Τραμπ: Η δήλωση του Αμερικανού προέδρου υπέρ της Άγκυρας ανοίγει ξανά τη μεγάλη συζήτηση για την τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς – Οι S-400, το Κογκρέσο και το ελληνικό πλεονέκτημα
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Νέα δεδομένα στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας δημιουργεί η δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ για την πιθανή πώληση μαχητικών F-35 στην Άγκυρα. Ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε τις αντιρρήσεις που φέρεται να έχει διατυπώσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, δηλώνοντας ότι κανείς δεν μπορεί να υποδεικνύει στις ΗΠΑ ποια οπλικά συστήματα θα διαθέσουν και σε ποιον.
Παράλληλα, χαρακτήρισε την Τουρκία «σπουδαίο σύμμαχο», στέλνοντας ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η δήλωση επιβεβαιώθηκε από διεθνή μέσα ενημέρωσης και δείχνει ότι ο Τραμπ εξετάζει θετικά την αποκατάσταση της αμερικανοτουρκικής αμυντικής συνεργασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ήδη ληφθεί απόφαση για παράδοση αεροσκαφών.
Στο vimaorthodoxias.gr γεωστρατηγικοί αναλυτές από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Γαλλία υπογραμμίζουν ότι η τοποθέτηση Τραμπ αποτελεί σοβαρή πολιτική εξέλιξη, αλλά όχι ακόμη ολοκληρωμένη εξοπλιστική συμφωνία.
Το πρώτο μήνυμα που λαμβάνει η Αθήνα
Για την Ελλάδα, η δήλωση του Αμερικανού προέδρου λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 δεν πρέπει να θεωρείται μη αναστρέψιμη.
Η Άγκυρα αποκλείστηκε το 2019, μετά την απόκτηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Οι ΗΠΑ θεώρησαν ότι η ταυτόχρονη παρουσία των S-400 και των F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να συγκεντρώσει κρίσιμα δεδομένα για τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του αμερικανικού μαχητικού.
Η Ελλάδα αξιοποίησε αυτό το διάστημα για να ενισχύσει αποφασιστικά την Πολεμική Αεροπορία της, προχωρώντας στην απόκτηση γαλλικών Rafale, στην αναβάθμιση των F-16 σε διαμόρφωση Viper και στην παραγγελία 20 F-35A, με δικαίωμα αγοράς ακόμη 20 αεροσκαφών. Η υπογεγραμμένη ελληνική συμφωνία αποτελεί συγκεκριμένο πρόγραμμα και όχι απλή πολιτική πρόθεση.
Μια μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα δεν θα ακύρωνε αυτομάτως το ελληνικό πλεονέκτημα. Θα περιόριζε, όμως, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να διαθέτει αποκλειστικά στην περιοχή προηγμένη δυνατότητα αεροπορικής διείσδυσης με μαχητικά πέμπτης γενιάς.
BREAKING: Reporter: Netanyahu opposes sending F-35 jets to Türkiye.
Trump: Nobody tells me what we should be selling or not. Türkiye has been a great ally. pic.twitter.com/2gTfzUjege
— Clash Report (@clashreport) July 27, 2026
Η δήλωση Τραμπ δεν αρκεί για να παραδοθούν F-35
Παρά την πολιτική ισχύ του Αμερικανού προέδρου, η φράση «κανείς δεν μου λέει τι θα πουλήσω» δεν καταργεί τις διαδικασίες και τους περιορισμούς της αμερικανικής νομοθεσίας.
Η μεταφορά F-35 στην Τουρκία απαγορεύεται όσο η χώρα εξακολουθεί να κατέχει τους S-400 ή συναφή εξαρτήματα του ρωσικού συστήματος. Παράλληλα, παραμένει το ζήτημα των κυρώσεων CAATSA, που είχαν επιβληθεί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία εξαιτίας της συναλλαγής με τη Μόσχα.
Επομένως, για να προχωρήσει μια συμφωνία, θα απαιτηθεί λύση στο ζήτημα των S-400, συνεννόηση με το Κογκρέσο και τεχνική επανένταξη της Τουρκίας σε ένα εξαιρετικά σύνθετο πρόγραμμα παραγωγής, υποστήριξης και εκπαίδευσης.
