«Είχα την εξαιρετική ευλογία και ευθύνη να συναναστρέφομαι με Αγίους». Αυτό υπογραμμίζει μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, ο οποίος στη συνέντευξη που ακολουθεί αναφέρεται στην έως σήμερα διαδρομή του σε όλες τις βαθμίδες της Ιεροσύνης, στα πρόσωπα που τον ενέπνευσαν, αλλά και στα βιώματά του, ενώ μιλά και για τη στάση της Εκκλησίας έναντι της κριτικής που ασκείται προς αυτήν, τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, αλλά και την επικοινωνία με τους ανθρώπους της νέας γενιάς.
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Εκφράζει, επίσης, και τις σκέψεις του σχετικά με τα θέματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας που αφορούν στην Ελλαδική Εκκλησία της σημερινής εποχής.
Σεβασμιότατε, ξεκινώντας αυτήν τη συνέντευξη θα ήθελα να σταθώ στο γεγονός της συμπλήρωσης, σε λίγο καιρό, 31 ετών στον μητροπολιτικό θρόνο της Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου. Πώς αποτιμάτε την έως τώρα διαδρομή σας σε αυτήν τη θέση; Ποιες είναι οι πιο χαρακτηριστικές της στιγμές;
Ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πράγματι, εφέτος κλείνω 31 χρόνια στη Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, την ιστορική αυτή Μητρόπολη, και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτό. Καταρχάς Τον δοξάζω γιατί με ανήγαγε διά της Εκκλησίας Του στον επισκοπικό βαθμό και έπειτα γιατί μου επέτρεψε να τη διακονήσω τόσα χρόνια και να είμαι διάδοχος Αγίων Επισκόπων της Ναυπάκτου που συμμετείχαν σε μεγάλες Συνόδους, όπως στη Σύνοδο της Σαρδικής το 343, στις Γ΄, Δ΄ και Η΄ Οικουμενικές Συνόδους και διάδοχος άλλων μεγάλων Μητροπολιτών, όπως του Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτου, του μεγαλόπνοου Ιωάννου του Απόκαυκου κ.ά. Η αποτίμηση του όλου έργου μου θα γίνει από τον Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως, και ελπίζω στην αγάπη Του, στο έλεός Του, αλλά και στις προσευχές όλων των Αγίων και των μελών της Εκκλησίας. Είμαστε διαχειριστές και οικονόμοι της θείας Χάριτος και θα δώσουμε λόγο των πράξεών μας στον Χριστό. Ακόμη δεν μπορώ να ξεχωρίσω μερικές χαρακτηριστικές στιγμές, επειδή κάθε στιγμή κρατά το βάρος της αιωνιότητας.
Υπήρξαν στον έως σήμερα βίο σας πρόσωπα που σας ενέπνευσαν, στάθηκαν σημείο αναφοράς αλλά και αρωγοί στο έργο σας;
Οντως, με ενέπνευσαν άγιοι άνθρωποι. Καταρχάς οι γονείς μου, που ήταν ευλογημένοι άνθρωποι, έπειτα οι κατά καιρούς πνευματικοί μου Πατέρες, μεταξύ των οποίων ο πρώτος χρονικά ήταν ο μακαριστός Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανός. Στη συνέχεια με αξίωσε ο Θεός να συναναστραφώ με Αγίους, κληρικούς και μοναχούς, όπως τον γέροντά μου Αγιο Καλλίνικο Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, που με χειροτόνησε σε διάκονο και πρεσβύτερο και έμεινα μαζί του μέχρι την ευλογημένη κοίμησή του, τον Αγιο Σωφρόνιο του Εσσεξ, τον Αγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, τον Αγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον π. Θεόκλητο τον Διονυσιάτη και άλλους αγιορείτες μοναχούς με τους οποίους συναναστράφηκα και ωφελήθηκα. Είχα την εξαιρετική ευλογία και ευθύνη να συναναστρέφομαι με Αγίους. Επίσης πολλοί συνεργάτες στο ποιμαντικό μου έργο με βοήθησαν και με βοηθούν αποτελεσματικά, στους οποίους οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη.
Τα βιώματά σας κατά την παιδική ηλικία και αργότερα, κατά τη νεότητα, επηρέασαν τις επιλογές σας απέναντι στην Ιεροσύνη;
Οπως γνωρίζετε, η παιδική και η νεανική ηλικία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ανθρώπου. Με αξίωσε ο Θεός να μεγαλώσω από μικρός σε μια ευλογημένη χριστιανική οικογένεια, έζησα την εκκλησιαστική ζωή σε όλους τους βαθμούς της από μικρό παιδί στα Ιωάννινα, στο Ιερό Βήμα της ενορίας μου, στο Αναλόγιο κ.λπ. Από τα νηπιακά μου χρόνια με διαπότισαν το εκκλησιαστικό φρόνημα, η λατρεία και η ζωή της Εκκλησίας. Αυτό με οδήγησε προοδευτικά στην Ιεροσύνη – κυρίως η γνωριμία μου με τον Αγιο Καλλίνικο από τα μαθητικά μου χρόνια στο Αγρίνιο, όπου περάτωσα τις γυμνασιακές μου σπουδές. Βέβαια, η επίδραση του περιβάλλοντος δεν καταργεί την ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Ετσι, βασικό ρόλο στην απόφαση να ιερωθώ και να μην ακολουθήσω ακαδημαϊκή καριέρα είχε ο Αγιος Καλλίνικος με τη δική μου επιθυμία.
