Προς το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – Υπό του Γέροντος Μαξίμου Ιβηρίτου
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ – Η κτίσις της Κωνσταντινουπόλεως (τής Πόλεως της Θεοτόκου) υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου και τά μελλούμενα αυτής.
{Εκ του Χρονογράφου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μονεμβασίας κυρίου Δωροθέου. Πρώτη έκδοσις 1631].
« α΄. Κωνσταντίνος ο Μέγας, αυτός ο Άγιος και φιλόχριστος οπού έκτισε αυτήν την Κωνσταντινούπολιν, και εις όνομα αυτού την ωνόμασε Νέαν Ῥώμην. Έκτισε δε αυτήν [= την ετελείωσεν] εν έτει ‚εωλή. Μηνί Μαΐω. [= 5838 από κτίσεως Κόσμου· ήτοι το 330 μ.Χ.].
Ήτον δε ο Μέγας Κωνσταντίνος επί πάσι καλός και λαμπρός, ανδρειωμένος και φρόνιμος, και η συντυχία του πεπαιδευμένη, και ήμερος και δικαιότατος, και εις ευεργεσίας έτοιμος, εις το σώμα και εις το είδος ωραϊσμένος και ευθεντικός. Και εν εκείναις ταις ημέραις του ήλθεν ενθύμησις υπό του Κυρίου εις τον ύπνον του, ότι να κτίση Πόλιν τη Θεοτόκω εις τον τόπον, όπου θέλει του δείξη.
Και επήγαινεν από τόπου εις τόπον, και εγύρευε να εύρη τόπον επιτήδειον. Ήλθε και εις την Θεσσαλονίκην, και αρεσέ του ο τόπος, και έκαμεν εκεί χρόνους δύο. Και έκτισε ναούς θαυμαστούς και λουτρά, και νερά εύμορφα έφερε, και τότε έπιασε το θανατικόν εις την Θεσσαλονίκην, και εμίσευεν απ’ εκεί, και ήλθεν εις την Χαλκηδόνα της Βιθυνίας, την οποίαν εχάλασαν οι Πέρσαι, και ήρχισε και έκτιζε. Και κτίζωντας αυτήν, επήγαιναν οι αετοί και ήρπαζαν τα σύνεργα και τα έρῥιπταν εις το Βυζάντιον. Όμως ο Βασιλεύς επήγε και είδε και την Τρωάδα, οπού επολεμήθη χρόνους εννέα διά την Ελένην του Μενελάου και ηβουλήθη εκεί να κτίση την Πόλιν.
Και ούτως είδεν εις τον ύπνον του, ότι να κτίση την Πόλιν. Και ως έκτιζε την Χαλκηδόνα, έπαιρναν οι αετοί τους λίθους και τους έφερναν εις το Βυζάντιον. Και δεν το έκαμαν τούτο μόνον μίαν φοράν, αμή πολλαίς.
Θεού δε σοφία, ένας από τους υπηρέτας του Βασιλέως, το όνομα Ευφρατάς, είπε του Βασιλέως, ότι ο Χριστός και η Αγία Μητέρα αυτού η Θεοτόκος, εκεί θέλουν εις το Βυζάντιον να κτισθή η Πόλις. Και εν τώ άμα επήγεν ο Βασιλεύς εις το Βυζάντιον, και είδε τόπον ευμορφότατον και επιτήδειον, και ήρεσέ του πολλά. Και ενθυμήθη και το όραμα οπού είδεν, ότι ήθελε να κτίση την Τρωάδα, οπού του απεκάλυψεν, ότι <τό Βυζάντιον να κτίσης, και εκεί να κάμης Πόλιν>. Και όταν ήθελε να σημαδέψη τον τόπον να την κάμη, ήτο εις αδημονίαν μεγάλην πως να την κάμη, και πόσον μεγάλην καί ευμορφοτάτην, οπού να μην ευρίσκεται εις όλην την οικουμένην, δευτέρα Πόλις να ομοιάζη.

