Φρέαρ του Ιακώβ: Πλήθος πιστών, ιεραρχών και επισήμων αποχαιρέτησαν τον εμβληματικό Αγιοταφίτη μοναχό στη Νεάπολη της Παλαιστίνης
Προεξάρχων ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και Πληθώρα Κληρικών
Της νεκρωσίμου ακολουθίας προεξήρξε η Α.Θ.Μ. ο Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος Γ’, ο οποίος στον συγκινησιακά φορτισμένο λόγο του εξήρε την αφοσίωση, το ανεξάντλητο πνευματικό σθένος και την ανεκτίμητη προσφορά του εκλιπόντος στην Εκκλησία της Σιών. Στο πλευρό του Μακαριωτάτου συνιερούργησαν Αρχιερείς του Πατριαρχείου, καθώς και πλειάδα Αγιοταφιτών Ιερομονάχων, Ιεροδιακόνων και μοναχών που ταξίδεψαν από κάθε γωνιά της Αγίας Γης για να αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής στον συμμοναστή τους.
Επιπλέον, το «παρών» έδωσαν εκπρόσωποι του Ιερού Κλήρου από τις όμορες περιοχές της Νεαπόλεως, καθώς και από ορθόδοξες κοινότητες ολόκληρης της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, όπως η Άκκρα, η Βηθλεέμ, η Μπετζάλλα και η Ιεριχώ. Οι τοπικοί ιερείς και οι πιστοί των ενοριών αυτών εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για την πνευματική καθοδήγηση και την ανιδιοτελή αγάπη με την οποία περιέβαλλε πάντοτε την περιοχή ο μακαριστός Γέροντας.
Υψηλές Παρουσίες και Διπλωματική Εκπροσώπηση
Η εξόδιος ακολουθία συγκέντρωσε το ενδιαφέρον πολιτικών, διπλωματικών και αυτοδιοικητικών αρχών, επιβεβαιώνοντας την ευρύτερη αναγνώριση του έργου του Γέροντος Ιουστίνου. Την ελληνική Πολιτεία εκπροσώπησε με την τιμητική παρουσία του ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδος κ. Γεώργιος Καλαντζής, συνοδευόμενος από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στα Ιεροσόλυμα κ. Δημήτριο Αγγελοσόπουλο.
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν και η παρουσία αξιωματούχων του Παλαιστινιακού Κράτους. Στην τελετή παρέστησαν ο Νομάρχης της Νεαπόλεως, η Δήμαρχος της πόλεως Τζενίν, καθώς και εκπρόσωποι των τοπικών αρχών ασφαλείας, περιλαμβανομένων του Αρχηγού της Αστυνομίας και αντιπροσωπειών του Σώματος Προσκόπων. Η παρουσία των Παλαιστινίων επισήμων υπογράμμισε τον σεβασμό που έτρεφε η τοπική κοινωνία στο πρόσωπο του Γέροντος, ο οποίος αποτελούσε γέφυρα ειρήνης, καταλλαγής και συνύπαρξης μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων της περιοχής.
Λαϊκό Προσκύνημα και η Τελευταία Επιθυμία του Γέροντος
Εκατοντάδες μοναχοί, μοναζούσες και προσκυνητές που ταξίδεψαν ειδικά για την περίσταση από την Ελλάδα, την Κύπρο και πολλές άλλες χώρες της ορθόδοξης διασποράς κατέκλυσαν τον αύλειο χώρο και το εσωτερικό του Ναού. Με έκδηλη τη συγκίνηση, οι πιστοί περίμεναν καρτερικά για να ασπαστούν το σκήνωμα του μακαριστού γέροντα και να λάβουν την τελευταία του ευλογία, μνημονεύοντας τους αγώνες του για τη διατήρηση του προσκυνήματος σε ιδιαίτερα δύσκολες ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της νεκρωσίμου ακολουθίας, πραγματοποιήθηκε η ταφή του μακαριστού Γέροντος Ιουστίνου. Ακολουθώντας την επιθυμία του ίδιου, ενταφιάστηκε στον λιτό τάφο που ο ίδιος είχε μεριμνήσει να προετοιμάσει ακριβώς μπροστά από την είσοδο του Ιερού Ναού του Φρέατος του Ιακώβ. Έτσι, ο Γέροντας παρέμεινε για πάντα «φύλακας-άγγελος» του τόπου στον οποίο αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του, αφήνοντας πίσω του ανεξίτηλο αποτύπωμα πίστης, εργατικότητας και αφοσίωσης.

