Εφραίμ μοναχός Γρηγοριάτης (1906-1991) – Μέρος 4ο

Loading...


Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου

– Μπορούμε κ εμείς σήμερα να αποκτήσουμε τα δάκρυα, το πένθος και την συνεχή μετάνοια που είχαν οι άγιοι Πατέρες;

– Οποιος θέλει μπορεί. ῾Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν. Αυτά είναι εσωτερικός θησαυρός και ασύληπτος από τους άλλους ανθρώπους.

Δεν μπορεί να τα αποκτήση με την βοήθεια άλλων ανθρώπων, αλλά μόνο με την ενοικούσα στην καρδιά Χάρι του ῾Αγίου Πνεύματος. Να βαδίζουμε πάντα επιτελώντας το καλό και προσέχοντας να μη μας εγκαταλείψη η Θεία Χάρις. Μας εγκατέλειψε η Θεία Χάρις, το Αγιο Πνεύμα; Έεε, τότε είμαστε απωλεσμένοι.
– Γιατί ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς στον κόσμο;
– Προς όφελος, λέγει κάποιος ῞Αγιος. Αφαίρεσε τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος. ῞Ολοι οι πειρασμοί μας βοηθούν για την απόκτησι της υπομονής. ῾Η υπομονή αποκτάται διά της υπομονής. ῾Η ίδια η ζωή μας, έτσι όπως στον καθένα μας εκτυλίσσεται, είναι μία άσκησις στην υπομονή.

Την υπομονή την αγοράζεις με το αίμα σου και τους ιδρώτες σου, γι᾿ αυτό και δεν μπορεί κανείς να σού την κλέψη. Εμείς την αρχή να κάνουμε και το τέλος θα είναι αγαθό, γιατί θα μας βοηθήση ο Θεός. Δεν μας αναγκάζει κανείς να την αποκτήσουμε, όπως και δεν μας αναγκάζει κανείς για να σωθούμε. Μας προτρέπει όμως ο Κύριος, υποσχόμενος ότι· «των βιαστών εστί η βασιλεία των Ουρανών».
– Ποία είναι η σπουδαιοτέρα αρετή για την σωτηρία μας, πάτερ ‘Εφραίμ;
-Καθώς λένε και τα Πατερικά, είναι η ταπείνωσις. Θεμέλιο για κάθε αρετή, διότι χωρίς αυτήν δεν ημπορούμε να κτίσουμε το παλάτι του Θεού στην καρδιά μας.῞Οσο ψηλά κι αν ανέβη ο άνθρωπος, τίποτε δεν είναι, εάν δεν ταπεινωθή.
Η ταπείνωσις θα μας οδηγήση στην υπακοή, στην προσευχή, στην νηστεία και στην αγάπη του Θεού και των ανθρώπων. Εγώ όμως δεν έχω βάλει φροντίδα να αποκτήσω την ταπείνωσι, γι᾿ αυτό και δεν μπορώ να αντέξω και το παραμικρό λόγο ενός Αδελφού.

– Μπορεί ο Μοναχός να εφαρμόζη το ρητό του ‘Αποστόλου Παύλου, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε;
– Πως δεν μπορεί; Αφού μέσα από την υπακοή πηγάζει η Χάρις και της προσευχής. Κάποτε ο αρχοντάρης μιάς κοινοβιακής Μονής, είπε στον Γέροντά του:
– Γέροντα έχω περισπασμούς στο αρχοντρίκι, λόγω των πολλών επισκεπτών, και δεν μπορώ να κάνω προσευχή. Τότε ο Γέροντάς του του είπε:
– Άκουσε τέκνο μου, να κάνης υπακοή και αυτά που λέγεις ότι δεν μπορείς, να ξέρης ότι είναι του πειρασμού. Χωρίς την υπακοή, θα είσαι γεμάτος λογισμούς, οπότε αδύνατον να έχης προσευχή και λογισμούς μαζί. ῾Η υπακοή θα σού χαρίζη ειρηνική καρδιά για να μπορής να προσεύχεσαι, όταν έχης χρόνο να πηγαίνης στο κελλί σου.
– Εάν έλθουμε με κάποιον σε διένεξι και κατόπιν βάλουμε μετάνοια να συγχωρηθούμε, όμως μέσα στην καρδιά μας παραμένει κάποια ψυχρότης, ίσως και λογισμός εκδικήσεως, τι πρέπει να κάνουμε;

