Κύπρος: Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 20 Ιουλίου 2026, από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, μία από τις τραγικότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας του Ελληνισμού.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Με ανακοίνωσή του, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών υπογραμμίζει ότι η επίλυση του Κυπριακού, η επανένωση της Μεγαλονήσου και η άρση της κατοχής παραμένουν ύψιστη προτεραιότητα για την Ελλάδα.
Η Αθήνα επισημαίνει ότι το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί διεθνές ζήτημα παράνομης εισβολής και κατοχής εδάφους ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, αποτίει φόρο τιμής στους πεσόντες και εκφράζει σεβασμό και ευγνωμοσύνη προς όλους όσοι υπερασπίστηκαν την Κύπρο με γενναιότητα και αυταπάρνηση. (Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας)
Το μήνυμα της Ελλάδας για την 52η επέτειο
Στην ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών τονίζεται ότι η Ελλάδα, σε πλήρη σύμπνοια με την Κυπριακή Δημοκρατία, παραμένει προσηλωμένη στην αναζήτηση μιας συνολικής και αμοιβαία αποδεκτής λύσης.
Η επιδιωκόμενη λύση πρέπει να βασίζεται στη Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, μία διεθνή προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια. Πρόκειται για το πλαίσιο που έχουν καθορίσει τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, σε συμφωνία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ΥΠΕΞ διαβεβαιώνει, επίσης, ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να συμβάλλει εποικοδομητικά στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών, χωρίς παρεκκλίσεις από το συμφωνημένο πλαίσιο.
Το πραξικόπημα και η εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974
Η αλυσίδα των δραματικών γεγονότων άρχισε στις 15 Ιουλίου 1974, όταν η στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών, με τη συμμετοχή της ΕΟΚΑ Β΄, οργάνωσε πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Η Τουρκία χρησιμοποίησε το πραξικόπημα ως πρόσχημα και, τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, εξαπέλυσε στρατιωτική εισβολή με την επιχείρηση «Αττίλας». Τουρκικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ αλεξιπτωτιστές έπεσαν σε στρατηγικά σημεία κοντά στη Λευκωσία.
Παρά την ηρωική αντίσταση των κυπριακών και ελληνικών δυνάμεων, δημιουργήθηκε αρχικά τουρκικό προγεφύρωμα που συνέδεσε την Κερύνεια με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας. Η εισβολή πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και κατέληξε, τον Αύγουστο του 1974, στην κατάληψη της Αμμοχώστου, της Μόρφου και μεγάλου τμήματος της βόρειας Κύπρου.
Έκτοτε, περισσότερο από το 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή. Περίπου 162.000 Ελληνοκύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τις περιουσίες και τα χωριά τους, μετατρεπόμενοι σε πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. (Cyprus Government)
Αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι και μία πατρίδα διχοτομημένη
Η τουρκική εισβολή άφησε πίσω της νεκρούς, τραυματίες, αγνοουμένους, αιχμαλώτους, πρόσφυγες και εγκλωβισμένους. Ολόκληρες οικογένειες χωρίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες, ενώ χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους χωρίς να γνωρίζουν ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ.
Η Πράσινη Γραμμή εξακολουθεί να χωρίζει το νησί και τη Λευκωσία, τη μοναδική διαιρεμένη πρωτεύουσα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ επιτηρεί μέχρι σήμερα τη νεκρή ζώνη και παρέχει ανθρωπιστική υποστήριξη στους Ελληνοκυπρίους και στους Μαρωνίτες που παραμένουν εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές. (UNFICYP)
Οι μαρτυρίες των παιδιών του 1974 στο Βήμα Ορθοδοξίας
Στο Βήμα Ορθοδοξίας μίλησαν παλαιοί Κύπριοι οι οποίοι το καλοκαίρι του 1974 ήταν μικρά παιδιά. Οι αφηγήσεις τους μεταφέρουν όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και τον φόβο που χαράχθηκε για πάντα στην παιδική τους μνήμη.
Θυμούνται τις σειρήνες που ήχησαν τα ξημερώματα, τα πολεμικά αεροσκάφη στον ουρανό, τους βομβαρδισμούς και τις φωνές των γονιών τους που προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν βιαστικά τα παιδιά της οικογένειας. Άλλοι περιγράφουν τις ατελείωτες πορείες προς ασφαλέστερες περιοχές, με μία μικρή βαλίτσα ή μόνο με τα ρούχα που φορούσαν.
Πολλά από εκείνα τα παιδιά μεγάλωσαν σε προσφυγικούς συνοικισμούς, ακούγοντας τους γονείς τους να μιλούν για την Κερύνεια, την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και τα χωριά που άφησαν πίσω. Κράτησαν τα κλειδιά των σπιτιών τους σαν οικογενειακά κειμήλια και μεγάλωσαν με την ελπίδα της επιστροφής.
Στις μαρτυρίες τους επανέρχεται συχνά και η πίστη. Μητέρες κρατούσαν εικόνες της Παναγίας, έκαναν τον σταυρό τους και προσεύχονταν να σωθούν τα παιδιά και οι άνδρες που πολεμούσαν. Εκκλησίες και μοναστήρια έγιναν τόποι καταφυγής, πένθους και προσευχής, ενώ η Εκκλησία της Κύπρου βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των προσφύγων και των οικογενειών των αγνοουμένων.
«Δεν ξεχνώ» – Ένα αίτημα δικαιοσύνης
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η επέτειος της 20ής Ιουλίου δεν αποτελεί μόνο ημέρα μνήμης. Υπενθυμίζει ότι η κατοχή συνεχίζεται, ότι χιλιάδες πρόσφυγες στερούνται το δικαίωμα επιστροφής στις πατρογονικές τους εστίες και ότι οικογένειες εξακολουθούν να αναζητούν οριστικές απαντήσεις για την τύχη των αγνοουμένων τους.
Το «Δεν ξεχνώ» δεν εκφράζει επιθυμία εκδίκησης. Αποτελεί απαίτηση για δικαιοσύνη, εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και ειρηνική επανένωση της Κύπρου.
Η μνήμη των πεσόντων, οι μαρτυρίες των προσφύγων και τα δάκρυα των παιδιών του 1974 υπενθυμίζουν ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να θεωρηθεί μια παγωμένη ή ξεχασμένη διαφορά. Παραμένει ανοικτή πληγή του Ελληνισμού και της Ευρώπης, μέχρι την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και την αποκατάσταση της ενότητας και της ελευθερίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.























