Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Δεκεμβρίου

Loading...


(Λουκ. ιγ´ 10-17)
Τώ καιρώ εκείνω, ήν διδάσκων ο ᾿Ιησούς εν μιά τών συναγωγών εν τοίς σάββασι. Καί ιδού γυνή ήν πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα καί οκτώ, καί ήν συγκύπτουσα καί μή δυναμένη ανακύψαι εις τό παντελές. ᾿Ιδών δέ αυτήν ο ᾿Ιησούς προσεφώνησε καί είπεν αυτή• Γύναι, απολέλυσαι τής ασθενείας σου• καί επέθηκεν αυτή τάς χείρας• καί παραχρήμα ανωρθώθη καί εδόξαζε τόν Θεόν. ᾿Αποκριθείς δέ ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι τώ σαββάτω εθεράπευσεν ο ᾿Ιησούς, έλεγε τώ όχλω• ῝Εξ ημέραι εισίν εν αίς δεί εργάζεσθαι• εν ταύταις ούν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, καί μή τή ημέρα τού σαββάτου.

᾿Απεκρίθη ούν αυτώ ο Κύριος καί είπεν• ῾Υποκριτά, έκαστος υμών τώ σαββάτω ου λύει τόν βούν αυτού ή τόν όνον από τής φάτνης καί απαγαγών ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα ᾿Αβραάμ ούσαν, ήν έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα καί οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από τού δεσμού τούτου τή ημέρα τού σαββάτου; Καί ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, καί πάς ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοίς ενδόξοις τοίς γινομένοις υπ᾿ αυτού.

Απόδοση στην νεολληνική:
Εκείνο τόν καιρό, ένα Σάββατο δίδασκε ο ᾿Ιησούς σέ κάποια συναγωγή. ᾿Εκεί βρισκόταν καί μιά γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. ῏Ηταν κυρτωμένη καί δέν μπορούσε καθόλου νά ισιώσει τό σώμα της. ῞Οταν τήν είδε ο ᾿Ιησούς, τή φώναξε καί τής είπε• «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από τήν αρρώστια σου».῎Εβαλε πάνω της τά χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε καί δόξαζε τόν Θεό.

᾿Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος πού ο ᾿Ιησούς έκανε τή θεραπεία τό Σάββατο, γύρισε στό πλήθος καί είπε• «῾Υπάρχουν έξι μέρες πού επιτρέπεται νά εργάζεται κανείς• μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, νά έρχεστε καί νά θεραπεύεστε, καί όχι τό Σάββατο».῾Ο Κύριος τού απάντησε• «῾Υποκριτή! ῾Ο καθένας σας δέν λύνει τό βόδι του ή τό γαϊδούρι του από τό παχνί τό Σάββατο καί πάει νά τό ποτίσει; Κι αυτή, πού είναι απόγονος τού ᾿Αβραάμ, καί ο σατανάς τήν είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δέν έπρεπε νά λυθεί απ’ αυτά τά δεσμά τό Σάββατο;» Μέ τά λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν γιά όλα τά θαυμαστά πού έκανε ο ᾿Ιησούς.