Και ούτως είδε θείον Άγγελον εις τον ύπνον του, και είπέ του, ότι <μή λυπείσαι και αδημονείς ποταπώς να κτίσης την Πόλιν, αμή τούτο σου λέγω, ότι το πρωΐ εγώ θέλω υπαγαίνειν ομπρός, και σύ έρχου κατόπιν, και σημάδευε τον τόπον, και εκεί να κτίσης τειχία της Πόλεως οπόθεν εγώ υπαγαίνω. Και ως εξημέρωσεν, έκραξεν ο Βασιλεύς τον πρωτομαΐστορα και είπέ του, ότι ελθέ μετ’ εμού, και οπού αν εγώ περπατώ, εσύ σημάδευε τον τόπον, όπου θέλω κτίσω Πόλιν εις το όνομά μου>.
Και ούτως υπήγαινεν ομπρός ο Άγγελος, και τινας δε τον έβλεπε, μόνον ο Μέγας Κωνσταντίνος, και από τον Μέγαν Κωνσταντίνον ο πρωτομαΐστωρ, και εσημάδευε τον τόπον, έως οπού εγύρισεν όλον τον τόπον τον γύρον έξωθεν του Βυζαντίου σημαδεύοντας.
Και τότε ήρχιζαν και έκτιζαν, και επιστάτην εις το κτίσμα έβαλε τον Ευφρατάν. Και έδωκέ του βίον πολύν και εξωδίαζε, και έκτιζαν αυτήν μετά πολλής εξόδου και πολλής φιλοτιμίας. Και έκαμε μέσα πολλά και μεγάλα σπίτια και αυλαίς αρχοντικαίς. Και έφερεν ο Βασιλεύς από την Ῥώμην και από άλλας πόλεις άρχοντας ευγενικούς και ενδόξους μετά του λαού αυτών, και έκαμεν αυτών τα σπίτια τα θαυμαστά τα ωραιότατα, καθώς τα είχαν εις την Ῥώμην. Και έδωκεν αυτούς ευεργεσίας μεγάλας και τιμάς βασιλικάς, και εκατοίκησαν εις την Πόλιν. Και τόσον τους επλούτισε και τους ανέπαυσεν ο Βασιλεύς, ότι όλοι ελησμόνησαν τας πατρίδας αυτών και την ευημερίαν οπού είχαν.
Έκτισε δε ο Βασιλεύς και παλάτιον εδικόν του ποικίλον και εξαίρετον. Και το ιπποδρόμιον, και τους δύο εμβόλους [=σκεπαστάς στοάς επί των μεγάλων λεωφόρων], και τον Φόρον [= επιβλητικήν κυκλικήν πλατείαν]. Έστησεν εις τον Φόρον μίαν κολώναν μονόλιθον πορφυράν [= στήλην ύψους 50 μ.], μεγάλην και θαυμαστήν, και υψηλοτάτην, η οποία φαίνεται έως την σήμερον.
Και επάνω εις την κολώναν έστησεν έναν ανδριάντα, τον οποίον έφερεν από την Ηλιούπολιν της Φρυγίας, έχωντας επί της κεφαλής αυτού ακτίνας επτά. Την δε κολώναν έφερεν από την Ῥώμην [= από τον εκείσε ναόν του Απόλλωνος και έκαμεν] έως εις την Πόλιν χρόνους τρείς. Και να την ανεβάσουν από την θάλασσαν εκεί οπού την έστησαν χρόνον ένα. Και όταν την ανέβαζαν αυτήν, έτρεχε πλήθος λαού, και έβλεπαν και εβοήθουν. Ο δε Βασιλεύς μετά πολλής χαράς εμοίραζε το χρυσίον εις τον λαόν, διά να δουλεύουν προθύμως την υπηρεσίαν εκείνην.

Και εκεί οπού ήθελαν να στήσουν την κολώναν και να την θεμελιώσουν, έβαλε τους δώδεκα κοφίνους, οι οποίοι εγέμισαν τα περισσεύματα των τραπεζών, όταν ευλόγησεν ο Χριστός τους πέντε άρτους και εχόρτασαν αι πέντε χιλιάδες άνδρες χωρίς γυναικών και παιδίων. Έβαλε και άγια λείψανα, και τα καρφία του Τιμίου Σταυρού προς φύλαξιν και αγιασμόν. Έκαμαν δε τέχνας μεγάλας και κατασκευάς, και χρυσίον πολύ εξώδιασεν ο Βασιλεύς διά να στήση αυτήν την κολώναν.
