Μητροπολίτης Λαρίσης: Η Θεσσαλία, μια περιοχή με βαθιές ρίζες στην ιστορία, την πίστη και την αγροτική παράδοση του τόπου, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μεγάλες προκλήσεις.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Το δημογραφικό, η ερήμωση της υπαίθρου, οι πληγές που άφησε πίσω της η θεομηνία Daniel, η κρίση της οικογένειας, αλλά και τα νέα δεδομένα της ψηφιακής εποχής, συνθέτουν ένα σύνθετο κοινωνικό τοπίο που απαιτεί ουσιαστικό διάλογο και βαθύτερο προβληματισμό.
Με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμο συζητούμε για τις αγωνίες της τοπικής κοινωνίας, την ανάγκη στήριξης της υπαίθρου και των νέων ανθρώπων, τον ρόλο της Εκκλησίας μέσα στις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά και τη σχέση της με την Πολιτεία.
Σεβασμιώτατε, ως Μητροπολίτης μιας μεγάλης επαρχιακής περιφέρειας, πώς βλέπετε το δημογραφικό πρόβλημα και την ερήμωση των χωριών;
Δεν νομίζω ότι λέω κάτι καινούργιο αν πω ότι έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Ειδικά για τη Λάρισα μπορώ να πω ότι ναι μεν ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά την τελευταία απογραφή, σε βάρος όμως των γύρω χωριών, τα οποία υπέστησαν κυριολεκτικά πληθυσμιακή καθίζηση. Στα χωριά παρατηρείται το εξής. Έχουν μείνει πλέον οι υπερήλικες. Εάν πεθάνει κάποιος, το σπίτι κλείνει και σπάνια ξανανοίγει, γιατί ο εναπομείνας σύζυγος, για να γηροκομηθεί, καταφεύγει στα παιδιά του είτε στη Λάρισα είτε στην Αθήνα. Τα δε παιδιά για ένα διάστημα μπορεί να επιστρέφουν έστω στις διακοπές στο χωριό, τα παιδιά τους όμως, ακριβώς επειδή δεν έχουν συνδεθεί με το χωριό και έχουν τις δικές τους παρέες και τη δική τους νοοτροπία, δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψουν. Αυτό ισχύει ακόμη κι όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, π.χ. χωράφια, τα οποία πλέον έχουν απαξιωθεί. Ιδίως μετά τον Daniel, τα πράγματα έχουν αλλάξει στον Θεσσαλικό κάμπο. Η κατάρρευση των ούτως ή άλλως απαρχαιωμένων υποδομών, η μη αποκατάστασή τους μέχρι τώρα, τα φερτά υλικά της πλημμύρας που κάλυψαν αρόσιμη γη και σε ορισμένα σημεία την έχουν καταστήσει μέχρι σήμερα άχρηστη, το κόστος των σπόρων και των φυτοφαρμάκων, οι επανειλημμένες φυσικές καταστροφές, η ευλογιά των προβάτων, η ποικιλότροπη εκμετάλλευση των παραγωγών από εμπόρους τράπεζες και εταιρείες, τα μη εξυπηρετούμενα αγροτικά δάνεια, έχουν κάνει τον πρωτογενή τομέα να ματώνει στην κυριολεξία, με το αγροτικό εισόδημα διαρκώς να συρρικνώνεται αποθαρρύνοντας τους νέους να παραμείνουν στον τόπο και να ασχοληθούν με τα παραδοσιακά επαγγέλματα. Σε αυτά προσθέστε και τη μάστιγα των φωτοβολταϊκών, που καταργούν την παραγωγική γη και αφαιρούν χρήσιμες εκτάσεις από τη διατροφική παραγωγική διαδικασία, για να υπηρετηθούν ανάγκες που θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με τη διάθεση μη παραγωγικής γης, των άγονων περιοχών. Συνακόλουθα, πολλοί προσπαθούν να πουλήσουν τα χωράφια τους, ακριβώς γιατί είτε δεν μπορούν να ασχοληθούν, είτε δεν συμφέρει να ασχοληθούν, είτε έχει υποχωρήσει η εμπορική τους αξία, άσχετα αν η αντικειμενική ανέβηκε, με αποτέλεσμα, πέραν του κόστους παραγωγής, να αυξάνονται και οι φορολογικές και οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Με λίγα λόγια, πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική συζήτηση για το τι πρέπει να γίνει, ώστε να παραμείνουν οι νέοι στην ύπαιθρο και ποια κίνητρα θα είναι ικανά να τους πείσουν να συνεχίσουν την παραγωγική παράδοση της Θεσσαλίας.