Με βάση την πλούσια εμπειρία σας, με ποιον τρόπο, κατά τη γνώμη σας, θα πρέπει να πορεύεται ένας Μητροπολίτης, έτσι ώστε να αφήσει το στίγμα του στη Μητρόπολή του;
Τα βασικά εφόδια του Μητροπολίτη πρέπει να είναι το εκκλησιαστικό φρόνημα, οι αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, όπως το ομολογεί κατά τη χειροτονία του. Επίσης, πρέπει να παρακολουθεί και να εξετάζει τα σύγχρονα ρεύματα που επηρεάζουν τα μέλη της Εκκλησίας και να τα κρίνει με βάση τη θεολογία της Εκκλησίας. Είναι βασικός πνευματικός νόμος ότι η Εκκλησία προχωρεί στην ιστορία με τα βήματα των Αγίων, οι οποίοι είναι οι δέκτες, οι φύλακες και οι μεταδότες της παράδοσής της. Ο Χριστός και οι Αγιοι της Εκκλησίας είναι τα πρότυπά μας. Συγχρόνως ο κάθε Μητροπολίτης πρέπει να λειτουργεί ως ένα «παρατηρητήριο» της κοινωνίας για να προφυλάσσει τους χριστιανούς και να τους ποιμαίνει πραγματικά. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζει τα φιλοσοφικά, ψυχολογικά, κοινωνικά ρεύματα της εποχής μας, αλλά και τις σύγχρονες ανακαλύψεις στη βιοτεχνολογία και να έχει σοβαρό λόγο για να καθοδηγεί τους χριστιανούς, ώστε να μη λατρεύουν είδωλα αλλά τον αληθινό Θεό, να χρησιμοποιούν όλα τα στοιχεία του κόσμου χωρίς να γίνονται δούλοι τους.
Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Μητρόπολή σας ποια είναι;
Νομίζω πως ό,τι συνάντησα στη Μητρόπολή μου ισχύει, βασικά, κατά διαφόρους βαθμούς, σε όλες τις Μητροπόλεις που δέχονται τις ίδιες προκλήσεις και επηρεάζουν τα μέλη της Εκκλησίας. Το κυριότερο πρόβλημα που βλέπω είναι η εκκοσμίκευση στη θεολογία, στην εκκλησιολογία, στην ποιμαντική, στην ενοριακή και τη μοναχική ζωή, που εκφράζεται ποικιλοτρόπως, όπως π.χ. με την αυτονομία και τον παράλογο εκσυγχρονισμό. Αυτήν τη σύγχρονη νοοτροπία τη θεωρώ το μεγαλύτερο πρόβλημα στην εποχή μας. Και το χειρότερο είναι όταν ο ίδιος ο κληρικός -και μάλιστα ο Επίσκοπος- είναι εκκοσμικευμένος! Δηλαδή, όταν κρίνει τα πάντα όχι με βάση τη θεολογία της Εκκλησίας, αλλά με βάση το τι θέλει επιφανειακά ο κόσμος. Ιδιαιτέρως στη Μητρόπολή μου, που είναι μικρή, υπάρχουν προβλήματα από τη συρρίκνωση του πληθυσμού, την ερήμωση των ορεινών χωριών και τη μείωση των ιερατικών κλήσεων. ΕκκλησιαστικάΕίδη
Ολοένα και αυξάνεται καθημερινά η κριτική -συνοδευόμενη συχνά από αμφισβήτηση- που διατυπώνεται προς την Εκκλησία. Ποια στάση θα πρέπει να τηρεί η Εκκλησία;
Οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές -και μάλιστα όταν ενεργούν με βάση τη λογικοκρατία και τον ορθολογισμό- κρίνουν την Εκκλησία. Βέβαια, δεν είμαστε εναντίον της λογικής, αλλά εναντίον της λογικοκρατίας. Ούτε εναντίον του ορθού λόγου, αλλά εναντίον του ορθολογισμού. Η κριτική και η αμφισβήτηση στην Εκκλησία προέρχονται από δύο λόγους. Πρώτον, από το ότι πολλοί άνθρωποι αμφισβητούν την ίδια την παράδοση της Εκκλησίας ως δήθεν πεπαλαιωμένης και ότι πρέπει να αλλάξει. Δεύτερον, από εμάς τους ίδιους τους κληρικούς που δεν εκφράζουμε, ούτε ζούμε την αγία αυτή παράδοσή της, έχουμε την άποψη ότι πρέπει να βρούμε νέα ορολογία στα θεολογικά θέματα, να υπερβούμε την αποκλειστικότητα. Ομως, πρέπει να κάνουμε και εμείς οι ποιμένες -και κυρίως οι Επίσκοποι- την αυτοκριτική μας. Να μη βλέπουμε το πρόβλημα έξω από εμάς, αλλά μέσα μας.