Έκτισε δε ο Βασιλεύς και μεγάλους ναούς, την Αγίαν Σοφίαν, τους Αγίους Αποστόλους, την Αγίαν Ειρήνην, τον ναόν του Αγίου Μωκίου, και τού αρχιστρατήγου Μιχαήλ εν τώ Ανάπλω. Και έδωκεν εις αυτούς σκεύη πολλά και διάχρυσα μετά λίθων και μαργαριταρών. Και έδωκεν και καθολικόν ορισμόν, ότι να καταλύσουν τους ναούς των ειδώλων οπούθεν ευρίσκονται, και να κτίζουν εκκλησίας των Χριστιανών.
Εβαπτίσθησαν δε τότε οι Ινδοί οι πλέα μέσα βαθύτεροι [= οι περισσότεροι εκ των ευρισκομένων εις το εσωτερικόν της χώρας των], τους οποίους εδίδαξε τον λόγον του Θεού Φρουμέντιος ο φιλόσοφος από την Τύρον, μετά Μεροπίου και Αιδεσίμου των μαθητών αυτού, ο οποίος επήγεν εκεί, Θεού οικονομία, διά να ιδή τους τόπους εκείνους.
Ομοίως επίστευσαν και οι Ίβηρες από μιάς γυναικός αιχμαλώτου Χριστιανής [= της Ισαποστόλου Αγίας Νίνης], η οποία έκαμε θαύματα μεγάλα, δυνάμει Θεού· μια δε ημέρα επήγεν ο Βασιλεύς της Ιβηρίας εις το κυνήγιον και ετυφλώθη, και αυτή η γυναίκα εθεράπευσεν αυτόν τη δυνάμει του θαυματοποιού Θεού, και έλαβε την υγιείαν των οφθαλμών του. Ομοίως και οι Αρμένιοι επίστευσαν εις τον Χριστόν συνεργεία του Βασιλέως αυτών, και Γρηγορίου του επισκόπου αυτών.
Τώ δε κ΄(20ώ) χρόνω της βασιλείας του επληρώθη και ετελειώθη το κτίσμα της Κωνσταντινουπόλεως, έτος από κτίσεως κόσμου ‚εωλή (5838 από κτίσεως Κόσμου)[=330 μ.Χ.], την οποίαν ωνόμασεν ο Βασιλεύς εις το όνομα αυτού Κωνσταντινούπολιν και Νέαν Ῥώμην. Και ενομοθέτησεν αυτήν ίνα έχη και σύγκλητον και άρχοντας και μεγιστάνους, και στρατηγούς. Και εκαλλώπισε την Πόλιν άπασαν εις πάσαν ευμορφίαν μετά κολώνων και ανδριάντων, και χρυσίου και αργυρίου και χαλκού και μαρμάρου. Και από πάσαν πόλιν και χώραν έφερε πράγματα, και εκαλλώπισεν αυτήν, και έστεψεν αυτήν δι’ εγκαινίων, εορτών και πανηγύρεων μεγάλων, ίνα είναι η βασίλισσα και κυρία πασών των πόλεων.
Και έκαμεν ο Βασιλεύς χαράν μεγάλην, και ευχαριστίαν και ύμνους εις τον Θεόν. Και εκράτησεν η χαρά ημέρας πολλάς. Και εις το ύστερον έκαμε λιτήν [= ικεσίαν] μετά του αρχιερέως, και ιερέων, και μετά των αρχόντων αυτού και παντός του λαού, και παρέδωκε την Πόλιν εις την Οδηγήτριαν, την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, ίνα κυβερνή και διατηρή και σκέπη αυτήν ως Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, ως έχουσα παρῥησίαν εις τον Υιόν αυτής τον μονογενή. Και ο λαός όλος επαίνεσε τον Βασιλέα εις την γνώσίν του, και εις εκείνα οπού έκαμε. Γυρίζει δε αύτη η Κωνσταντινούπολις τον γύρον, μίλια ιη΄(18) [= είχε δηλ. περιφέρειαν 27.630 μ., συμφώνως με το Ῥωμαϊκόν μίλιον, το αντιστοιχούν με 1.535 μ.].
β΄ [Ο θάνατος του Μεγάλου Κωνσταντίνου].
