Μητροπολίτης Μάνης: Ένα σοβαρότατο ζήτημα, που απασχολεί γονείς, εκπαιδευτικούς και γενικότερα την κοινωνία, είναι το θέμα της παραβατικότητας των ανηλίκων. Θέμα, που έχει προσλάβει επικίνδυνες διαστάσεις σε πολλά επίπεδα.
Του Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’
Είναι γεγονός ότι, συχνά, ανήλικα παιδιά, μαθητές – μαθήτριες, διαπράττουν αδικήματα του κοινού Ποινικού Κώδικα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το σχετικό όγδοο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα έχει αυξηθεί στο περιεχόμενο των άρθρων του, για την αντιμετώπιση και ποινική μεταχείριση των ανηλίκων. Μιλάμε ακριβώς για παραβατική συμπεριφορά, που παρουσιάζεται στη μικρή κοινωνία του σχολείου και έρχεται και πληγώνει εκπαιδευτικούς, γονείς και παιδιά. Το φαινόμενο αυτό επεκτείνεται σε γειτονιές, δρόμους, πλατείες. Έτσι, η όλη διαπαιδαγώγηση τίθεται συχνά στο περιθώριο και επικρατεί η ανομία. Και το κακό δεν σταματά.
Μπροστά, λοιπόν, στην όλη αυτή κατάσταση που επικρατεί, σχετικά με το θέμα της παραβατικότητας των ανηλίκων και ειδικότερα της βίας (bulling), αλλ’ επί πλέον και της απογοήτευσης και εσωτερικής ταραχής των νέων, που μπορεί να φθάσει και σε λίαν ακραίες συμπεριφορές, καταθέτουμε μία πρόταση, που εκπηγάζει από την ποιμαντορική μας εμπειρία.
Η πρότασή μας είναι η πρόσληψη Ιερέων–Πνευματικών Συμβούλων στις σχολικές κοινότητες. Προτείνουμε έτσι να ονομάζονται, «Πνευματικοί Σύμβουλοι» και να προσλαμβάνονται αμισθί από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.
Εννοείται, βεβαίως, πρόσληψη κατάλληλου Ιερέα, κατά την κρίσιν του Μητροπολίτου, στον οποίο υπάγεται. Να είναι ένας Ιερέας–Πνευματικός Σύμβουλος ιεροπρεπής, συνετός, διακριτικός, μορφωμένος, με υψηλές παιδαγωγικές ικανότητες και ακέραιο και άριστο ήθος.
Στην Εκκλησία μας υπάρχουν άξιοι κληρικοί για το σπουδαίο αυτό καθήκον. Μάλιστα την υπηρεσία αυτή, οι εν λόγω κληρικοί θα την αναλάβουν ως ειδική αποστολή–διακονία, χάριν της νεότητος, όπως άλλοι αναλαμβάνουν άλλα ποιμαντικά καθήκοντα στην ενορία τους, όπου υπηρετούν.
Η επιτέλεση δε του ποιμαντικού αυτού καθήκοντος ουδόλως αντιτίθεται στην εργασία των ψυχολόγων και άλλων συμβούλων, που υπηρετούν στις σχολικές μονάδες, όπως π.χ. επαγγελματικού προσανατολισμού, υγείας κλπ.
Η Εκκλησία όπως πάντοτε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις ήδη το πράττει. Προσφορά θα κάνει ο Ιερεύς-Πνευματικός Σύμβουλος, πνευματική εργασία θα ασκήσει, ιερό χρέος θα επιτελέσει.
Θα πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι οι διορισμένοι Ιερείς – Έκπαιδευτικοί διαφόρων ειδικοτήτων, όπου υπάρχουν, επιτελούν βέβαια και πνευματικό έργο, αλλά δεν είναι αυτή η κύρια υπηρεσιακή ενασχόλησή τους. Το έργο του Ιερέα- Πνευματικού Συμβούλου θα είναι άλλο, αυτό της πνευματικής καθοδήγησης και συμβουλευτικής.
