Μοναχός Χαράλαμπος Καψαλιώτης (1914-1998)

Loading...


Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν· Γερο-Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς. Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την ευχή, την ευχή του Ιησού.

Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών.
Σε μία μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;

Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου και από Βασί­λειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρύων και της Καψάλας. «Έλεγε συνεχώς την ευχή ψιθυριστά. “Όταν λέμε την ευχή”, έλεγε, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την ευχή». Τον χειμώνα, έλεγε, «ο Κύριος με θερμαίνει». Ζούσε σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: “Αν δεν πίστευα στον Χρι­στό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;”».

Συχνά τον ενοχλούσαν και πολεμούσαν οι δαίμονες, τους πολεμούσε όμως και αυτός, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους!». Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλε­γε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα. Συνήθιζε επίσης να λέει: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».

Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαι­οφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλο­κάγαθος.

Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συ­χνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά και μετά, με τη μακρόσυρτη βαρειά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στό­μα του. Με τη βαρειά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Δια­τηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.

Πηγές – Βιβλιογραφία
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467

Ο κομποσχοινάς
Εδώ αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και έναν άλλο σεβαστό γέροντα, που και αυτός είχε δείξει σημεία αγιότητος, τον π. Χαράλαμπο τον κομποσχοινά. Αυτός, απ’ ότι μας έλεγε, αξιώθηκε να δη πολλά σημεία, την Παναγία μας, αγίους Αγγέλους, και ότι πολλά θαύματα του συνέβησαν.
Μια μέρα κατεβαίναμε με τον πρωτοσύγγελο Θεσσαλονίκης ( τον π. Ιωάννη Τασιά) στην Ιβήρων και τον βλέπουμε να είναι ξαπλωμένος σ’ ένα χαντάκι που περνάν τα νερά δίπλα στον δρόμο.
Ενώ περνούσαμε τα αυτοκίνητα συνέχεια και κάνανε πολλή σκόνη, αυτός εκεί έπλεκε κομποσχοίνι, και τα ρούχα του – παλιόρασα – νόμιζες ότι άστραφταν, ότι ήτανε από μετάξι, δεν τον άγγιζε η σκόνη.

Είχε ένα χωράφι με κουκιά.
Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε εκεί, είχε μπει σε μια τρύπα που υπήρχε στο χωράφι, είχε βάλει χόρτα μέσα και, επειδή του πονούσαν τα πόδια του καημένου, τα είχε βάλει λίγο ψηλά. Έπλεκε συνέχεια κομποσχοίνι κι έλεγε συνέχεια την ευχή.
Αυτό μας έκανε εντύπωση. Συνέχεια έλεγε την ευχή, δεν σταματούσε καθόλου. Τον φωνάζουμε: «Γέροντα Χαραλάμπη, που είσαι;» «Εδώωω είμαι!». Ψάχνουμε, ψάχνουμε μεσ’ στα κουκιά και τον βρήκαμε μέσα σε μια γούβα.
Αυτός ένα διάστημα είχε κάνει σ’ ένα κελλί εδώ στις Καρυές, του αγίου Χαραλάμπους, που είναι πίσω από τον ναό του Πρωτάτου. Μια μέρα καθότανε στην απλωταριά του κι έπλεκε κομποσχοίνι. Όπως ακουμπούσε επάνω στην κουπαστή – ήταν ετοιμόρροπη η κουπαστή – από το βάρος του, επειδή ήταν και γιγαντόσωμος, υποχωρεί η κουπαστή και πέφτει κάτω.
Φωνάζει: «Παναγία μου, μ’ αυτό τον θάνατο θα φύγω απ’ αυτή τη ζωή;» Από κάτω ήταν όλο πέτρες, θα σκοτωνότανε. Εκείνη τη στιγμή μία αόρατη δύναμη ήρθε και τον έβαλε επάνω στο μπαλκόνι, και βρέθηκε καθήμενος στο μπαλκόνι.