Τον επικήδειον λόγον εξεφώνησεν ο Γέρων Αρχιγραμματεύς Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχος ελληνιστί:
«Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία,
κ. Γενικέ Πρόξενε της Ελλάδος,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ευλαβείς προσκυνηταί,
Αληθώς άγιος είναι ο τόπος, επί του οποίου ιστάμεθα. Ούτως μαρτυρείται εν Γραφαίς Αγίαις, εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη και κυρίως υπό του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Είναι ο τόπος, εν ώ ο Πατριάρχης Ιακώβ ώρυξε φρέαρ, ήνοιξε πηγήν, δι’εαυτόν και τα τέκνα αυτού και τα θρέμματα αυτού, (Ιω. 4, 12). Εν αυτή τη πηγή ο Ιησούς «ούτως εκάθέζετο κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας», (Ιω. 4,6).
Εις αυτήν, «γυνή Σαμαρείτις προσήλθε αντλήσαι ύδωρ», (Ιωάν. 4, 7) και συνήντησε τον Κύριον, ο Οποίος είπεν εις αυτήν ότι «πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείν», (Ιω, 4, 24) και ότι Αυτός «ο λαλών αυτή είναι ο Μεσσίας», (Ιω. 4,26).
Εκ τούτου του τόπου η γυνή «αφήσασα την υδρίαν αυτής, εξελθούσα απήλθεν εις την πόλιν» (Ιω. 4, 28), και «είπε τοις ανθρώποις, δεύτε ίδετε άνθρωπον, ός είπε μοι πάντα όσα εποίησα, μήτι ούτός εστιν ο Χριστός, επίστευσε και όντως εύρε το ύδωρ το «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», (Ιω.4, 14). Εμαρτύρησεν αυτή και η οικογένεια αυτής, δύο υιοί και τέσσαρες αδελφαί αυτής. Ώ ευλογημένη οικογένεια!
Το φρέαρ τούτο ηγιάσθη εκ της καθίσεως επί του χείλους αυτού Αυτού του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ουχ ήττον όμως και εκ των ρανίδων του αίματος του Αγιοταφίτου ιερομάρτυρος ηγουμένου αυτού Αρχιμανδρίτου Φιλουμένου, απηνώς μαρτυρήσαντος υπό ανοσίου χειρός, την 16ην/ 29ην Νοεμβρίου του έτους 1979 και αγιοκαταταχθέντος Συνοδική Αποφάσει επί της Πατριαρχίας του Μακαριωτάτου Πατρός ημών και Πατριάρχου κ. Θεοφίλου το έτος 2009.
Η αγιότης του τόπου τούτου, τα συντελεσθέντα εν αυτώ θαυμάσια της πίστεως ημών και η εις Χριστόν πίστις ημών εις Μεσσίαν, Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν, Ενανθρωπήσαντα, Σταυρωθέντα και Αναστάντα, παραμυθούν και ανακουφίζουν την συνέχουσαν την ψυχήν ημών βαθείαν θλίψιν και στενοχωρίαν, ως εκ της προς Κύριον εκδημίας του προκειμένου προσφιλούς αδελφού ημών ηγουμένου Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου.
Τελούντες σήμερον την νεκρώσιμον Ακολουθίαν και κυκλούντες το σκήνωμα αυτού, αναμιμνησκόμεθα τα του βίου και της πολιτείας αυτού. Ότι ούτος γεννηθείς εις την νήσον Κέρκυραν το έτος 1941, ήλθεν εις την Αγίαν Γήν το έτος 1961 και εζήτησε να ενταχθή εις την Αγιοταφιτικήν Αδελφότητα. Εγένετο δεκτός και εκάρη μοναχός το έτος 1962 υπό του μακαριστού Πατριάρχου Ιεροσολύμων Βενεδίκτου. Ακολούθως εχειροτονήθη εις διάκονον και Πρεσβύτερον, έλαβε το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου και υπηρέτησεν εις διαφόρους Αγιοταφιτικάς διακονίας, ως Σκευοφύλαξ εις Βηθλεέμ, ηγούμενος εις Μπετζάλλαν, Τιβεριάδα και την ιεράν Μονήν των Αρχαγγέλων εις Ιεροσόλυμα καί, κυρίως από του 1982, ως ηγούμενος του προσκυνήματος του Φρέατος του Ιακώβ.
