώνουν τις αποφάσεις) του Σώματος της Εκκλησίας και όχι ενός ρυθμιστικού οργάνου, κατά τα πρότυπα του κοσμικού πολιτειακού συστήματος.

Τρίτον, κέντρο της Συνοδικότητας είναι η Ευχαριστιακή Κοινωνία, αφού κυρίως, πέραν των διοικητικών μεριμνών, συνέρχονται οι Επίσκοποι για να ρυθμίσουν τα της πίστεως και ζωής της Εκκλησίας, ώστε οι πιστοί αξίως να φθάσουν στην μυστηριακή κοινωνία με τον Χριστό.

Δυστυχώς, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι τα τελευταία χρόνια αφαιρέσαμε από τους εαυτούς μας, λόγω της εσωτερικής διάσπασης, το δικαίωμα να λειτουργούμε Πανορθοδόξως Συνοδικά μέσα σε αυτό το πνεύμα.

Ταπεινά εκφράζω την άποψη ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, περιφερειακά ή μεταξύ ομοφρόνων Επισκόπων να πραγματοποιούνται Σύνοδοι-Συνάξεις, όχι για να συζητούν δικαιοδοτικά ή κανονικά προβλήματα, αλλά κυρίως εκκλησιολογικά και θεολογικά, τα οποία πρακτικά θα βοηθήσουν να βρούμε συλλογικά τον προφητικό λόγο και χάρισμα της αποστολής μας, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε τον κόσμο, ο οποίος απέλπιδα αναζητεί την ψυχική λύτρωση, από την καταδυναστεία του εμπαθούς κόσμου της αμαρτίας.

Η τακτική αυτή δεν είναι ξένη προς τη ζωή και παράδοση της Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Βασίλειος στην αγωνιώδη προσπάθεια του να βοηθήσει στην επίλυση των προβλημάτων που ταλαιπωρούσαν την Εκκλησία της Ανατολής γράφει προς τον Μέγα Αθανάσιο: «Θεωρήσαμε επιβεβλημένο να γράψωμεν στον Επίσκοπο Ρώμης να δείξει ενδιαφέρον για τα δικά μας πνευματικά προβλήματα και να του υποδείξουμε, επειδή είναι δύσκολο ν᾽ αποστείλει από εκεί ανθρώπους σύμφωνα με τα κανονικά συνοδικά θέσμια, να ρυθμίσει το πράγμα αυτός προσωπικά. Να εκλέξει δηλαδή από μόνος του Επισκόπους, ικανούς να υποφέρουν τους κόπους της οδοιπορίας, ικανούς επίσης λόγω της πραότητας και της πνευματικής θερμότητας του χαρακτήρα τους να νουθετήσουν τους διεστραμμένους μεταξύ μας, έχοντας σύμμαχο τη δύναμη του επιτηδείου και πειστικού λόγου». Ώστε, όταν θέλει ο Θεός και έλθουν εδώ, να μην αφήσουν σχίσματα στις Εκκλησίες, αλλά να συγκεντρώσουν με κάθε τρόπο σε ενιαίο σώμα όλους τους ομόφρονες, ούτως ώστε ο ορθόδοξος λαός να μην διασπάται σε πολλά κομμάτια ακολουθώντας τους προισταμένους του στη διάσπαση. «Πάντα γαρ δεί σπουδάσαι δεύτερα ηγήσασθαι της ειρήνης και προ πάντων της Εκκλησίας επιμεληθήναι, ως μη ασθενείν εν αυτή την ορθήν μερίδα περί τα πρόσωπα σχιζομένη». (Μ. Βασιλείου, επιστολή 69, Αθανασίω Επισκόπω Αλεξανδρείας)

Τετάρτη, 8 Μαίου 2019







tilegrafima.gr