Το δυστύχημα είναι ότι πολλές φορές τις λύσεις τις προτείνουν τεχνοκράτες που μπορεί μεν να έχουν θεωρητική κατάρτιση, δεν έχουν όμως πιάσει ποτέ τσάπα στο χέρι, ή δεν έχουν την εμπειρία του πόνου για την καταστροφή ή την απαξίωση του κόπου τους.
Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από τη βιβλική καταστροφή του Daniel που ισοπέδωσε τη Θεσσαλία. Εσείς, από την πρώτη στιγμή, κάνατε έκκληση να μην εγκαταλειφθεί ο τόπος. Σήμερα, κοιτάζοντας τους Λαρισαίους στα μάτια, θεωρείτε ότι οι πληγές επουλώθηκαν ή η περιοχή κουβαλάει ακόμα ένα «βουβό» μετατραυματικό σοκ;
Δυστυχώς η απογοήτευση δεν είναι «βουβή», είναι εκκωφαντικά ηχηρή και διαρκώς διαπιστώσιμη. Με εξαίρεση κάποιες φιλότιμες προσπάθειες της Περιφέρειας Θεσσαλίας, σε συνεργασία με τους κατά τόπους Δήμους, δεν έχουμε δει τις βαθιές εκείνες τομές που θα μπορούσαν να μας πείσουν ότι γυρίζουμε σελίδα και ξεκινάμε την επούλωση των πληγών, κάτι που είναι αρμοδιότητα της κεντρικής κυβέρνησης. Τρία χρόνια τώρα βλέπουμε να γίνονται συζητήσεις, συσκέψεις, συνέδρια, έχουμε γεμίσει λόγια και από κει και πέρα… περιμένουμε.
Το έμβλημα της καταστροφής μας θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η κρεμαστή γέφυρα των Τεμπών. Κοντεύουν τρία χρόνια από την καταστροφή μας και τώρα κάτι ξεκινά να γίνεται στον χώρο. Έπρεπε να περάσουν τρία χρόνια για να δούμε κάποιες κινήσεις αποκατάστασής της; Το όμοιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την άλλη σημαντική γέφυρα που κατέπεσε στην πλημμύρα, αυτή του Παλαιόπυργου, η οποία είναι κρίσιμη για την ομαλή οδική σύνδεση των χωριών του Δήμου Τεμπών. Πραγματικά πολυκέφαλο θηρίο η ελληνική γραφειοκρατεία και μας ταλαιπωρεί, όχι μόνον με τα θέματα των αποκαταστάσεων μετά τη θεομηνία Daniel, αλλά ακόμη και με τα θέματα των αποκαταστάσεων μετά τον σεισμό της 3ης Μαρτίου 2021. Στο Δαμάσι, όπου το επίκεντρο του σεισμού, κάποιοι έβγαλαν πέμπτο χειμώνα στα container, που τους δόθηκαν για να στεγαστούν «προσωρινά». Όλα δείχνουν πως δυστυχώς, θα βγάλουν και έκτο. Εδώ οφείλω να ομολογήσω το ουσιαστικό έργο των Ιερών Μητροπόλεων της Θεσσαλίας, χάρη στο οποίο οι άνθρωποι ανακουφίζονται και βρίσκουν παρηγοριά κι ελπίδα.
