Το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών των ΗΠΑ (National Council of Churches – NCC) κάλεσε τον πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, και τον υπουργό Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, να αποτρέψουν την εκτέλεση διά τυφεκισμού του Νιντάλ Χασάν, του πρώην ψυχιάτρου του αμερικανικού στρατού που, το 2009, είχε σκοτώσει 13 ανθρώπους και είχε τραυματίσει άλλους 32, στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ.
Ζήτησε επίσης να ματαιωθεί το σχέδιο του Πενταγώνου να μεταδώσει ζωντανά μέσω διαδικτύου την εκτέλεση. Ο πρόεδρος Τραμπ ματαίωσε αυτή την εβδομάδα τη ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης, η οποία, ωστόσο, παραμένει προγραμματισμένη για τις 3 Δεκεμβρίου. Το Συμβούλιο αντιτίθεται στη θανατική ποινή κιόλας από το 1968, όταν το Γενικό Συμβούλιό του είχε ψηφίσει ομόφωνα υπέρ της κατάργησής της, προειδοποιώντας ότι «η θεσμοθετημένη απαξίωση του ιερού χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής οδηγεί στην αποκτήνωση της κοινωνίας».
Η δήλωση, την οποία υπέβαλε ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ. Ελπιδοφόρος, ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών, εγκρίθηκε τη Δευτέρα, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στη Φιλαδέλφεια. Ήταν μία από τις τέσσερις δηλώσεις που δημοσιοποίησε το Συμβούλιο την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, ολοκληρώνοντας τις συνεδριάσεις του στην πόλη, οι οποίες διήρκεσαν μία εβδομάδα. Στην αρχή της δήλωσης γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα θύματα: «Η σκέψη μας στρέφεται πρωτίστως στις οικογένειες εκείνων των δεκατριών ανδρών και γυναικών που έχασαν τη ζωή τους τον Νοέμβριο του 2009, καθώς και στους τριάντα δύο τραυματίες, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν μέχρι σήμερα να φέρουν τα τραύματα της ημέρας εκείνης. Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει όσα υπέστησαν».
Στη συνέχεια, παρατίθεται ένα χωρίο από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (Λουκ. 6,36). Όπως ειδικότερα τονίζεται, κάθε άνθρωπος, «ακόμη κι αν έχει προσβάλει την εικόνα του Θεού στο πρόσωπο των συνανθρώπων του, εξακολουθεί και ο ίδιος να είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού». Γίνεται επίσης αναφορά στα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως κατά τον 4ο αιώνα: «Ὑμεῖς δὲ ἂν τοῦ Θεοῦ τὴν εἰκόνα ἀποκτείνητε, πῶς δυνήσεσθε πάλιν ἀνακαλέσασθαι τὸ πεπλημμελημένον;» Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι ο Χριστός παραμέρισε τον παλαιό νόμο της ανταπόδοσης, το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού».
Το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε επίσης και μια δεύτερη δήλωση, την οποία υπέβαλε ομοίως ο Αρχιεπίσκοπος, σχετικά με την ανθρωπιστική κατάσταση στην Κούβα. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, οι Εκκλησίες καλούνται να αναλάβουν κοινή δράση, υιοθετώντας ένα πνεύμα οικουμενικής συνεργασίας και χριστιανικής αλληλεγγύης, μεριμνώντας παράλληλα και για την ευημερία του κουβανικού λαού. Επισημαίνοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο λαός της Κούβας και τις οικονομικές στερήσεις που βιώνει, καλεί τις Εκκλησίες – μέλη του Συμβουλίου να ενισχύσουν την ανθρωπιστική βοήθεια, να αναπτύξουν τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών, να παρέμβουν δημόσια υπέρ του κουβανικού λαού και να σταθούν αλληλέγγυες στο πλευρό των Εκκλησιών και των τοπικών κοινοτήτων της Κούβας.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες να απέχουν λιγότερο από τρεις εβδομάδες, το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε και μια τρίτη δήλωση, με την οποία καλεί τους πιστούς να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία και να υπερασπιστούν το εκλογικό δικαίωμα των συμπολιτών τους. Η τρίτη αυτή δήλωση καταδικάζει την πολιτική βία, τον εκφοβισμό των ψηφοφόρων, την παραπληροφόρηση γύρω από τις εκλογές, καθώς και κάθε προσπάθεια παρεμπόδισης της νόμιμης άσκησης του εκλογικού δικαιώματος ή ακύρωσης των έγκυρων ψήφων. Παράλληλα, καλεί τους Χριστιανούς να υπερασπιστούν το δικαίωμα κάθε πολίτη που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις να ψηφίζει και υπογραμμίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί η ορθή καταμέτρηση της ψήφου του. Ενθαρρύνει ακόμη τις εκκλησιαστικές κοινότητες να αναλάβουν διάφορες δράσεις ενημέρωσης των πολιτών, υποστήριξης των ψηφοφόρων, καθώς και άλλες ακομμάτιστες δραστηριότητες που να προάγουν την ειρηνική συμμετοχή των πολιτών στις δημοκρατικές διαδικασίες.