Τώ δε λ΄ (τριακοστώ) χρόνω της αυτού βασιλείας, επέρασεν εις την Νικομήδειαν διά να πάρη φουσάτα να υπάγη εις την Περσίαν να πολεμήση, και εκεί εις την Νικομήδειαν ασθενήσας απέθανεν [= κατά τους Ευσέβιον, Σωκράτην και Σωζόμενον, αιτήσας ούτος και λαβών το θείον Βάπτισμα και των λοιπών αγίων Μυστηρίων αξιωθείς, ετελεύτησε το 337 μ.Χ. κατά την 21ην η 22αν Μαΐου, ημέραν της Πεντηκοστής].
Έζησε δε χρόνους ξε΄ (65), εβασίλευσε χρόνους λα΄ (31) και μήνας ι΄ (10). Έγραψε δε διαθήκην, και αφήκε την βασιλείαν εις τους τρείς υιούς αυτού: εις Κωνσταντίνον, εις Κωνστάντιον και εις Κώνσταν.
Και του Κωνσταντίου έδωκε την Ανατολήν όλην, και το κάστρον οπού έκτισε την Κωνσταντινούπολιν, του Κώνστα έδωκε ταις Γαλλίαις, την Ῥώμην και την Ιταλίαν. Τώ δε Κωνσταντίνω έδωκε τας άνω Γαλλίας και τας Βρετανικάς νήσους.
Και την διαθήκην την έδωκε του πνευματικού της Βασιλίσσης της αδελφής του Βασιλέως, ήγουν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διά τον οποίον δεν ήξευρεν ο Βασιλεύς ότι είναι αιρετικός και βοηθός του Αρείου, και επαρήγγειλε να μη την δώση τινός, μόνον εις τον υιόν του Κωνστάντιον εις τας χείράς του.
Ο δε Κωνστάντιος ήλθεν από την Ανατολήν και έφερε το λείψανον του πατρός αυτού μετά πάσης βασιλικής τιμής εις την Κωνσταντινούπολιν, και έθαψάν το εν τώ ναώ των Αγίων Αποστόλων [= ένθα ενωρίτερον ετάφη πρώτη εκ των χριστιανικωτάτων Βασιλέων και η μακαρία μήτηρ αυτού Βασίλισσα και Ισαπόστολος Αγία Ελένη, ζήσασα χρόνους π΄ (ογδοήκοντα)].
Ο δε πνευματικός επήγεν εις τον Κωνστάντιον, και λέγει του, ώρισε την διαθήκην. Και ως είδεν αυτήν, εχάρη μεγάλως, και είχεν αυτόν εις το παλάτι αυτού εις μεγάλην τιμήν, και ετίμα τον ως πατέρα αυτού.
<Η διαδοχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου επανέφερε, τρόπον τινά, τον χωρισμόν εις τα δύο της αυτοκρατορίας, ήτις προϋπήρχε το 314 μ.Χ. Την Ανατολήν εκληρονόμησεν ο Κωνστάντιος, ενώ την Δύσιν, με πρωτεύουσαν την Treves (Tiers), έλαβεν ο μεγάλος αδελφός του, Κωνσταντίνος Β΄.
Το 340 μ.Χ. (μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου), ο τρίτος αδελφός Κώνστας, εις τον οποίον είχε δοθή το Ιλλυρικόν, όπερ τότε ανήκεν εις την Δύσιν, ανέτρεψε τον Κωνσταντίνον Β΄ και εγκατέστησε την πρωτεύουσαν αυτού εις το Μιλάνον (Μεδιόλανα), όπου εβασίλευσε μέχρι τας 18 Ιανουαρίου του 350 μ.Χ. Από της ημερομηνίας ταύτης και μέχρι του 361 μ.Χ., ο Κωνστάντιος Β΄ έμεινε μόνος αυτοκράτωρ>.

γ΄. [Περί του λειψάνου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οπού το έφερεν ο υιός αυτού Κωνστάντιος από την Νικομήδειαν].
Ωσάν εβασίλευσεν ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έφερε το λείψανον του πατρός αυτού από την Νικομήδειαν [= της Προποντίδος] μετά πάσης βασιλικής τιμής εις την Κωνσταντινούπολιν και έθαψεν αυτό μετά δόξης, τιμής παρῥησίας βασιλικής μεγάλης εν τώ ναώ των Αγίων Αποστόλων. Και απάνωθεν εις το σκέπασμα του τάφου αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πρώτου Βασιλέως [= των Ελλήνων Χριστιανών], ευρέθησαν τινές σοφώτατοι άνδρες ηγιασμένοι και προορατικοί τώ καιρώ εκείνω και έγραψαν ταύτα τα κάτωθι γράμματα εις αυτό το σκέπασμα του τάφου, το οποίον ήτο πορφυρόν.
