Προς το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – Υπό του Γέροντος Μαξίμου Ιβηρίτου
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ – Κατόπιν των προβλεπομένων θεσμικών ενεργειών και τη του Θεού βοηθεία εστήθη η προαναγγελθείσα λαμπρά μαρμαρίνη Προτομή του επιφανούς Θρακός και ενδόξου Αγιορείτου Χαρτοφύλακος Νικηφόρου Ιβηρίτου εις την Νέαν Ηρακλείτσαν Καβάλας υπό της εκείσε δραστηρίου Αδελφότητος των Απαναχού Ηρακλειτσιανών.
Τα Αποκαλυπτήρια θα τελεσθούν μεγαλοπρεπώς παρουσία προσωπικού της Στρατιωτικής Υπηρεσίας την πρωΐαν της Κυριακής Β΄ Νηστειών (8 Μαρτίου 2026 ν.η.) μετά την Θ. Λειτουργίαν εις τον Κεντρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Γεωργίου και της Ιβηριτίσσης Παναγίας Φανερωμένης της πανοραμικής παραθαλασσίου ταύτης προσφυγικής κώμης.

Το άρτι φιλοτεχνηθέν Μνημείον, χαρακτηρίζεται ήδη ως το δεύτερον κατά σειράν Εθνικόν Μνημείον της Επαναστατικής περιόδου του 19ου αιώνος εις τον χώρον της Μακεδονίας, πέραν εκείνου η εκείνων του Σερῥαίου Αρχιστρατήγου της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά εις την ιδιαιτέραν αυτού Πατρίδα και αλλαχού.
Εις την υλοποίησιν του Μνημείου του περιωνύμου Προηγουμένου τε και Αρχιμανδρίτου Χαρτοφύλακος Νικηφόρου Ιβηρίτου συνέβαλον θεσμικώς και ηθικώς άπασαι αι Τοπικαί αρχαί, Εκκλησιαστικαί τε και Πολιτικαί, καθώς και ο Αγιώνυμος Άθως διά της Ιεράς Κοινότητος και των Ιερών Μονών Ιβήρων και Φιλοθέου.
Συμφώνως με την Αθωνικήν Ιστορίαν, ο εξ Ηρακλείτσης της Ανατ. Θράκης καταγόμενος Χαρτοφύλαξ Νικηφόρος Ιβηρίτης υπήρξεν ο πρώτος Πολιτικός και Στρατιωτικός Διοικητής < Φρούραρχος του Αγίου Όρους Άθω κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 και δή Υπαρχηγός του ενδόξου Αρχιστρατήγου της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, ηγηθείς ο ίδιος στρατεύματος χιλίων πεντακοσίων περίπου Μοναχών τε και Λαϊκών Αγιορειτών κατά τας γενομένας μάχας εις διαφόρους περιοχάς της Χαλκιδικής [= Ισθμόν Ξέρξου, Νέαν Απολλωνίαν, Κασσάνδραν κ.λπ.].
Ο επιφανής Εκκλησιαστικός και Πνευματικός ούτος ανήρ διετέλεσεν επίσης ιδιαίτερος Γραμματεύς του εν Άθω υπερορίου Πατριάρχου ΚΠόλεως Αγίου Γρηγορίου του Ε΄ και Έξαρχος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας εν Αγίω Όρει επί πολλά έτη. Ως εκ τούτου εγνώριζεν άπαντα τα περί της τότε γενομένης Εθνικής κινήσεως προς εξέγερσιν.

