ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΥΡΙΟΥ: «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται».
Του Αρχιμ. π. Κυρίλλου Κωστοπούλου Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών – Δρος Θεολογίας
Εάν ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος συμπονεί και συμπάσχει με έναν συνάνθρωπό του, θεωρείται και είναι ο καλύτερος φίλος και ο ιδανικός άνθρωπος, τότε αυτός, ο οποίος συμπονεί όλον τον κόσμο και θυσιάζεται για όλη την ανθρωπότητα δεν ημπορεί να είναι απλώς μόνον άνθρωπος, αλλά είναι και ο Θεός. Και αυτός είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Οποίος ανέβηκε στον Σταυρό, για να λυτρώση τον άνθρωπο.
Άπλωσε τα χέρια Του, για να δείξη ότι αγαπά και δέχεται όλους τους ανθρώπους· «θέλω πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Με άπειρη ευσπλαχνία απευθύνει προς το πλάσμα του το μήνημα της Αγάπης Του: «Ανοίγω τα χέρια μου επί του Σταυρού, Εγώ η πηγή της αγάπης και γίνομαι Εσταυρωμένη Αγάπη, για να φανερώσω και να αποδείξω ότι θυσιάζομαι για όλον τον κόσμο, ώστε όλοι να έχουν την δυνατότητα να έλθουν «εις επίγνωσιν αληθείας» και να σωθούν.
Αυτός ο Θεάνθρωπος Κύριος επάνω στον Σταυρόν «φέρει τας ιδικάς μας αμαρτίας και περί ημών οδυνάται». Ποίος, όμως, και πως ημπορεί να κατανοήση το μεγάλο αυτό μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το οποίο κορυφώνεται στον Σταυρό; Αυτό ημπορεί να συμβή μόνον, εάν ο άνθρωπος θέση στην άκρη την λογική του. Διότι η λογική του ανθρώπου είναι πεπερασμένη και δεν ημπορεί να χωρέση το υπερέκεινα και το πέρα από τα ανθρώπινα δεδομένα μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Χρειάζεται «η βακτηρία της πίστεως», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, για να ημπορέση ο άνθρωπος να αποδεχθή και δεχθή το ιστορικό, παγκόσμιο και αιώνιο γεγονός, ότι ο Θεός Λόγος του Θεού Πατρός έλαβε την ανθρώπινη φύση, την ένωσε με την Θεία Του φύση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως», κατά την Δ´ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο, κατόπιν ανέβηκε στον Σταυρό, θυσιάστηκε για τον άνθρωπο, απέθανε επί του Σταυρού και ανεστήθη, θανατώνοντας τον θάνατο. Έτσι έδωσε στον άνθρωπο την δύναμη και την δυνατότητα να ανίσταται από τον θάνατον της κάθε αμαρτίας.
Παραμερίζοντας την λογική του ο άνθρωπος, δύναται με την πίστη –η οποία είναι η αποδοχή της Θείας Αποκαλύψεως– να αποδεχθή τα γεγονότα που συνιστούν το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και να κατανοήση και το μεγάλο αυτό γεγονός της Εσταυρωμένης Αγάπης.
Εκτός όμως της λογικής, πρέπει ο άνθρωπος να απαρνηθή και το «θέλω» του. Να το ταυτίση με το «θέλω» του Θεού και της Εκκλησίας, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από την Αγία Γραφή και την ιερά Παράδοση. Εάν κατορθώση να ταυτίση το «θέλω» του με το «θέλω» του Χριστού, τότε θα κατανοήση και όλα τα σχετικά με Αυτόν.
Επιπλέον είναι απαραίτητο γι’ αυτήν την κατανόηση, να καταπολεμήση ο άνθρωπος τα πάθη του και κυρίως τον εγωισμό του, διότι αυτά υψώνονται ως
τείχος, το οποίο του αποκρύπτει την αλήθεια περί του Θεού και του Αγίου θελήματός Του.
Πορευόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα καθαρθή από τα πάθη του, θα δεχθή την Χάρη του Θεού και τότε η λογική του θα γίνη Χριστο- λογική, το θέλημά του θα γίνη Χριστοθέλημα και όλος θα γίνη Θεάνθρωπος κατά Χάριν.
Μόνον έτσι θα εννοήση το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, δηλαδή την Γέννηση, το Πάθος, την Σταύρωση και την Ανάσταση του Θεανθρώπου και βιώνοντάς το οντολογικά θα ειρηνεύση υπαρξιακά και θα αγαπήση θυσιαστικά τον συνάνθρωπό του.






