Πολλά σημεία μας έλεγε αυτός, πάρα πολλά είδε. Στο τέλος γηροκομήθηκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Τον πήρανε εκεί οι πατέρες, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υπηρετήση τον εαυτό του. Έμενε στην Καψάλα. Αυτός ήτανε από την Μικρά Ασία. Στο Άγιο Όρος ήρθε μεγάλος, αν και καλογέρευε από λαϊκός και ήτανε γενιοφόρος.
Έλαβε μέρος και στον ανταρτικό πόλεμο, στα αντάρτικα του ’40, με τους Γερμανούς. Ήταν στον πόλεμο με τους Γερμανούς και μετά στα αντάρτικα. Μάλιστα μας είπε ότι κουβαλούσε πολεμοφόδια με τα μουλάρια επάνω στα βουνά.
«Κάποτε», μας είπε, «βρεθήκαμε σ’ένα λόφο που έβαλλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί.
Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτώθηκαν εκτός ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες κι εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τα ’χω τα χέρια μου, το’χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Mε σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου, και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν, πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν πάνω στον λόφο». Ήταν νεαρός τότε.
Μια μέρα μου λέει ο πρωτοσύγγελος της Θεσσαλονίκης: «Πάμε, πάτερ Βασίλειε, να δούμε τον γερο-Χαραλάμπη απ’ την Σταυρονικήτα, γιατί έχω μια μεγάλη στεναχώρια. Έχω την Ροτόντα και αυτοί οι Αρχαιολόγοι δεν μας αφήνουν να λειτουργήσουμε μέσα.

Πάμε να δούμε, τι θα μας πη .
Να του πούμε γι’ αυτό το θέμα που με προβληματίζει, γιατί με έχουν βάλει στο στόχαστρο οι Αρχαιολόγοι». Του λέω: «Γέροντα είναι λίγο αργά – σούρουπο ήτανε -, στο μοναστήρι είναι λίγο δύσκολα να πάμε τέτοια ώρα».
«Δεν πειράζει, μια και βρίσκομαι εδώ πέρα, γιατί αύριο το πρωί θα φύγω και δεν έχω χρόνο». Τρέχουμε. Πηγαίνουμε στου Σταυρονικήτα. Ίσα – ίσα που προλάβαμε την πόρτα.
Προσκυνήσαμε τον άγιο Νικόλαο και πήγαμε στον γέροντα Χαραλάμπη. Μας λέει: «Τέτοια ώρα δεν κάνουν επισκέψεις στα μοναστήρια, αλλά κάνουν προσευχή». Πριν προλάβη ο Πρωτοσύγγελος να τον ρωτήση για τον Άγιο Γεώργιο, την Ρορόντα, τι θα γίνη, του λέει ο π. Χαραλάμπης: «Να ξέρετε όμως πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα! Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίση με αυτό το κοντάρι».

Τα’ χασε ο πρωτοσύγγελος. Και άλλα τέτοια μας είπε, που θαύμασε ο πρωτοσύγγελος: «Για δές! Που ήξερε αυτός ο άνθρωπος ότι εμείς ήρθαμε γι’ αυτόν το λόγο εδώ, για να τον ρωτήσουμε για τον ναό του αγίου Γεωργίου, για το τι θα γίνη, και μας είπε ότι θα τους κυνηγήση με το κοντάρι του ο άγιος Γεώργιος!».
Από αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ερχότανε πολύ τακτικά στο κελλί μας, ωφεληθήκαμε πάρα πολύ, γιατί μόνο που καθόμασταν δίπλα του, γαληνεύαμε. Καθόταν εδώ πέρα και έπλεκε, ή καθόταν κάτω στο εργαστήρι και συνέχεια έπλεκε και έλεγε την ευχή και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του, από τα νεανικά του χρόνια, από το Άγιον Όρος. Όλα πνευματικά, δεν έλεγε τίποτα κοσμικό. Όλα όσα είχαν σχέση με την ωφέλεια της ψυχής. Τίποτα περιττό. Και μάλιστα μεμφόμενος τον εαυτό του έλεγε: «Όυαί ο λαλών και μη ποιών».
Έρχονταν καμμιά φορά κοσμικοί. Τον ρωτούσαν: «Τι να κάνουμε γερο- Χαραλάμπη; Πες μας μονολεκτικά κάτι, κάποια διδαχή». Και τους έλεγε: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Και πολλές παρόμοιες σοφές κουβέντες.

Αυτά με τον γέροντα Χαραλάμπη. Υπάρχουν πολλές βέβαια ιστορίες του, αλλά δεν τις θυμάμαι. Και ο π. Ιγνάτιος έχει ακούσει πάρα πολλές. Πάντως αυτό που έμεινε στην μνήμη μας είναι, ότι είχαμε μία χαρά όταν πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, διότι είχανε πολλή αγάπη και ανεξικακία.
Δεν είχανε κακία για κανέναν, και αν τους έκανε κάτι κάποιος τον συγχωρούσανε. Δεν κρατούσανε. Ήτανε σαν προβατάκια αθώα. Και χαιρόσουν αυτούς τους ανθρώπους να τους συναναστρέφεσαι. Δεν έβλεπες κακία και μίσος, αν και τους πολεμούσε και αυτούς ο πειρασμός με διαφόρους τρόπους μέσω των αδελφών.

Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Περίοδος Β’ έτος 2007 αριθ. 32
σελ 97-101







tilegrafima.gr