Η οργάνωση, η διοίκηση και η λειτουργία της Ελλαδικής Εκκλησίας ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής ή θα πρέπει να σημειωθούν κάποιες αλλαγές;
Η Εκκλησία πρέπει να διοικείται βάσει των ιερών κανόνων των Οικουμενικών και των Τοπικών Συνόδων και βάσει της θεολογίας της. Αυτή η θεολογική παράδοση είναι πάντα επίκαιρη, επειδή ανταποκρίνεται στις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων. Οι οποιεσδήποτε αλλαγές πρέπει να κινούνται στον εξωτερικό χώρο, στον τρόπο έκφρασης και στο πώς αντιμετωπίζονται με ορθόδοξο τρόπο οι σύγχρονες απαιτήσεις των ανθρώπων. Μια γενική άποψη που έχω είναι ότι όσες αλλαγές στην ιστορία της Εκκλησίας έγιναν από Αγίους δεν δημιούργησαν πρόβλημα, επειδή αυτοί είχαν φωτισμένο νου και ενεργούσαν με τη φώτιση του Θεού. Αντίθετα, όσες αλλαγές έγιναν από εμπαθείς ανθρώπους με προχειρότητα και ιδιοτέλεια δημιούργησαν σχίσματα και διαιρέσεις. ΕκκλησιαστικάΕίδη
Σε ποιον βαθμό έχει καταφέρει η Εκκλησία να προσεγγίσει τους νέους ανθρώπους, να συζητήσει μαζί τους και να κατανοήσει τις ανησυχίες τους;
Οπου υπάρχουν ευαίσθητοι κληρικοί μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στη δίψα των νέων ανθρώπων, αρκεί να γνωρίζουν αυτά που τους απασχολούν και να τα αντιμετωπίζουν μέσα από την όλη παράδοση των Αγίων Πατέρων, αλλά να το κάνουν με έξυπνο τρόπο, δηλαδή να μιλούν τη γλώσσα των νέων ανθρώπων. Με προσκαλούν στα σχολεία και συνομιλώ με τους μαθητές και βλέπω το ενδιαφέρον τους. Φυσικά, πάντοτε στη συζήτηση καταλήγω στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά αρχίζω από τη Βιολογία, την Ψυχολογία, την Κοινωνιολογία και τα θέματα με τα οποία ασχολούνται τα παιδιά. Και αυτό το κάνω πάντοτε με διαλεκτικό τρόπο και με τη γλώσσα που καταλαβαίνουν.
Πώς βλέπετε να εξελίσσονται τα πράγματα σχετικά με το θέμα της διδασκαλίας των Θρησκευτικών στα σχολεία;
Ασχολήθηκα πολύ με το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία την περίοδο που ήμουν Συνοδικός το 2015-2016. Τότε έκανα ιδιαίτερες προτάσεις, που έγιναν αποδεκτές από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τις Θεολογικές Σχολές, όμως, δυστυχώς, δεν υλοποιήθηκαν ολοκληρωτικά. Ισως χρειάζεται να γίνει μια επιστημονική έρευνα για το θέμα αυτό. Γενικά, νομίζω ότι τα βιβλία των Θρησκευτικών πρέπει να κινούνται στην προοπτική των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά ο κυριότερος παράγοντας είναι η προσωπικότητα του ίδιου του θεολόγου καθηγητή. Σε αυτό η ευθύνη πέφτει στους καθηγητές των Θεολογικών Σχολών.
Είναι γνωστό ότι παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις ιερέων σε όλη την Ελλάδα. Με ποια κίνητρα θα προσελκυσθούν καινούργιοι άνθρωποι στην Ιεροσύνη;
Πράγματι, μειώθηκαν οι ιερατικές κλήσεις ιδίως στις μικρές Μητροπόλεις για διαφόρους πληθυσμιακούς λόγους. Νομίζω ότι η εύρεση κατάλληλων υποψηφίων για την Ιεροσύνη προέρχεται από καλούς και ευαίσθητους κληρικούς, οι οποίοι εργάζονται στην ενορία τους, και κυρίως με τη συνεργασία Εκκλησίας και οικογένειας. Το παιδί από τη μικρή του ηλικία πρέπει να συνδεθεί με την Εκκλησία με τη συμμετοχή του στη λατρεία, την εκμάθηση της εκκλησιαστικής μουσικής, την αγάπη του προς την εκκλησιαστική ζωή. Εχω μια βασική αρχή από τον γέροντά μου, τον Αγιο Καλλίνικο, Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας: ότι πρέπει να επιλέγουμε καλούς κληρικούς, επειδή όσοι δεν διαθέτουν τα εκκλησιαστικά και ψυχολογικά προσόντα (δηλαδή να είναι ισορροπημένοι), εάν χειροτονηθούν, δημιουργούν συνήθως προβλήματα στην Εκκλησία. ΕκκλησιαστικάΕίδη




