Ήτο έμπιστον πρόσωπον του Εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου, ως γνήσιον τέκνον της λεγομένης «Γρηγοριανής Σχολής», όπως ο Εθνεγέρτης Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Διονύσιος Β΄ Αθηνών, ο Δανιήλ Τριπολιτσάς, ο Ησαΐας Σαλώνων, κ. ά. και μάλιστα τον συνώδευσεν εις τον Οικουμενικόν Θρόνον, ότε το τρίτον εκλήθη υπό της Ιεράς Συνόδου να Πατριαρχεύση εν ΚΠόλει. Η Πατριαρχεία αύτη ήτο και η τελευταία, καθότι τη 10η Απριλίου 1821 εθανατώθη φρικτώς υπό των Τούρκων <μέ το πρόσχημα ότι ο ίδιος ήτο υποκινητής της Επαναστάσεως> και κατόπιν εσύρθη ανά τας οδούς χλευαζόμενος υπό μερίδος Εβραίων παρανόμων.
Ο Μαρτυρικός θάνατος, όν υπέστη υπό των Αγαρηνών ο Αθωνίτης Πατριάρχης του Γένους Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄, τον οποίον ηγάπων οι Αγιορείται και ετίμων ζώντα ως Άγιον, ήτο η αφορμή να εξεγερθούν ενόπλως οι Αγιορείται Μοναχοί εναντίον των τυράννων, πρωτοστατούντος του Χαρτοφύλακος Νικηφόρου Ιβηρίτου, όστις συμφώνως με χειρόγραφον ενθύμησιν του καθ’ ημάς Ιβηριτικού Αρχείου «ευρίσκετο ήδη εις συνεχή και αδιάλειπτον αλληλογραφίαν μετά του Εμμανουήλ Παπά, όταν ούτος ευρίσκετο εις τας Σέρῥας και την ΚΠολιν, παρασκευάζοντες τα της Επαναστάσεως εν άκρα μυστικότητι από του έτους 1817».
Ο Νικηφόρος συνεδέετο και μεθ’ ετέρων επιφανών προσωπικοτήτων της εποχής του, όπως και μετά του μετέπειτα Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδιστρίου. Επίσης, συνεδέετο πνευματικώς μετά του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, καθώς συνάγεται εξ εγκριτικής επιστολής και τριών ιαμβικών επιγραμμάτων, προταχθέντων του Εορτοδρομίου του Οσίου Νικοδήμου, με ακροστιχίδα:
«Νικηφόρος Χαρτοφύλαξ Ιβηρίτης»· τούτων, το πρώτον εις την βίβλον, το δεύτερον εις τον Όσιον Νικόδημον, και το τρίτον εις το όρος του Άθω.
Η προσφορά του προς την Εκκλησίαν και το Γένος ημών είναι ανεκτίμητος, διό και ετιμήθη με δύο μεγάλα Εθνικά Παράσημα. Εν Αθήναις δε όπου διέμενε κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και εν τέλει ετελεύτησεν εκ στομαχικής αδυναμίας ανήμερον των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων την 9ην Μαρτίου 1840 κατά το επικρατούν εν Ελλάδι ημερολόγιον, ελάμβανε τιμητικώς και μηνιαίαν Εθνικήν Σύνταξιν (= Ζαλουβάνιαν). Δυστυχώς, παραμένει εισέτι άγνωστος ο τόπος ταφής του εις το κλεινόν άστυ.
Είμεθα όμως βέβαιοι, ότι η μαρμαρόγλυπτος Πατριαρχική μορφή του εκεί εις την Νέαν Ηρακλείτσαν Καβάλας, αντικρύ του περιβλέπτου Θρακομακεδονικού Άθωνος, θα αποτελή εφεξής ορατόν σημείον αναφοράς δι’ όλους μας, και ασφαλώς φωτινήν πυξίδα διά την πορεία μας ως Έλληνες, οι οποίοι ένεκα της γεωγραφικής μας θέσεως και της πολιτιστικής και πνευματικής μας κληρονομίας έχομεν απαράβατον προγονικόν χρέος να φυλάττωμεν θερμοπύλας. Να έχωμεν την ευλογίαν του και ταις προς Κύριον αδιαλείπτους πρεσβείαις του.
[4/17 Φεβρ. 2026]




