Το Διοικητικό Συμβούλιο επαναβεβαίωσε επίσης τη δέσμευσή του για την προάσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία και αποτέλεσε το κεντρικό θέμα της ετήσιας Συνάντησης για τη Χριστιανική Ενότητα (Christian Unity Gathering), που ξεκίνησε το επόμενο πρωί στο ίδιο ξενοδοχείο.
Η παρούσα συνάντηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες γιορτάζουν την 250ή επέτειο από την ίδρυσή τους. Κηρύσσοντας την έναρξη των εργασιών της στη Φιλαδέλφεια, την πόλη όπου βρίσκεται η ιστορική Καμπάνα της Ελευθερίας (Liberty Bell), ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε ότι η ελευθερία έχει δύο όψεις. «Υπάρχουν σαφή κριτήρια για να κρίνουμε κατά πόσο σεβόμαστε έμπρακτα τη θρησκευτική ελευθερία» ανέφερε. «Πρώτα απ’ όλα, η αρχή που διατυπώνεται στην πρώτη τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία του κάθε ανθρώπου να θρησκεύεται ή να μη θρησκεύεται». Η πίστη και η άσκησή της, τόνισε, «αποτελούν δικαίωμα που απορρέει από την ατομική συνείδηση και δεν μπορούν ποτέ να επιβάλλονται με κρατική εντολή».
Ο Αρχιεπίσκοπος απέρριψε, επίσης, ρητά την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να είναι ένα χριστιανικό έθνος. «Πολλοί συμπολίτες μας, ακόμη και ορισμένα μέλη του Συμβουλίου μας, ίσως θεωρούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να είναι χριστιανικό έθνος» ανέφερε. «Γνωρίζουμε όμως ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από τα ιδρυτικά κείμενα της χώρας μας και, ακόμη περισσότερο, από τις θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες αυτή συγκροτήθηκε». Όπως υποστήριξε, ακόμη και η ίδια η ύπαρξη του Συμβουλίου αποτελεί απάντηση σε κάθε Εκκλησία που αξιώνει να αναγνωρίζεται ως η μόνη νόμιμη. «Η ίδια η σύνθεση του Συμβουλίου μας αποδεικνύει πόσο μισαλλόδοξη και παράλογη είναι μια τέτοια αντίληψη» είπε, αφού τα μέλη του, παρότι ομολογούν όλα την πίστη τους στον Χριστό, «εκφράζουν την πίστη τους στο Άγιο Όνομά Του με τρόπους που συχνά διαφέρουν μεταξύ τους κατά πολύ». Σε μια χώρα όπου σήμερα συνυπάρχουν πολύ περισσότερες θρησκείες απ’ ό,τι την εποχή της ίδρυσής της, έχει καθοριστική σημασία η αρχή ότι «καμία θρησκευτική κοινότητα δεν μπορεί να επιβάλλει τα συμφέροντά της εις βάρος μιας άλλης». «Ο διάλογος είναι θεμιτός, καθώς και η πειθώ στις διάφορες μορφές της· ο εξαναγκασμός, όμως, δεν είναι αποδεκτός» κατέληξε ο Σεβασμιώτατος.
