ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ: Η νέα αντιπαράθεση-Η σκληρή ρητορική του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν κατά της Ελλάδας και η αυστηρή απάντηση του Γιώργου Γεραπετρίτη ανέδειξαν ξανά τα πραγματικά όρια του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Οι δηλώσεις του κ. Φιντάν, που μίλησε για «έλλειψη ωριμότητας» της ελληνικής πλευράς και δεν απέκλεισε «πολεμική αντιπαράθεση», εντάσσονται σε μια περίοδο όπου η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανίσει τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως ηγέτη διατεθειμένο να αναλάβει «πολιτικό ρίσκο».
Η Αθήνα, από την πλευρά της, δεν μπορούσε να μείνει σιωπηλή. Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών απάντησε μεν σε υψηλούς τόνους, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν δέχεται «υποδείξεις», αλλά παράλληλα υπογράμμισε πως ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί ως δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε πιθανή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Το μήνυμα Φιντάν και η εσωτερική κατανάλωση
Ο κ. Φιντάν, ακολουθώντας την πάγια τουρκική τακτική, συνδύασε την επίθεση στην Ελλάδα με αναφορές στο Κυπριακό, επιχειρώντας να διευρύνει την ατζέντα πέρα από το ζήτημα των θαλασσίων ζωνών. Η χρονική συγκυρία –λίγο πριν από τον εορτασμό της «Ημέρας της Νίκης» (30 Αυγούστου) στην Τουρκία– δείχνει πως το μήνυμα απευθύνεται πρωτίστως στο εσωτερικό ακροατήριο.
Η ρητορική περί «περικύκλωσης» παραπέμπει ευθέως στο αποκαλούμενο «σύνδρομο των Σεβρών», μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη στην τουρκική πολιτική κουλτούρα ότι η Δύση επιχειρεί διαχρονικά να απομονώσει την Άγκυρα. Όπως αναφέρει ο Οργανισμός Διεθνών Σχέσεων ΕΛΙΑΜΕΠ σε πρόσφατη μελέτη, η έννοια αυτή χρησιμοποιείται επανειλημμένα από Τούρκους αξιωματούχους για να συσπειρώσουν την κοινή γνώμη.
Ηχηρή απάντηση από την Αθήνα
Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε μέσω του κ. Γεραπετρίτη, αποδίδοντας τον εκνευρισμό της Άγκυρας στην «ισχυρή και ενεργητική εξωτερική πολιτική» της Ελλάδας. «Οι σχέσεις καλής γειτονίας δεν προάγονται με αμετροεπείς δηλώσεις», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η Αθήνα παραμένει προσηλωμένη στον διάλογο.
Ωστόσο, το μείζον ερώτημα είναι πού μπορεί να οδηγήσει αυτός ο διάλογος. Όπως παρατηρεί η Καθημερινή, το χάσμα στις αντιλήψεις είναι τέτοιο που δεν αφήνει περιθώρια για ουσιαστική πρόοδο σε θέματα όπως οι θαλάσσιες ζώνες ή το Κυπριακό. Το μόνο όφελος είναι η αποτροπή ακραίων σεναρίων κρίσης, όπως αυτή του 2020 με τις έρευνες του Oruc Reis.
Τα διεθνή ΜΜΕ για την κρίση
Η διεθνής διάσταση της έντασης δεν περνά απαρατήρητη. Οι Financial Times σημειώνουν ότι η σκληρή γλώσσα του Φιντάν έρχεται σε αντίθεση με τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης που είχαν ξεκινήσει τους τελευταίους μήνες και δείχνει ότι η Άγκυρα επιλέγει να επαναφέρει ένα κλίμα αντιπαράθεσης.
Η Washington Post επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική συγκυρία στην Τουρκία, όπου ο κ. Ερντογάν χρειάζεται διαρκώς να εμφανίζεται ως «υπερασπιστής των εθνικών συμφερόντων», τροφοδοτεί τέτοιες δηλώσεις. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα –όπως γράφει η εφημερίδα– εμφανίζεται πιο σταθερή, επιδιώκοντας να διατηρήσει την ευρωπαϊκή και αμερικανική στήριξη στις θέσεις της.
Το Al Jazeera αναλύει την κατάσταση με έμφαση στο ενεργειακό ζήτημα, σημειώνοντας ότι τα σχέδια ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ αποτελούν «κόκκινη γραμμή» για την Τουρκία, η οποία δηλώνει ότι κανένα έργο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή της.
Το ενεργειακό πεδίο και η Κύπρος
Η αναφορά στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου δεν είναι τυχαία. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι το project θα ολοκληρωθεί, παρά τις αντιδράσεις. Η Άγκυρα, από την άλλη, δηλώνει με κάθε ευκαιρία ότι θα μπλοκάρει οποιοδήποτε ενεργειακό εγχείρημα στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη δική της έγκριση.
Η στάση αυτή ανεβάζει κατακόρυφα τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου, με αφορμή μια φαινομενικά τεχνική υπόθεση. Όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το NATO, η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες ζώνες τριβής εντός της Συμμαχίας.
Ο ρόλος της διεθνούς κοινότητας
Η ΕΕ και οι ΗΠΑ παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Αν και οι Βρυξέλλες αποφεύγουν να εμπλακούν άμεσα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα τονίσει ότι ο σεβασμός στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας είναι αδιαπραγμάτευτος. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, εκφράζουν ανησυχία για τις απειλές Φιντάν, επισημαίνοντας ότι «οι εντάσεις δεν βοηθούν ούτε την Ελλάδα ούτε την Τουρκία».
Διπλωματικοί κύκλοι θεωρούν ότι η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας είναι καθοριστική, αλλά οι πιθανότητες ουσιαστικής προόδου παραμένουν περιορισμένες.
Η ένταση Γεραπετρίτη – Φιντάν ανέδειξε ότι τα όρια του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι στενά και εύθραυστα. Η Αθήνα επιμένει ότι η μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Η Άγκυρα επιχειρεί να διευρύνει την ατζέντα, να εντάξει το Κυπριακό και να αξιοποιήσει την ένταση για εσωτερική κατανάλωση.
Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης συμφωνούν ότι η σύγκρουση αυτή δεν είναι μόνο διμερής αλλά αφορά συνολικά τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν οι δύο πλευρές μπορούν να συνεχίσουν να συνομιλούν χωρίς να φτάσουν στα άκρα – ή αν το «σύνδρομο των Σεβρών» θα επιστρέψει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.