Ο Τραμπ μπορεί να δώσει την πολιτική κατεύθυνση και να ασκήσει πίεση, αλλά δεν μπορεί να παρακάμψει χωρίς κόστος όλες τις θεσμικές και νομοθετικές δικλίδες.
Γιατί αντιδρά έντονα το Ισραήλ
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο πώλησης F-35 στην Τουρκία πρωτίστως ως απειλή για τη δική του ποιοτική στρατιωτική υπεροχή στη Μέση Ανατολή.
Οι σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ έχουν επιβαρυνθεί σοβαρά, ενώ η Τουρκία επιδιώκει ενισχυμένο ρόλο στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο και στον αραβικό κόσμο. Η απόκτηση μαχητικών πέμπτης γενιάς θα αύξανε σημαντικά τη δυνατότητα της τουρκικής αεροπορίας να επιχειρεί σε μεγάλη ακτίνα, να συλλέγει πληροφορίες και να προσβάλλει στόχους μέσα σε περιβάλλον ισχυρής αεράμυνας.
Ο Νετανιάχου έχει προειδοποιήσει ότι μια τέτοια πώληση θα μπορούσε να αλλάξει τις περιφερειακές ισορροπίες, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ δείχνει ότι δεν επιθυμεί να παραχωρήσει στο Ισραήλ δικαίωμα άτυπου βέτο στις αμερικανικές εξαγωγές όπλων.
Για την Αθήνα, η ισραηλινή αντίδραση δημιουργεί ένα πεδίο σύγκλισης συμφερόντων. Ελλάδα και Ισραήλ δεν έχουν απόλυτα ταυτόσημες επιδιώξεις, αλλά αμφότερες οι χώρες δεν επιθυμούν την απότομη στρατιωτική αναβάθμιση της Τουρκίας χωρίς σαφείς όρους και εγγυήσεις.
Πώς επηρεάζονται τα ελληνοτουρκικά
Η προοπτική τουρκικών F-35 θα μπορούσε να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της Άγκυρας στις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Τουρκία θα αποκτήσει τα αεροσκάφη άμεσα ή ότι θα ανατρέψει μέσα σε λίγους μήνες την υφιστάμενη ισορροπία.
Από την πολιτική δήλωση μέχρι τη σύμβαση, την παραγωγή, την εκπαίδευση χειριστών και την επιχειρησιακή ένταξη μεσολαβούν χρόνια. Επιπλέον, η Ελλάδα δημιουργεί ένα σύνθετο αεροπορικό οικοσύστημα με Rafale, F-16 Viper, F-35, σύγχρονα όπλα και δικτυοκεντρικές δυνατότητες.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι πολιτικός: η πιθανότητα η Ουάσινγκτον να επαναφέρει τη λογική των ίσων αποστάσεων και να χρησιμοποιήσει τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων ως μέσο εξισορρόπησης Ελλάδας και Τουρκίας.
Τι πρέπει να κάνει η ελληνική πλευρά
Η Αθήνα καλείται να κινηθεί χωρίς πανικό, αλλά με οργανωμένη διπλωματική στρατηγική. Πρέπει να υπενθυμίσει στις ΗΠΑ ότι η ασφάλεια των προηγμένων αμερικανικών τεχνολογιών δεν μπορεί να διαχωριστεί από την παρουσία των ρωσικών S-400 στην Τουρκία.
Παράλληλα, χρειάζεται συντονισμός με το Κογκρέσο, το Ισραήλ, τη Γαλλία και χώρες που ανησυχούν για την τουρκική αναθεωρητική πολιτική. Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν πρέπει να περιορίζεται στο «να μη δοθούν F-35 στην Τουρκία», αλλά να συνδέει οποιαδήποτε αμερικανική πώληση με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για σεβασμό της κυριαρχίας, αποφυγή απειλών και τήρηση του διεθνούς δικαίου.
Η δήλωση Τραμπ δεν σημαίνει ότι τα τουρκικά F-35 βρίσκονται προ των πυλών. Αποδεικνύει, όμως, ότι ο Ερντογάν έχει ξανά πρόσβαση στο ανώτατο επίπεδο λήψης αποφάσεων στην Ουάσινγκτον. Και αυτό αποτελεί εξέλιξη την οποία η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.























