Η ψαλτική είναι διακόνημα

Loading...


Λέγει ένα τροπάριο των αίνων του γ ἤχου: «πολλάκις την υμνωδίαν εκτελών, ευρέθην την αμαρτίαν εκπληρών, τη μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος, τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος• αλλ’ εκάτερα διόρθωσον, Χριστέ ο Θεός, δια της και σώσον με».

Δηλαδή. Πολλές φορές όταν , βρέθηκα να αμαρτάνω, διότι με την γλώσσα ψάλλω, αλλά με την ψυχή άστοχα σκέπτομαι. Διόρθωσε και τα δύο Χριστέ ο Θεός, δια της μετανοίας και σώσον με.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος τονίζει:
«Η ψαλμωδία δεν είναι σκοπός. Στην Εκκλησία, δηλαδή δεν ψάλλομε, για να ψάλλωμε. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε και μάλιστα οι ψάλτες, που πολλές φορές θαρρούν πως η ιερή σύναξη γίνεται, για να τους δοθή η ευκαιρία να δείξουν την τέχνη τους και τη φωνή τους. Ξέρομε εδώ πόση ζημιά γίνεται στην προσευχή και την λατρεία της Εκκλησίας μ’ εκείνο το περίφημο “Δύναμις” του “Άγιος ο Θεός…”… Η ψαλμωδία δεν είναι καλλιτεχνική επίδειξη, αλλά εκκλησιαστική διακονία. Και ο Θεός δεν ακούει τις κραυγές στο “Αθάνατος”, αλλά τι ψάλλει ο καθένας μέσα του• “άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία ημών τω Κυρίω», γράφει ο Απόστολος (Εφεσ. ε 19)… Η Εκκλησία δεν θέλει καλλιτέχνες και τραγουδιστές, αλλά ανθρώπους με ιερατική και λειτουργική συνείδηση».
Ο δε Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει: «Πρέπει να ψάλλουμε με ευλάβεια, έτσι ώστε να μη αμαρτάνουμε, αλλά να ωφελούμεθα. Είναι κάποιοι, που ψάλλουν με άτακτες φωνές και δονούν όλο τους το σώμα, δείχνοντας ήθη ξένα προς την πνευματική κατάσταση. Άθλιε και ταλαίπωρε, ενώ πρέπει να ψάλλης αγγελικά και να ζητάς συγγνώμη για όσα έκανες, συ κουνιέσαι σαν μίμων σαν να είσαι σε ορχήστρα και ενεργείς σαν μεθυσμένος και δεν φοβάσαι για όσα κάνεις; Δεν γνωρίζεις ότι αοράτως βρίσκεται ο Δεσπότης Χριστός και παρακολουθεί κάθε σου κίνηση; Δεν γνωρίζεις ότι παρευρίσκονται άγγελοι με φόβο Θεού στη φρικτή αυτή τράπεζα;».
Στον βίο του Αγίου Σπυρίδωνος (12 Δεκ.) αναφέρεται ότι κάποτε ο Άγιος επισκέφθηκε το χωριό Ερυθρά της Κύπρου. Όταν πήγε στην Εκκλησία έδωσε εντολή στον Διάκονο του ναού να ειπή σύντομα τον Εσπερινό, διότι ήταν πολύ κουρασμένος, από την οδοιπορία. Ο Διάκονος όμως αγνόησε την εντολή του Αγίου, και έψαλε αργά το «Κύριε, εκέκραξα», περισσότερο, για να τον επαινέσουν, διότι πράγματι είχε ωραιοτάτη φωνή.

Τότε ο Άγιος λυπήθηκε και με αυστηρό τόνο του είπε: «Σιώπα».
Αμέσως ο προ ολίγου υψίφωνος και γλυκύτατος στην φωνή διάκονος, έμεινε βουβός και άφωνος. Έτσι τελείωσε τον Εσπερινό μόνος του ο Άγιος.

Αυτό το έμαθαν οι κάτοικοι εκείνου του χωριού και συγκεντρώθηκαν όλοι, για να δουν τον Άγιο, αλλά και να τον παρακαλέσουν να συγχωρέση τον Διάκονο.
Πράγματι ο Άγιος προσευχήθηκε και επανέφερε την φωνή του διακόνου, όχι γλυκυτάτη και καλλίφωνη, αλλά βραχνή για ψυχική του θεραπεία, για να μη υπερηφανεύεται.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στα πνευματικά γυμνάσματα αναφέρει μια ιστορία με μία αγία γυναίκα, η οποία ήταν άρρωστη στο πτωχικό της στρώμα επί τριάντα οκτώ χρόνια. Είχε τόσες μεγάλες και πολλές ασθένειες τις οποίες όμως υπέφερε με τόση γενναιότητα και χαρά, όπου έτρεχαν από διάφορα μέρη, για να δουν αυτό το θαύμα και να πάρουν την βοήθεια των αγίων προσευχών της.
Μεταξύ αυτών πήγε να την δη και ένας Ιερομόναχος, ο οποίος την παρεκάλεσε θερμά να ζητήση από τον Θεό να σηκώση από την ψυχή του το μεγαλύτερο εμπόδιο, που ευρίσκετο σ’ αυτήν για την σωτηρία του.
Το έκαμε η αγία με μεγάλη και θερμή παράκληση. Τότε συνέβη το εξής. Αμέσως βράχνιασε τελείως ο Ιερομόναχος, ο οποίος μέχρι τότε είχε μία εξαιρετική φωνή, τόσο μελωδική, που μόνος κυβερνούσε τον χορό της Εκκλησίας με την ψαλμωδία του. Κατάλαβε τότε ο Ιερομόναχος ότι η φωνή του προκαλούσε την κρυφή υπερηφάνεια και εμπόδιζε την σωτηρία της ψυχής του.

*  *  *

Στο βιβλίο του Μητρ. Αργολίδος Νεκταρίου Αντωνοπούλου, «“ΨΑΛΩ ΤΩ ΘΕΩ ΜΟΥ” Η ΤΩ ΕΑΥΤΩ ΜΟΥ;» αναφέρεται:
«Πριν από χίλια και πλέον χρόνια ο ηγεμόνας των Ρώσων Βλαδίμηρος, θέλοντας να δώσει μία νέα θρησκεία στον λαό του, έστειλε απεσταλμένους σε διάφορες χώρες, για να γνωρίσουν από κοντά σε τι πιστεύουν και πως λατρεύουν τον Θεό οι κάτοικοι των χωρών αυτών. Τα χρονικά αναφέρουν ότι οι απεσταλμένοι, αφού πέρασαν από διάφορες χώρες, έφτασαν και στην Κωνσταντινούπολη. Οι Ρωμηοί, αντί να τους μιλήσουν για την Ορθόδοξη πίστη και διδασκαλία, τους πρότειναν να παρακολουθήσουν τη θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία. Οι απεσταλμένοι εντυπωσιάστηκαν. Δεν χρειάστηκαν ν’ ακούσουν τίποτε άλλο. Γύρισαν στον ηγεμόνα τους και μίλησαν μ’ ενθουσιασμό για την εμπειρία που έζησαν. Η ομορφιά της Ορθόδοξης λειτουργίας ήταν το καλύτερο κήρυγμα, η καλύτερη ιεραποστολή. «Δεν γνωρίζαμε αν είμαστε στον ουρανό η στη γη», ομολόγησαν στον αυτοκράτορα. Αυτή η θεία Λειτουργία έγινε αιτία ο Άγιος Βλαδίμηρος μαζί με τον λαό του να ασπαστούν την Ορθόδοξη πίστη».