– Είναι ανθρώπινες αδυναμίες, τις οποίες λίγο πολύ όλοι τις έχουμε. Χρειάζεται βία εναντίον αυτού του πάθους. Χωρίς την συμφιλίωσι με τον αδελφό από καρδίας, δεν ημπορούμε να έχουμε παρρησία στον Θεό κατά την προσευχή μας. Εμείς πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να μιλάμε πρώτοι στον αδελφό που μας λύπησε και σιγά-σιγά με την Θεία βοήθεια θα καμφθή και ο αδελφός, θα μαλακώση η καρδιά του και θα μας δεχθή μέσα του ως αδελφούς του. Κάποιος Πνευματικός μου είπε, ότι πρέπει να του μιλήσουμε επί τρεις φορές· εγώ σού λέγω, να του μιλάμε συνεχώς κάνοντας και προσευχή στον Θεό για να τον φωτίση. Μη ξεχνάμε αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος· «ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη».
– Πάτερ Εφραίμ, επειδή έκαμες πολλά χρόνια ως γηροκόμος, ενθυμείσαι να μου πης καμμιά ιστορία από τους Γεροντάδες που υπηρέτησες;
– Ενθυμούμε κάποιον Διονύσιον. Καταγόταν από το Κρανίδι της Αργολίδος. Στο ῞Αγιον ῎Ορος ήλθε για πρώτη φορά σε ηλικία οκτώ ετών μαζί με τον πατέρα του.῏Ηταν σφουγγαράς ο πατέρας του, και αλίευε στην γύρω περιοχή μας σφουγγάρια. Τότε ηγούμενος ήτο ο αείμνηστος παπά Συμεών, ο οποίος τους επήρε επάνω στο ῾Ηγουμενείο και τους εφίλευσε κάτι. Τότε ο μικρός βλέποντας την τάξι, τους καλοδεκτικούς Μοναχούς και ο,τι άλλο εθαύμασε η παιδική του ψυχή, λέγει στον ῾Ηγούμενο:
– Θέλω κ εγώ να γίνω Μοναχός. Ο παπά Συμεών του είπε:
– Τώρα δεν είναι καιρός, παιδί μου, γιατί είσαι μικρός. Πήγαινε με τον πατέρα σου στην δουλειά σας και, όταν μεγαλώσης, να έλθης.
Πράγματι έφυγε με τον πατέρα του, και όταν μεγάλωσε, οι γονείς του τον επάντρεψαν. Απέκτησε δύο παιδιά, δύο αγγελούδια παιδιά και συνέχισε την δουλειά του ως σφουγγαράς, ψαρεύοντας στην θάλασσα του ῾Αγίου Ορους. Ενα καιρό του απέθανε ξαφνικά η γυναίκα του και μετά από λίγο το πρώτο παιδί του, και αργότερα, όταν εψάρευε κοντά στην ῎Ιμβρο σφουγγάρια, του απέθανε και το άλλο παιδί από ηλίασι. Τότε θυμήθηκε και πάλι το ῞Αγιο Ορος και την επιθυμία που είχε εκφράσει από μικρό παιδί. Απεφάσισε να την εκπληρώση. Πλησιάζοντας στο ῎Ορος, καθώς μου έλεγαν οι άλλοι Πατέρες, έκλαιγε από συγκίνησι και έλεγε στον εαυτόν του· «῎Εε καϋμένε Δημήτρη, τώρα στα γεράματα, καραβοτσακισμένος από τις φουρτούνες της ζωής, έρχεσαι να αφιερωθής στο Περιβόλι της Παναγίας;».

Ερχόμενος στο Μοναστήρι μας, τον συμπάθησε ο ηγούμενος παπά-Γεώργιος και του έδωσε ως διακόνημα να συνεχίση να είναι στο Μοναστήρι τώρα πλέον ο ψαράς και καπετάνιος στο πλοίο το δικό του, που το έφερε και το χάρισε εδώ. Σε όλη του την ζωή ήταν καπετάνιος. Είχε τις εικόνες της Παναγίας και του ῾Αγίου Νικολάου στο καΐκι του και πολλές φορές τον έσωσαν από τρικυμίες θαυματουργικώς. Προγνώρισε τον θάνατό του, γι᾿ αυτό και εκάλεσε τον τότε Γέροντά μας, τον παπά-Θανάση και του είπε: «Εγώ, Γέροντα, την τάδε ημέρα αναχωρώ για το μεγάλο ταξίδι, να ειπής στους Πατέρες να έλθουν να συγχωρηθούμε». Πράγματι επήγαν όλοι οι Πατέρες. Ο Γέρο-Διονύσιος επήρε και έδωσε ευχές και τελειώθηκε οσιακώς το 1932 σε ηλικία 73 ετών.