Και ταύτα τα γράμματα δεν ήσαν κατά λεπτώς η εξήγησις όλη το τι λέγουν, αμή έγραψαν μόνον τα στοιχεία των γραμμάτων. Και ταύτα τα γράμματα εδιελάμβαναν περί της βασιλείας των Τούρκων, και περί του τέλους αυτής, λέγονται δε χρησμοί. Τα οποία τα εξήγησεν ο σοφώτατος Πατριάρχης κύριος Γεννάδιος [= ο πρώτος μετά την Άλωσιν Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος], ο οποίος ήτο εις τον καιρόν της βασιλείας του κυρίου Ιωάννου του Παλαιολόγου, οπού έκαμε τον ογδόην Σύνοδον εις την Φιωρέτζα [= Φερῥάραν}Φλωρεντίαν το 1438-1439]. Και όταν τα εξήγησε ήτο κοσμικός και κριτής της βασιλικής κρίσεως, τα οποία γράμματα οπού ήσαν εις τον τάφον του Μεγάλου Κωνμσταντίνου ήσαν ψηφία των ονομάτων, ως είπομεν άνωθεν και ιδέτε αυτά.
δ΄. [Γράμματα οπού ευρέθησαν επάνω εις τον τάφον του Μεγάλου Κωνσταντίνου και η εξήγησις αυτών παρά του Γενναδίου Σχολαρίου].
< Τ π τ τ ι δ η β σ λ τ. ι μ λ ο κ λ μ ν
= Τη πρώτη της Ινδίκτου, η βασιλεία του Ισμαήλ ο καλούμενος/
< Μ α μ θ μλ δν τρπς γν το ολ γ τ ε
= Μωάμεθ μέλλει διά να τροπώση γένος των Παλαιολόγων, την Ε/
< π τ λ φ κ ρ.τ σ ε σ θ β λ σ ε θν π π λ κ τ ξ
= Επτάλοφον κρατήσει έσωθεν βασιλεύσει έθνη πάμπολλα κατάρξη,/
< κ τ ν σ ε ρ μ σ μ χ ρ τ ε ξ ν π τ ι ς γ τ ν
= και τας νήσους ερημώσει, μέχρι του Ευξ(ε)ίνου Πόντου, Ιστρογείτονας/
< π θ σ τ ο γ δ τ ι δ κ τ π λ π ν σ κ τ ξ τ ε ν
= πορθήσει, τη ογδόη της Ινδίκτου, Πελοπόννησον κατάρξει, τη εννά-/
< τ τ ι δ κ ε τ β ρ τ μ ρ μ λ δ ν ς τ σ
= τη της Ινδίκτου, εις τα βόρεια μέρη, μέλλει διά να στρατεύση/
< τ δ κ τ τ ι δ κ τ τ δ μ τ τ ρ π σ π λ ε π ς
= τη δεκάτη της Ινδίκτου, τους Δαλμάτας τροπώσει, πάλιν επιστρέ-/
< ψ ε τ χ ν τ δ ν τ π λ μ ε γ ρ μ γ μ ρ κ
= ψει έτι χρόνον, τοις Δαλμάταις πόλεμον εγείρει μέγαν, μερικόν/
<τ σ τ ρ β η ν κ τ π θ κ τ φ λ σ τ φ σ ι δ τ ε π
= τε συντριβήναι, και τα πλήθη, και τα φύλλα, συνοδή των Εσπε-/
< ρ δ θ λ σ κ ξ ρ τ π λ μ σ ν ψ κ τ
= ρίων, διά θαλάσσης και ξηράς, τον πόλεμον συνάψουν, και τόν/
< ι σ μ λ τ ρ π σ τ α π γ ν α τ β σ λ σ ε λ μ
= Ισμαήλ τροπώσουν, τον (*) απόγονον αυτού βασιλεύσει, έλαττον μι-/
< κ ρ ο λ γ τ δ ξ θ γ ν α μ μ τ τ π κ τ ρ ο λ
= κρόν ολίγον. Το δε Ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλων,
< ι μ λ τ π σ τ ε π τ λ φ ε π ρ ο μ τ τ π ρ
= Ισμαήλ τροπώσουν, την Επτάλοφον επάρουν μετά των προνο-
< μ τ τ π λ μ ε γ ρ ε φ λ η γ ρ ω ν μ χ τ
= μίων. Τότε πόλεμον εγείρουν, έμφυλον ηγριωμένον, μέχρι τής
< π π τ ω ρ κ φ ν β σ τ τ ς ς μ τ φ β
= πεμπταίας ώρας. Και φωνή βοήσει τρίτον, στήτε στήτε μετά φόβου,
< σ π σ τ π λ σ δ ω ε τ δ ξ τ μ ρ ά δ ε ρ τ
= σπεύσατε πολλά σπουδαίως, εις τα δεξιά μέρη, άνδρα εύρητε
< γ ν θ μ ς κ ρ μ λ ο τ τ ε ξ τ δ σ π τ φ λ
= γενναίον, θαυμαστόν και ῥωμαλαίον, τούτον έξετε δεσπότην, φίλος
< γ ε μ υ π χ κ α τ π ρ λ β τ θ λ μ ε μ π λ
= γάρ εμός υπάρχει, και αυτόν παραλαβόντες, θέλημα εμόν πλη-
< ρ τ = ρούται.