Έκτοτε επεδόθη μετά ζήλου πολλού, ειργάσθη μετά κόπου και μόχθου διά των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών και εξεδαπάνησε τας δυνάμεις αυτού διά την ανάδειξιν του Βιβλικού προσκυνήματος τούτου επαξίως της ιστορίας και της αγιότητος αυτού. Ότε παρέλαβε την ηγουμενίαν το έτος 1982, η εορτή της Μονής την Δ΄ Κυριακήν του Πάσχα εκάστου έτους ετελείτο άνω του Φρέατος εις χώρον ατελειώτου ημιερειπωμένου ναού, ανεγερθέντος υπό του Αγιοταφίτου Μητροπολίτου Γάζης Σωφρονίου το έτος 1908, καλυπτομένου υπό τέντας.
Εις διάρκειαν όμως ολίγων ετών ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος, τη ευλογία του Πατριαρχείου, εζήτησε παρά του μακαριστού Προέδρου της Παλαιστινιακής Αυτονομίας Γιάσερ Αραφάτ άδειαν ολοκληρώσεως της ανεγέρσεως του ναού τούτου και ο Πρόεδρος Αραφάτ εις αναγνώρισιν της φιλανθρωπικής προσφοράς του Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου προς τον Παλαιστινιακόν λαόν της πέριξ περιοχής εις καιρούς «ιντιφάντας», πολιορκίας και ενδείας, εχορήγησεν αυτώ την άδειαν.
Εντός ολίγων ετών, διά της εμφύτου αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής οξυνοίας αυτού καθωδήγησε Αρχιτέκτονας, τεχνίτας και αγιογράφους, συνεκέντρωσεν υλικά και ωλοκλήρωσε τον κεντρικόν ιερόν ναόν τούτον, εν ώ ιστάμεθα προς τιμήν της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, μετά παρεκκλησίου του αγίου ιερομάρτυρος Φιλουμένου του Αγιοταφίτου και παρεκκλησίου του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου και μάρτυρος, αποστολικού πατρός και απολογητού της Εκκλησίας του πρώτου αιώνος.
Διά της ευπρεπείας αυτού εσωτερικώς και εξωτερικώς ο ναός αποτελεί το κόσμημα και το αγίασμα της πόλεως της Νεαπόλεως, εγκαινιασθείς δι’ επισήμου τελετής εγκαινίων υπό του Μακαριωτάτου Πατρός ημών και Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου το έτος 2008.
Λόγω του έργου τούτου, η Εκκλησία εις το εξής, εις εκάστην Θείαν Λειτουργίαν θα μνημονεύη τον Αρχιμανδρίτην Ιουστίνον μεταξύ των «μακαρίων και αειμνήστων κτιτόρων του ναού τούτου» και θα αναπέμπη την προσευχήν «αγίασον Κύριε τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου Σου».
Μνημονεύσαντες αξιοχρέως την ιδρυτικήν και ανακαινιστικήν δραστηριότητα ταύτην του μακαριστού Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου, παρακαλούμεν τον φιλάνθρωπον και ελεήμονα Θεόν ημών, όπως εις την φιλεύσπλαγχνον κρίσιν Αυτού λογίσηται την δραστηριότητα ταύτην υπέρ αυτού, παρίδη αυτώ είτι εκουσίως η ακουσίως ήμαρτε και χαρίσηται αυτώ ζωήν την αιώνιον εν αγαλλιάσει του φωτός της τρισηλίου Θεότητος Αυτού. Γένοιτο. Αιωνία αυτού η μνήμη».
Ακολούθως ο Επικήδειος λόγος εξεφωνήθη και διά στόματος του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ήσσα Μούσλεχ αραβιστί.
Μετά την Απόλυσιν της Νεκρωσίμου Ακολουθίας παρετέθη η «μακαρία» διά την ευχήν της αναπαύσεως της ψυχής αυτού.
