Αλλος σπουδαίος αδελφός ήταν ο γιατρός της Μονής μας, Μοναχός Νικόλαος, καταγόμενος από την Γορτυνία της Αρκαδίας. Κατ᾿ αρχάς έγινε Μοναχός στο Κελλί των Χαλδέζων στην Νέα Σκήτη, ύστερα επήγε στην Μονή Διονυσίου ησυχάζων στο Κάθισμα των ῾Αγίων Αποστόλων, και μετά ήλθε στην Μονή μας. ῏Ηταν τύπος παλαιού Μοναχού, σιωπηλός, σεμνός, ανεξίκακος, με το χαμόγελο στα χείλη, άνθρωπος της ‘Εκκλησίας, αξιοπρεπής, καταδεκτικός.

Μέσα στην εκκλησία στεκόταν στο στασίδι που είναι δίπλα στην Παναγία Γαλακτοτροφούσα, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός, ακίνητος και όρθιος.
Στο διακόνημά του ήτο ταχύς και εξυπηρετικός. ῎Ετρεχε να βοηθήση σωματικά και πνευματικά τους Αδελφούς, όχι μόνον της Μονής μας, αλλά και των άλλων Μονών και Σκητών. Ουδέποτε εζήτησε ή επεθύμησε να πάρη χρήματα για τις θεραπείες και τα φάρμακα που προσέφερε στους ασθενείς.
Μόνο μια φορά υπεχώρησε στην υπομονή ενός Μοναχού, αγιογράφου της ῾Αγίας ῎Αννης, και δέχθηκε να του αγιογραφίση τρεις εικόνες, της Παναγίας, του Τιμίου Προδρόμου και της ῾Αγίας Μαγδαληνής, αντί της αμοιβής για την ιατρική του βοήθεια στον ασθενήσαντα αγιογράφο Μοναχό.

Αυτές τις εικόνες, ύψους η κάθε μία 1,30 και φάρδους 0,70, τις εχάρισε ο αείμνηστος γιατρός, προ του θανάτου του, στην τράπεζα της Μονής μας.
Ουδέποτε, όπως μου έλεγε, παρέλειψε τον κανόνα του, τον οποίον έκαμε όχι με κομποσχοίνι, αλλά με την ώρα. Συχνά ερχόταν στο γηροκομείον και επίναμε μαζί καφέ. ῞Οταν μια φορά, καθώς έπινε το καφέ παρέλυσε το χέρι του, του χύθηκε κάτω ο καφές και εγώ πρόλαβα και τον έπιασα, διότι θα έπεφτε κάτω.
Είχε πάθει ημιπληγία. Τον πήγαμε στο δωμάτιό του. Επανήλθε κάπως, ενώ στην ομιλία του ετραύλιζε. Μετά από λίγες ημέρες εκοιμήθη εν Κυρίω το 1940. Αιωνία η μνήμη του. Σε κανέναν δεν είμαι τόσο υποχρεωμένος, πάτερ, όσο στο γιατρό.

Δεν μπορώ να μη σού διηγηθώ και τον μακαρίτη Φώτιο, που καταγόταν από τα Λαγγάδια Αρκαδίας, και απήλθε προς τις αιώνιες Μονές το 1938. Αυτός δεν περιφρόνησε μόνον γονείς, συγγενείς και περιουσία, αλλά και αυτή την αρραβωνιαστικιά του. Πολλές φορές εκείνη τον παρακαλούσε με δάκρυα πέφτοντας στα γόνατά του, να μη την εγκαταλείψη, αλλ᾿ ο ουράνιος έρως για τον Χριστό και την σωτηρία της αθανάτου ψυχής του, κατενίκησε τον ανθρώπινο και φθαρτό έρωτα.