Διακρίνουμε μια γενικευμένη κρίση στην ελληνική οικογένεια, με έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας και της παραβατικότητας των ανηλίκων. Η Μητρόπολή σας επενδύει πολύ στις «Σχολές Γονέων». Πού εντοπίζετε τον πυρήνα του προβλήματος; Φταίει η οικονομική πίεση, η ψηφιακή αποξένωση ή έχει χαθεί το πνευματικό κέντρο βάρους μέσα στο σπίτι;
Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Και όλα αυτά που αναφέρατε, και πολλά άλλα. Όλα αυτά όμως, έχουν τις ρίζες τους στο πρόβλημα που ονομάζεται «αποχριστιανοποίηση» της κοινωνίας. Είναι ένα φαινόμενο που κυριαρχεί όχι τόσο στην Ελλάδα, όσο στην Ευρώπη. Μας επηρεάζει όμως, καθώς οδηγεί σε αποξένωση από την παράδοσή μας, τις ρίζες μας και τα ιδανικά μας. Δημιουργεί συνθήκες κυριαρχίας του ατομισμού και επομένως, αντιμάχεται ό,τι το ομαδικό, ό,τι το συνολικό. Η Εκκλησία υπάρχει ως Σώμα Χριστού, ως το σύνολο της λατρεύουσας κοινότητας, ενώ η οικογένεια υφίσταται ως κατ’ οίκον Εκκλησία, χώρος προσφοράς και αυτοθυσίας. Αυτές οι έννοιες συνήθως περιφρονούνται στην εποχή μας, με αποτέλεσμα να αποτυπώνονται συνθήκες παρακμής και διάλυσης στην κοινωνία. Ο Χριστός μας είπε ότι είναι η οδός κι όσο χάνουμε αυτόν τον δρόμο, τον δρόμο μας ουσιαστικά, τόσο θα ταλαιπωρούμαστε περιπλανώμενοι σε «ακάνθας και τριβόλους».
Ζούμε στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και της απόλυτης ψηφιακής κυριαρχίας. Ως ένας άνθρωπος με βαθιά νομική και θεολογική παιδεία, σας τρομάζει αυτή η εξέλιξη για το μέλλον του ανθρώπινου προσώπου;
Πιστεύω ότι δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει το τι έχουμε καταφέρει, τι έχουμε δημιουργήσει. Το ανακαλύπτουμε σταδιακά. Προσεύχομαι να μην βρεθούμε προ δυσάρεστων εκπλήξεων και διαπιστώσεων. Γεγονός όμως, είναι ότι διαπιστώνονται στοιχεία αναιρετικά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της προσωπικής ελευθερίας, καθώς και της πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Δημιουργείται ένα κλίμα υποταγής στην ιδέα ότι πρέπει να παράγουμε, με αντάλλαγμα επίγειες απολαύσεις και εξασφαλίσεις, την ίδια στιγμή που καταγράφονται τα πάντα, χωρίς δυνατότητα ελέγχου από μέρους του ενδιαφερομένου ως προς το τι πληροφορίες έχουν καταγραφεί περί αυτού και το κυριότερο, πού έχουν καταγραφεί, ποιος έχει πρόσβαση και ποιος μπορεί να τις επεξεργαστεί. Το παρελθόν μας έχει διδάξει ότι χρειάζεται ψυχραιμία κι όχι πανικός, για να μπορέσουμε με πνευματικό τρόπο να αντιμετωπίσουμε τα νέα δεδομένα και να δημιουργήσουμε δικλείδες ασφαλείας. Ήδη έχει ξεκινήσει ο σχετικός διάλογος και μέρα με τη μέρα γίνονται βήματα, ώστε η Τεχνητή Νοημοσύνη να μην οδηγήσει σε κλίμα απόλυτης ψηφιακής κυριαρχίας, αλλά αντιμετωπιζόμενη ως εργαλείο, να στρατευθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου και τη διαμόρφωση συνθηκών ποιότητας ζωής. Κι εκεί έχουν σπουδαίο ρόλο να παίξουν οι πνευματικοί άνθρωποι.