(*) Εις μερικάς εκδόσεις του Χρονογράφου, το κείμενον συνέχιζε με την φράσιν: «τήν Επτάλοφον επάρουν μετά των προνομίων», και δεν υπήρχεν η μνεία του Ξανθού γένους, ήτις όμως υπάρχει εις το έτερον συναφές Χρονικόν του 1637, ήτοι την Νέαν Σύνοψιν του Ματθαίου Κιγάλα, όπως και εις την πρώτην έκδοσιν του 1631 του Δωροθέου Μονεμβασίας [= το πιθανώτερον Ιεροθέου Μονεμβασίας κατά τους ερευνητάς].
🗸 Συμφώνως με παλαιοτέρας εκδόσεις της Βιβλιοθήκης του Μουσείου Μπενάκη, οι στοιχειοθέται του Χρονογράφου ήλλασσαν την σειράν των γραμμάτων. Το έργον τούτο, το οποίον εγράφη εις την γλώσσαν της εποχής του 16ου αιώνος, ήτο το πλέον περιζήτητον πόνημα των Ελλήνων καί
εγνώρισε τριάκοντα (30) ανατυπώσεις από του 1631 μέχρι του 1818. Η επανέκδοσις αυτού έλαβε χώραν μετά παρέλευσιν διακοσίων (200) ετών, ήτοι το 2018. Εκ παραλλήλου με τας πολλάς επανεκδόσεις, σώζονται και περισσότερα των τεσσαράκοντα (40) χειρογράφων του ιστορικού αυτού βιβλίου. Το κύριον μέρος αυτού φαίνεται, ότι εγράφη περί το 1570 με 1575.
🗸 Από τον καιρόν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οπού εγράφησαν τα άνωθεν ψηφία εις τον τάφον αυτού, έως εις τον καιρόν του Βασιλέως κυρού Ιωάννου του Παλαιολόγου, τα οποία εξήγησεν ο Γεννάδιος Σχολάριος, διήλθον χρόνοι χίλιοι έκατόν και είς (1.101) από της κατά σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού· και από Χριστού, έως ότου απέθανεν ο Μέγας Κωνσταντίνος, χρόνοι τριακόσιοι τριάκοντα επτά (337).
(Πρβλ. Βιβλίον Ιστορικόν, Ο Χρονογράφος, παρά του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μονεμβασίας κυρίου Δωροθέου, Νικολάου Βερνίκου (Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αιγαίου), εκδ. Τσουκάτου, Αθήνα 2018, σελ. 453, 462-465, 493, 1076-1081).
Προσθήκαι:
1. Τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως ετελέσθησαν υπό του αυτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου την 11ην Μαΐου του 330 μ.Χ., η δε Πόλις αφιερώθη ως ελέχθη εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Οδηγήτριαν, αναγνωρίσας αυτήν ως αληθινόν « Οδηγόν» της αυτοκρατορίας.