Στο Μοναστήρι μας διέπρεψε όχι στα γράμματα και στις φιλολογίες, αλλά στην θυσία για τον πλησίον. ῏Ηταν ακούραστος στην κάθε υπηρεσία της Μονής. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να αρνήθηκε οποιαδήποτε εντολή που ελάμβανε από τον Γέροντα ή εξυπηρετήσεις στις διάφορες ανάγκες των αδελφών. Στα τελευταία του προσβλήθηκε από ημιπληγία και σε λίγο καιρό έφυγε ανεπιστρόφως για την ποθεινή πατρίδα το 1938.
Αρκετοί Πατέρες προείδαν τον θάνατόν τους. Ο Ιεροδιάκονος Σωφρόνιος, αδελφός κατά σάρκα με τον Γέρο-Ανδρέα και ανεψιοί του αειμνήστου ηγουμένου παπά-Συμεών, αξιώθηκαν θαυμαστού τέλους. ῾Ο μεν Γέρο-Ανδρέας έφυγε το 1934 σε ηλικία 85 ετών, χωρίς να γνωρίση κάποια σωματική ασθένεια, ούτε και πονόδοντο σ᾿ ολόκληρη την ζωή του, ο δε διακο-Σωφρόνιος, ετελείωσε την παρούσα βιοτή του σε ηλικία 34 ετών, μόλις τέσσαρα χρόνια αφ᾿ ότι ήλθε το 1935 στο Μοναστήρι. Αξιώθηκε να ίδη τους ῾Αγίους Προστάτας της Μονής μας, τον ῞Αγιο Νικόλαον, τον ῞Οσιο Γρηγόριο και την ῾Αγία Αναστασία την Ρωμαία, τους οποίους είδε να μπαίνουν από το παράθυρο και να του λέγουν: «Ετοιμάσου, θα έλθουμε σε τρεις ημέρες να σε πάρουμε.
Ομοίως και ο Γέρο-Σίμων προείδε τον θάνατό του. Ενώ ήταν στο κρεββάτι του στο γηροκοιμείο και ευρισκόταν προς το τέλος, σηκώθηκε, έβαλε το ράσο του και επήγε στην εκκλησία. ῾Η Μονή τότε πανηγύριζε τον Πολιούχο της, τον Αγιον Νικόλαο, τον Προστάτη των πτωχών, ασθενών και χηρών. ῞Ολοι οι Πατέρες εξεπλάγησαν, οπόταν είδαν τον Γέρο-Σίμωνα, ετοιμοθάνατο να έρχεται στους Αίνους για να προσκυνήση το Μύρο και το Αγιο Λείψανο του Προστάτου της Μονής.Ο γηροκόμος Μοναχός τον παρετήρησε. Γιατί, πάτερ Σίμων, σηκώθηκες από το κρεββάτι σου, χωρίς να με φωνάξης; «Ηλθα να προσκυνήσω τον Προστάτη μας για τελευταία φορά. Αύριο θα φύγω και μάλιστα με Δεσπότη».

Αλλος σπουδαίος αδελφός ήταν ο γιατρός της Μονής μας, Μοναχός Νικόλαος, καταγόμενος από την Γορτυνία της Αρκαδίας. Κατ᾿ αρχάς έγινε Μοναχός στο Κελλί των Χαλδέζων στην Νέα Σκήτη, ύστερα επήγε στην Μονή Διονυσίου ησυχάζων στο Κάθισμα των ῾Αγίων Αποστόλων, και μετά ήλθε στην Μονή μας.
῏Ηταν τύπος παλαιού Μοναχού, σιωπηλός, σεμνός, ανεξίκακος, με το χαμόγελο στα χείλη, άνθρωπος της ‘Εκκλησίας, αξιοπρεπής, καταδεκτικός. Μέσα στην εκκλησία στεκόταν στο στασίδι που είναι δίπλα στην Παναγία Γαλακτοτροφούσα, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός, ακίνητος και όρθιος. Στο διακόνημά του ήτο ταχύς και εξυπηρετικός.
῎Ετρεχε να βοηθήση σωματικά και πνευματικά τους Αδελφούς, όχι μόνον της Μονής μας, αλλά και των άλλων Μονών και Σκητών. Ουδέποτε εζήτησε ή επεθύμησε να πάρη χρήματα για τις θεραπείες και τα φάρμακα που προσέφερε στους ασθενείς.

Μόνο μια φορά υπεχώρησε στην υπομονή ενός Μοναχού, αγιογράφου της Αγίας Αννης, και δέχθηκε να του αγιογραφίση τρεις εικόνες, της Παναγίας, του Τιμίου Προδρόμου και της ῾Αγίας Μαγδαληνής, αντί της αμοιβής για την ιατρική του βοήθεια στον ασθενήσαντα αγιογράφο Μοναχό. Αυτές τις εικόνες, ύψους η κάθε μία 1,30 και φάρδους 0,70, τις εχάρισε ο αείμνηστος γιατρός, προ του θανάτου του, στην τράπεζα της Μονής μας.
Ουδέποτε, όπως μου έλεγε, παρέλειψε τον κανόνα του, τον οποίον έκαμε όχι με κομποσχοίνι, αλλά με την ώρα. Συχνά ερχόταν στο γηροκομείον και επίναμε μαζί καφέ. ῞Οταν μια φορά, καθώς έπινε το καφέ παρέλυσε το χέρι του, του χύθηκε κάτω ο καφές και εγώ πρόλαβα και τον έπιασα, διότι θα έπεφτε κάτω.
Είχε πάθει ημιπληγία. Τον πήγαμε στο δωμάτιό του. Επανήλθε κάπως, ενώ στην ομιλία του ετραύλιζε. Μετά από λίγες ημέρες εκοιμήθη εν Κυρίω το 1940. Αιωνία η μνήμη του. Σε κανέναν δεν είμαι τόσο υποχρεωμένος, πάτερ, όσο στο γιατρό.