Όταν ο διάλογος αυτός είναι ειλικρινής, όπως είπε, ανοίγει τότε ο δρόμος για αυτό που η Ορθόδοξη θεολογία ονομάζει «αλληλοπεριχώρηση». Ο όρος δηλώνει την αμοιβαία ενύπαρξη των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και χρησιμοποιείται εδώ κατ’ αναλογία για να περιγράψει μια σχέση κοινωνίας και αγάπης μεταξύ των ανθρώπων. «Για να το θέσουμε απλά, βρίσκουμε στην αγάπη τον κοινό μας τόπο» είπε. Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, κάλεσε τους χριστιανούς να κάνουν πράξη την ελευθερία τους, ακολουθώντας την εντολή του Χριστού να αγαπούν ο ένας τον άλλον: «Ολοκληρωτικά. Απόλυτα. Χωρίς επιφυλάξεις. Και χωρίς όρους». Στη συνέχεια, καλωσόρισε τον επόμενο ομιλητή της συνάντησης, τον Επίσκοπο Χάινριχ Μπέντφορντ-Στρομ (Heinrich Bedford-Strohm), συντονιστή της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (World Council of Churches).
Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου την προηγούμενη ημέρα, ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε για το έργο του Συμβουλίου, ανατρέχοντας στην ιστορία του. Το Συμβούλιο γιόρτασε πέρυσι στη Βοστώνη τα 75 χρόνια από την ίδρυσή του και ο Αρχιεπίσκοπος υπενθύμισε στα μέλη του ότι «μια επέτειος δεν είναι απλώς μια ευκαιρία να ανατρέξουμε στο παρελθόν. Μας καλεί επίσης να αναρωτηθούμε ποιο είναι το επόμενο βήμα στο οποίο μας οδηγεί το Άγιο Πνεύμα». Επικαλέστηκε επίσης τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον πνευματικό καθοδηγητή των Ορθόδοξων χριστιανών σε όλο τον κόσμο, ο οποίος έχει επισημάνει ότι «Τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν στην ουσία της θρησκείας, η οποία από τη φύση της υποστηρίζει και προάγει τη θρησκευτική ελευθερία και την ανεκτικότητα». Η υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας, επομένως, τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος, «είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μαρτυρία μας για την αξία και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου».
Στην έκκλησή του να μην εκτελεστεί ο Χασάν, το Συμβούλιο υπογράμμισε ότι «τα θύματα του Φορτ Χουντ αξίζουν μια δικαιοσύνη που να επουλώνει το τραύμα και να αντιμετωπίζει τον θάνατο με τη σοβαρότητα που του αρμόζει. Η μνήμη τους δεν τιμάται όταν η θανάτωση ενός ανθρώπου μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα». Η δήλωση αναφέρει ακόμη: «Προσευχόμαστε για τις οικογένειες που εξακολουθούν να θρηνούν την απώλεια των δικών τους ανθρώπων στο Φορτ Χουντ, καθώς και για τον θανατοποινίτη, με την ελπίδα να βρει, ακόμη και τώρα, τον δρόμο της μετάνοιας.
Η δήλωση καταλήγει σε μια προσευχή που παραπέμπει στα λόγια του προφήτη Ιεζεκιήλ: «Είθε ο Κύριος, που δεν επιθυμεί τον θάνατο των αμαρτωλών, αλλά τη μετάνοια και τη ζωή τους, να χαρίσει σε όσους μας κυβερνούν τη σοφία να δείξουν έλεος και να μη μετατρέψουν την εκτέλεση σε δημόσιο θέαμα».
π. Νικόλαος Καζαριάν και ο Δρ Στράτος Σαφιολέας – orthodoxobserver.org






