Σε αρκετά σχολεία στην Ευρώπη υπάρχει κάτι ανάλογο, ο aumônier και τούτο δεν είναι παράδοξο ούτε αναχρονιστικό.
Η πρότασή μας αυτή έχει ως έρεισμα ότι το παιδί, ο νέος, ο κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς βιολογική οντότητα ή μόνο νούς. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον. Σώμα φθαρτό και ψυχή αθάνατη. Και, ασφαλώς, πέρα από τη μέριμνα του σώματος χρειάζεται και η άλλη μέριμνα, εκείνη της ψυχής. Το ενδιαφέρον μας επακριβώς επικεντρώνεται σ’ αυτήν την ατίμητη ψυχή, την ψυχή του παιδιού. Είναι η άλλη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, που οφείλουμε να προσέξουμε στα παιδιά μας.
Τα παιδιά διψούν για κοινωνικότητα, επιθυμούν την ελευθερία, τον διάλογο, θέλουν απαντήσεις στα «γιατί;», αναζητούν πρότυπα, ποθούν την αλήθεια. Στην όλη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους δεν αρκεί η γνώση. Είναι αναγκαίο και το ήθος. Κάθε παιδί αναζητεί τελικά στο βάθος του είναι του να βρεί τον Θεό. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό. Είναι αυτό αυθεντικός κανόνας.
Ο Πλάτων, στον διάλογό του με τον Κρίτωνα, γράφει: «Ου το ζην περί πλείστου ποιητέον, αλλά το ευ ζην» (48, Β’). Η αναζήτηση του «αγαθώς ζην» είναι το σημαντικότερο, πέρα από το «απλώς ζην». Αλλά και ο βιβλικός λόγος του Χριστού, λίαν ανώτερος, τονίζει: «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού» (Ματθ. 4, 4). Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πεί: «Άνθρωπος γαρ εστιν ουχ όστις απλώς χείρας έχει και πόδας ανθρώπου, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί».
Έπειτα, τυγχάνει όλως λανθασμένη η αντίληψη και μυωπική η νοοτροπία να γίνεται προσπάθεια διαπαιδαγώγησης ερήμην της Εκκλησίας, θέτοντας εκποδών τα διδάγματα του Ευαγγελίου.
Βέβαια, για την διαχείριση της παραβατικότητας των ανηλίκων, ασφαλώς και υφίστανται εισαγγελικές παρεμβάσεις και δικαστικές παραγγελίες και υπάρχουν προληπτικά και κατασταλτικά αστυνομικά μέτρα, όπως και άλλες καθοδηγήσεις με ψυχολογικές μεθόδους και ποικίλα άλλα συστήματα αντιμετώπισης του λυπηρού αυτού φαινομένου στο χώρο των νέων. Όλα τα ανωτέρω είναι καλά, χρήσιμα και απαραίτητα. Όμως δεν αρκούν. Πάλι ο Χρυσορρήμων θα διερωτηθεί: «Τι γαρ ίσον του ρυθμίσαι ψυχήν και διαπλάσαι νέου διάνοιαν»;
Γι’ αυτό και προσβλέπουμε και στον παράγοντα της Θείας Χάριτος, που τον προσφέρει η Εκκλησία.
Με την πρότασή μας, λοιπόν, αυτή αποβλέπουμε σε μία ουσιαστική παιδεία, για την σφαιρική αντιμετώπιση του προβλήματος της παραβατικότητας των ανηλίκων.
Θεωρούμε ότι τα αποτελέσματα μιάς τέτοιας εκπαιδευτικής κίνησης θα είναι ευεργετικά και σωτήρια.
Αξίζει Εκκλησία και Πολιτεία να συνεργασθούν πάνω στο θέμα αυτό και να εξετάσουν θετικά την πρόταση αυτή. Βεβαίως το παρόν άρθρο θέτει την κεντρική ιδέα. Ωστόσο, η διαδικασία της εφαρμογής είναι το επόμενο βήμα.






