Η ψηφιακή εποχή έχει ανοίξει νέους δρόμους επικοινωνίας, με πολλούς κληρικούς να αξιοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προσεγγίσουν το νεανικό κοινό. Κατά τη γνώμη σας, πώς μπορεί να διατηρηθεί η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη σύγχρονη ψηφιακή ιεραποστολή και την ανάγκη διαφύλαξης της πνευματικής σοβαρότητας και της εσωτερικότητας που παραδοσιακά χαρακτηρίζει το ιερατικό σχήμα;
Πριν λίγα χρόνια μία Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου προσπάθησε να κανονικοποιήσει όλη αυτήν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να ξεκαθαρίσουν λίγο τα πράγματα ως προς το τι είναι εκκλησιαστικό και τι προσωπική άποψη. Διότι δυστυχώς εκεί έγκειται το πρόβλημα, ο πολύς κόσμος βλέπει έναν ρασοφόρο να μιλά, να εκφράζεται, να δημιουργεί κλίμα, πιστεύοντας ότι απηχεί τις απόψεις της Εκκλησίας, την ίδια στιγμή που δυστυχώς διαπιστώνεται ότι μόνον προσωπικές απόψεις εκφράζει δημιουργώντας πλάνες και προβλήματα. Οι ιστοσελίδες των Ιερών Μητροπόλεων, των Ιερών Ναών, καθώς και των Ιερών Μονών που υπάγονται σε αυτές, έχουν να προσφέρουν πολλά, καθώς κινούνται υπό την ποιμαντική ευθύνη του οικείου Επισκόπου και των οργάνων της κάθε Ιεράς Μητροπόλεως.
Από εκεί και πέρα όμως, ιδίως οι προσωπικοί λογαριασμοί Κληρικών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρειάζονται προσοχή. Ως πολίτες του Κράτους, στα πλαίσια της ισονομίας, έχουν το δικαίωμα στη δημόσια έκφραση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η εμπειρία όμως, έχει διδάξει ότι πολλοί έχουν εκτεθεί στα μάτια των ανθρώπων, ενώ άλλοι έχουν οδηγηθεί ακόμη και σε συνοδικά ή και πολιτικά δικαστήρια, καθώς υπέπεσαν σε κανονικά ή και κοινά παραπτώματα. Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι από αυτούς δεν κατάλαβαν καν τι έκαναν ή τι έπαθαν, ενώ σε πολλούς που διατηρούν τέτοιους λογαριασμούς περισσεύει ο αυτοθαυμασμός και ελλείπει η αυτογνωσία. Όταν γίνεσαι Κληρικός, είσαι του Θεού κι όχι του εαυτού σου. Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε και στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από Κληρικούς, θα λυθούν αυτόματα πολλά ζητήματα.
