ΤΟΥΡΚΙΑ: Η Άγκυρα επαναφέρει τη διπλωματία των NAVTEX, επιχειρώντας να μετατρέψει την παράνομη κατοχή σε ενεργειακή πραγματικότητα – Τι εκτιμούν γεωστρατηγικοί αναλυτές στο VimaOrthodoxias.gr για τις επιπτώσεις σε Κύπρο, Ελλάδα και Ευρώπη
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Σε μια νέα κίνηση υψηλού γεωπολιτικού συμβολισμού προχωρά η Τουρκία, εκδίδοντας NAVTEX για έρευνες του «Oruc Reis» στην Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο του σχεδιασμού κατασκευής υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου που θα συνδέει τις τουρκικές ακτές με τα Κατεχόμενα της Κύπρου.
Η κίνηση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό ενεργειακό έργο. Αγγίζει ευθέως το Κυπριακό, τις θαλάσσιες ζώνες, την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις λεπτές ισορροπίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη καταδικάσει το σχετικό μνημόνιο Τουρκίας–ψευδοκράτους ως παράνομο, επισημαίνοντας ότι η αποσχιστική οντότητα στα Κατεχόμενα δεν έχει διεθνή νομική προσωπικότητα και δεν μπορεί να συνάπτει έγκυρες διεθνείς συμφωνίες.
Σύμφωνα με τον τουρκικό σχεδιασμό, ο αγωγός θα έχει μήκος περίπου 101 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τα 97 θα είναι υποθαλάσσια και τα τέσσερα χερσαία. Θα ξεκινά από την περιοχή του Αναμούρ και θα καταλήγει ανατολικά της Κερύνειας, με στόχο την τροφοδοσία μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στα Κατεχόμενα.
Ενεργειακός «ομφάλιος λώρος» με την Τουρκία
Γεωστρατηγικοί αναλυτές που μίλησαν στο VimaOrthodoxias.gr εκτιμούν ότι η Άγκυρα επιδιώκει να δημιουργήσει έναν δεύτερο μόνιμο «ομφάλιο λώρο» με τα Κατεχόμενα, μετά τον αγωγό μεταφοράς νερού.
Η στρατηγική είναι σαφής: όσο περισσότερο η κατεχόμενη περιοχή εξαρτάται ενεργειακά, οικονομικά και λειτουργικά από την Τουρκία, τόσο δυσκολότερη γίνεται στην πράξη οποιαδήποτε προοπτική επανένωσης της Κύπρου σε ένα βιώσιμο ομοσπονδιακό κράτος.
Η Τουρκία επιχειρεί, δηλαδή, να μετατρέψει μια παράνομη στρατιωτική κατοχή σε μια διαρκή ενεργειακή και διοικητική πραγματικότητα. Παράλληλα, θέλει να παρουσιάσει το ψευδοκράτος ως δήθεν συμβαλλόμενο μέρος σε περιφερειακά ενεργειακά σχέδια, παρακάμπτοντας τη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία.
Το έργο έχει και σαφή πολιτική διάσταση. Η Άγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει τη θεωρία των «δύο κρατών» και να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα, τα οποία θα επιχειρήσει αργότερα να εισαγάγει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Το «Oruc Reis» και η επιστροφή της πίεσης
Η χρησιμοποίηση του «Oruc Reis» δεν είναι τυχαία. Το συγκεκριμένο ερευνητικό σκάφος έχει συνδεθεί με την ένταση του 2020 στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν οι τουρκικές έρευνες προκάλεσαν μεγάλη κινητοποίηση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και σοβαρή κρίση στις σχέσεις Αθήνας–Άγκυρας.
Η Τουρκία αξιοποιεί ξανά το εργαλείο των NAVTEX για να δηλώσει παρουσία, να ελέγξει αντιδράσεις και να υπενθυμίσει ότι δεν εγκαταλείπει τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις. Ακόμη και όταν οι έρευνες αφορούν τεχνικά τη χάραξη αγωγού, η παρουσία ερευνητικού σκάφους δημιουργεί πολιτικό και επιχειρησιακό προηγούμενο.