Απολυτίκιον των Γενεθλίων, Ήχος δ΄: <Της Θεοτόκου η Πόλις, τη Θεοτόκω προσφόρως, την εαυτής ανατίθεται σύστασιν· εν αυτή γάρ εστήρικται διαμένειν, και δι’ αυτής περισώζεται και κραταιούται, βοώσα προς αυτήν· Χαίρε η ελπίς πάντων των περάτων της γής>.
Ολίγον μετέπειτα, κατά τον 5ον αιώνα, εστάλη από την Αντιόχειαν εις την Βασίλισσαν Πουλχερίαν και η ονομαστή Εικών της Παναγίας Οδηγητρίας, η πλέον Θαυματουργός Εικών της Βασιλευούσης, έργον του Ευαγγελιστού Λουκά κατά την παράδοσιν, ήτις εφυλάττετο εις την περίφημον Ιεράν Μονήν των Οδηγών πλησίον του Μεγάλου Παλατίου, και ελεηλατήθη υπό των Οθωμανών κατά την Άλωσιν του 1453.
2. Ο μεγαλοπρεπής Ιερός Ναός της Αγίας Σοφίας εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο αφιερωμένος εις τον Ιησούν Χριστόν, ως την «Αγίαν Σοφίαν» = του Υιού και Λόγου του Θεού, και αρχικώς εώρταζε την 25ην Δεκεμβρίου ημέραν των Χριστουγέννων. Κατόπιν όμως εώρταζε την 23ην Δεκεμβρίου, ημέραν των Εγκαινίων αυτού, συμφώνως με τα Συναξάρια της Εκκλησίας μας. Τη προτεραία όμως των Εγκαινίων, ήτοι τη 22α του μηνός,
φαίνεται ότι τότε ηνεώχθη ο Ναός <εγένοντο δηλ τα Θυρανοίξια> και περιηρέθησαν τα πρό των θυρών και των παραθύρων ικριώματα, ανοιγέντος του Ναού εις το δημόσιον, η ίσως συνεπληρώθη η ανάρτησις των απείρων λυχνιών αυτού (πρβλ. Μανουήλ Ιω. Γεδεών, Βυζαντινόν Εορτολόγιον, εν Κωνσταντινουπόλει 1899, σελ. 203· Πασχάλ. Χρον., σελ. 543, 572, 687· Θεοφ. Α΄, σελ. 338, 469· Σκαρλάτου Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολις, τόμ. Α΄, σελ. 464-517· και Πασπάτη, Μελέτας, σελ. 388-343)].
3. Συμφώνως με το ιστορικόν του Ιερού Ναού, ούτος ανηγέρθη ως ελέχθη υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ενεκαινιάσθη το 360 μ.Χ. επί Κωνσταντίνου Β΄. Ακολούθως διετηρήθη μέχρι του αυτοκράτορος Αρκαδίου, αλλά καταστραφείς εκ πυρκαϊάς το 404 μ.Χ., επανεκτίσθη κατά τα επόμενα έτη. Ο νέος Ναός ενεκαινιάσθη την 8ην Οκτωβρίου του 415 μ.Χ. επί Θεοδοσίου Β΄. Καταστραφείς δε και πάλιν, επανεκτίσθη με την νέαν αυτού μορφήν, διατηρουμένην έως σήμερον, υπό του Ιουστινιανού Α΄ και ενεκαινιάσθη την 27ην Δεκεμβρίου του 537 μ.Χ.
Ο Ναός καθ’ όλας τας περιόδους ήτο αρῥήκτως συνδεδεμένος με τας εορτάς του Χριστού, καθότι όταν ετίθετο ο πρώτος αυτής θεμέλιος λίθος υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας συνελθούσα Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325 μ.Χ. απεκήρυξε τον αρχηγόν της αιρέσεως Άρειον και ανεκήρυξε τον Χριστόν ως τον αληθινόν Λόγον και την Σοφίαν του Θεού. Ο μακαριστός Λειτουργιολόγος Ιωάννης Φουντούλης γράφει, ότι η Μεσοπεντηκοστή ήτο η μεγαλυτέρα εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας, ήτοι της Αγίας Σοφίας.
[Εν μηνί Ιουλίω 2026, αφιέρωμα επί τη ελεύσει του μηνός Αυγούστου, του μηνός της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου: Τη Θεοτόκω εκτενώς νύν προσδράμωμεν…].