Λόγω των νομικών σας σπουδών, γνωρίζετε άριστα τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Πιστεύετε ότι ο διακριτός ρόλος των δύο θεσμών λειτουργεί σωστά στην Ελλάδα του 2026, ή υπάρχουν ακόμα «γκρίζες ζώνες» που δημιουργούν παρεξηγήσεις και στις δύο πλευρές;
Στενοχωρούμαι διότι βλέπω μια προσπάθεια του Κράτους να υποσκελίσει την Εκκλησία ακόμη και σε θεσμικό επίπεδο. Κάποιοι παρεξηγούν την ευγένεια και την πραότητα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου μας και προσπαθούν να επιβάλουν πολιτειοκρατικές αντιλήψεις και μεθοδεύσεις σε βάρος της διακριτότητας των ρόλων Εκκλησίας και Πολιτείας. Κλασικό παράδειγμα ο νόμος περί εφημεριακών θέσεων, ο οποίος ενώ έχει αρκετά καλά στοιχεία, έχει και προβληματικές διατάξεις οι οποίες πρέπει να αναθεωρηθούν γιατί καταστρατηγούν την αρχή της αναλογικότητας και δημιουργούν υπέρμετρες δεσμεύσεις. Το πρόβλημα επιτείνει η εφαρμοστική εγκύκλιος του νόμου, όπου προβλέπονται πράγματα που ο νόμος δεν τα θεσπίζει, με αποτέλεσμα οι υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου να δρουν ως υπερνομοθέτες και να θεσπίζουν επί πλέον δεσμεύσεις για την Εκκλησία. Επίσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτειοκρατικών τάσεων είναι οι διατάξεις για τα μητρώα θρησκευτικών λειτουργών, στις οποίες οι διαφωνίες της Εκκλησίας δεν έχουν ληφθεί καθόλου υπόψη. Δυστυχώς και πάλι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ νομοθετικών προβλέψεων και εφαρμοστικών εγκυκλίων. Κάποιοι ενεργούν υποβολιμαία.
Πιστεύετε ότι υπάρχει σήμερα προκατάληψη απέναντι στην Εκκλησία ή η ίδια η Εκκλησία οφείλει να κάνει περισσότερη αυτοκριτική;
Κάποιοι είναι προκατειλημμένοι εναντίον της Εκκλησίας, είτε επειδή έτσι μεγάλωσαν, είτε επειδή στην πορεία της ζωής τους «δυσκολεύτηκαν» από κάποιον Κληρικό. Κάποιοι είναι φανατικοί σε απόψεις και θέσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πολιτικές, επενδύονται όμως, με μανδύα θρησκευτικότητας κι έτσι στο όνομα της «εκκλησίας» αντιμάχονται την Εκκλησία. Οι περισσότεροι δυστυχώς είναι αδιάφοροι. Θα συμπεριφερθούν ευγενικά κατά την παρουσία τους στον Ναό για κάποιο Μυστήριο, αλλά πέραν τούτου δεν επιθυμούν βαθύτερες και ουσιαστικότερες σχέσεις. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι το διαχρονικό «έρχου και ίδε» (Ιω. α΄,39) του Φίλιππου προς τον Ναθαναήλ. Η ευθύνη της Εκκλησίας έγκειται στο τι και κυρίως ποιόν θα βρουν όσοι προσέλθουν προς Αυτήν. Από αυτήν την άποψη αναδεικνύεται πρώτιστα η ευθύνη ημών των Επισκόπων για το ποιους χειροτονούμε, πώς τους καταρτίζουμε ώστε να αναλάβουν το μέγα έργο της διαποιμάνσεως «ψυχών υπέρ ων Χριστός απέθανεν». Η αυτοκριτική της Εκκλησίας γίνεται τόσο σε επίπεδο προσωπικό, του κάθε στελέχους που έχει την παραμικρή ευθύνη στο εκκλησιαστικό σώμα, κυρίως όμως σε επίπεδο Συνόδων και μάλιστα της Ιεραρχίας, όπου εκεί δίνεται ή θα έπρεπε να δίνεται η δυνατότητα να θέσουμε «τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων».
Σεβασμιώτατε, αν κοιτάξετε τη Λάρισα και την Ελλάδα δέκα χρόνια μπροστά, ποιο είναι το όνειρό σας για την Εκκλησία και ποια η προσευχή σας για τον τόπο;
Προσεύχομαι να ατενίσω «μια πατρίδα ευλογημένη απ’ τον Θεό, προικισμένη μ’ έναν θείο παραδείσου θησαυρό». Προσεύχομαι να πάψει η διαίρεση κι η ιδιοτέλεια κι επιτέλους να σοβαρευτούμε! Οι καιροί ου μενετοί!
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”