Η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις κινήσεις, καθώς κάθε τουρκική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο αξιολογείται σε συνάρτηση με το Κυπριακό, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις πάγιες αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε εύθραυστη ισορροπία
Το τελευταίο διάστημα Αθήνα και Άγκυρα έχουν διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και αποφεύγουν τις ακραίες εντάσεις του παρελθόντος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι θεμελιώδεις διαφορές έχουν επιλυθεί.
Η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει αμφισβητήσεις για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, να διατηρεί το casus belli για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων και να συνδέει το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών με ένα ευρύτερο πακέτο μονομερών διεκδικήσεων.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, υπογραμμίζει ότι αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά προς διευθέτηση: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.
Παράλληλα, η ελληνική αμυντική πολιτική ενισχύεται με νέα εξοπλιστικά προγράμματα και στρατηγικές συνεργασίες. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει επανειλημμένα επισημάνει τη σημασία της ασφάλειας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και της προστασίας του διεθνούς δικαίου στην περιοχή.
Στο μέσο αυτού του σκηνικού, το Υπουργείο Εξωτερικών καλείται να συντονίσει τη διπλωματική αντίδραση με τη Λευκωσία, αλλά και να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση για τις επιπτώσεις της τουρκικής πρωτοβουλίας.
Το ευρωπαϊκό ζήτημα
Ο αγωγός δεν αφορά μόνο την Κύπρο και την Ελλάδα. Αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς σχεδιάζεται σε έδαφος κράτους-μέλους που τελεί υπό τουρκική κατοχή.
Η ΕΕ δεν αναγνωρίζει το ψευδοκράτος και έχει επανειλημμένα ζητήσει από την Τουρκία να σεβαστεί την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει καταδικάσει την τουρκική κατοχή ως σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, επαναλαμβάνοντας ότι η Άγκυρα οφείλει να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ήδη σε ευρωπαϊκό επίπεδο τίθεται το ζήτημα του αγωγού, με τη Λευκωσία να ζητεί σαφή τοποθέτηση απέναντι σε ένα σχέδιο που ενισχύει την παράνομη αποσχιστική οντότητα.
Η Ευρώπη οφείλει να αποφύγει τη γνωστή πολιτική των ίσων αποστάσεων. Δεν πρόκειται για μια διμερή ενεργειακή διαφορά, αλλά για απόπειρα δημιουργίας υποδομής πάνω στα αποτελέσματα εισβολής και κατοχής.
Σχέδιο ενεργειακής κυριαρχίας
Η Άγκυρα παρουσιάζει τον αγωγό ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα μπορούσε μελλοντικά να συνδέσει τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου με την Τουρκία και, μέσω αυτής, με την ευρωπαϊκή αγορά.
Στην πραγματικότητα, επιχειρεί να καταστήσει την Τουρκία υποχρεωτικό ενεργειακό διάδρομο και να υποβαθμίσει εναλλακτικά σχέδια στα οποία συμμετέχουν η Κύπρος, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Αίγυπτος.
Το εγχείρημα του αγωγού προς τα Κατεχόμενα αποτελεί επομένως πολύ περισσότερα από μια τεχνική εγκατάσταση. Είναι μέρος μιας στρατηγικής πολιτικής ελέγχου, εξάρτησης και σταδιακής νομιμοποίησης τετελεσμένων.
Για Αθήνα και Λευκωσία, η απάντηση πρέπει να είναι συντονισμένη, θεσμική και αποφασιστική: διεθνοποίηση του ζητήματος, νομική τεκμηρίωση, ευρωπαϊκή πίεση και ενίσχυση των περιφερειακών συμμαχιών. Η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Διαφορετικά, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως κάλυμμα για νέα τουρκικά τετελεσμένα.