Δεν μπορώ να μη σού διηγηθώ και τον μακαρίτη Φώτιο, που καταγόταν από τα Λαγγάδια Αρκαδίας, και απήλθε προς τις αιώνιες Μονές το 1938. Αυτός δεν περιφρόνησε μόνον γονείς, συγγενείς και περιουσία, αλλά και αυτή την αρραβωνιαστικιά του. Πολλές φορές εκείνη τον παρακαλούσε με δάκρυα πέφτοντας στα γόνατά του, να μη την εγκαταλείψη, αλλ᾿ ο ουράνιος έρως για τον Χριστό και την σωτηρία της αθανάτου ψυχής του, κατενίκησε τον ανθρώπινο και φθαρτό έρωτα.
Στο Μοναστήρι μας διέπρεψε όχι στα γράμματα και στις φιλολογίες, αλλά στην θυσία για τον πλησίον. ῏Ηταν ακούραστος στην κάθε υπηρεσία της Μονής. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να αρνήθηκε οποιαδήποτε εντολή που ελάμβανε από τον Γέροντα ή εξυπηρετήσεις στις διάφορες ανάγκες των αδελφών. Στα τελευταία του προσβλήθηκε από ημιπληγία και σε λίγο καιρό έφυγε ανεπιστρόφως για την ποθεινή πατρίδα το 1938.
Αρκετοί Πατέρες προείδαν τον θάνατόν τους. ῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Σωφρόνιος, αδελφός κατά σάρκα με τον Γέρο-Ανδρέα και ανεψιοί του αειμνήστου ηγουμένου παπά-Συμεών, αξιώθηκαν θαυμαστού τέλους. ῾Ο μεν Γέρο-Ανδρέας έφυγε το 1934 σε ηλικία 85 ετών, χωρίς να γνωρίση κάποια σωματική ασθένεια, ούτε και πονόδοντο σ᾿ ολόκληρη την ζωή του, ο δε διακο-Σωφρόνιος, ετελείωσε την παρούσα βιοτή του σε ηλικία 34 ετών, μόλις τέσσαρα χρόνια αφ᾿ ότι ήλθε το 1935 στο Μοναστήρι. Αξιώθηκε να ίδη τους ῾Αγίους Προστάτας της Μονής μας, τον ῞Αγιο Νικόλαον, τον ῞Οσιο Γρηγόριο και την ῾Αγία Αναστασία την Ρωμαία, τους οποίους είδε να μπαίνουν από το παράθυρο και να του λέγουν: «῾Ετοιμάσου, θα έλθουμε σε τρεις ημέρες να σε πάρουμε.

Ομοίως και ο Γέρο-Σίμων προείδε τον θάνατό του. Ενώ ήταν στο κρεββάτι του στο γηροκοιμείο και ευρισκόταν προς το τέλος, σηκώθηκε, έβαλε το ράσο του και επήγε στην εκκλησία. ῾Η Μονή τότε πανηγύριζε τον Πολιούχο της, τον ῞Αγιον Νικόλαο, τον Προστάτη των πτωχών, ασθενών και χηρών. ῞Ολοι οι Πατέρες εξεπλάγησαν, οπόταν είδαν τον Γέρο-Σίμωνα, ετοιμοθάνατο να έρχεται στους Αίνους για να προσκυνήση το Μύρο και το Αγιο Λείψανο του Προστάτου της Μονής. Ο γηροκόμος Μοναχός τον παρετήρησε. Γιατί, πάτερ Σίμων, σηκώθηκες από το κρεββάτι σου, χωρίς να με φωνάξης; «῏Ηλθα να προσκυνήσω τον Προστάτη μας για τελευταία φορά. Αύριο θα φύγω και μάλιστα με Δεσπότη».

(Συνεχίζεται)



Ετικέτες





tilegrafima.gr