H σφαγή της Χίου στην Τέχνη και στα Γράμματα

Loading...


Ομιλία κατά την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Μελανιούς την Κυριακή 19 Μαΐου 2013 (Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων των Σφαγών της Χίου)

Του Μητροπολίτου Χίου, Ψαρών και Οινουσσών κ. Μάρκου

Το γε­γο­νος της κα­τα­στρο­φης της Χίου, τον Απρί­λιο του 1822, δεν συγ­κλο­νισε μόνο τον Ελ­λη­νι­σμο, αλλά είχε τε­ρα­στια απή­χηση και σε ολό­κληρη την Ευ­ρώπη. Η σφαγή και η αι­χμα­λω­σία χι­λι­α­δων κα­τοί­κων του νη­σιού προ­κα­λεσε πολ­λες εκ­δη­λω­σεις συμ­πα­θειας και φι­λελ­λη­νι­σμού, εν­τυ­πες δι­α­μαρ­τυ­ρίες και εν­θερ­μες εκ­κλη­σεις, με εκ­δο­σεις φυλ­λα­δίων και βι­βλίων που γνω­ρι­σαν ευ­ρυ­τατη δι­α­δοση στην Ευ­ρώπη. Το δρα­μα­τικό γε­γο­νος δεν αρ­γησε να συγ­κι­νη­σει βα­θιά και πολ­λούς καλ­λι­τε­χνες, και να απο­τυ­πω­θεί στα έργα τους.
Ως το πιο γνω­στο και αν­τι­προ­σω­πευ­τικό δεί­γμα φερ­νουμε όλοι στον νού μας τον πε­ρι­φημο πι­νακα που εμ­πνεύ­σθηκε ο με­γα­λος Γαλ­λος ζω­γρα­φος Ευ­γε­νιος Ντε­λα­κρουά και φυ­λασ­σε­ται ση­μερα στο Μου­σείο του Λού­βρου. Προ­κει­ται για ελαι­ο­γρα­φία δι­α­στα­σεων 4,19 × 3,54 μ., με τίτλο «Σκηνή από τις σφα­γες της Χίου» (Scène des massacres de Scio), ο οποίος πα­ρου­σι­α­στηκε στο κοινό το 1824, προ­κα­λων­τας βα­θυ­τατη αι­σθηση τόσο για το υψηλό καλ­λι­τε­χνικό του επί­πεδο, την αρι­στουρ­γη­μα­τική συν­θεση και την από­δοση των μορ­φων, όσο και για το θέμα που πρα­γμα­τεύ­ε­ται.

Στο έργο αυτό, το φως ερ­χε­ται να απο­κα­λυ­ψει το μαρ­τυ­ριο των κα­τοί­κων του νη­σιού που κεί­τον­ται ημι­θα­νείς και απο­γυ­μνω­με­νοι στο πρώτο επί­πεδο του πι­νακα, ενώ απο­φεύ­γει τους κα­τα­κτη­τες που εμ­φα­νι­ζον­ται σκο­τει­νοί. Τα με­λανά χρω­ματα και οι στα­σεις των σω­μα­των πε­ρι­γρα­φουν συ­ναι­σθη­ματα στα οποία κυ­ρι­αρ­χεί η αι­σθηση της από­γνω­σης, του φο­βου και της εγ­κα­τα­λει­ψης.

Πολλά κεί­μενα εγρά­φη­σαν από προ­σω­πι­κο­τη­τες των γραμ­μα­των, οι οποίοι εξέ­φρα­σαν τον απο­τρο­πι­α­σμο τους για την με­γάλη σφαγή. Εμ­πνε­ο­με­νοι από αι­σθη­ματα αλ­λη­λεγ­γύης για την θλι­βερή μοίρα των Ελ­λη­νων της Χίου, οι φι­λελ­λη­νι­κοί αυ­τοί κυ­κλοι προ­σπα­θού­σαν επί­σης να ευ­αι­σθη­το­ποι­η­σουν την ευ­ρω­πα­ική κοινή γνώμη ώστε να πα­ρα­στα­θεί στον δι­καιο αγώνα της Επα­να­στα­σεως.

Ο Βι­κτωρ Ουγκώ, ο οποίος δι­ε­κρίθη για την ευ­ρεία φι­λελ­λη­νική του δράση και ύμνησε τον Κα­νάρη σε αρ­κετά ποι­η­ματά του, συ­νε­θεσε το ποί­ημα με τίτλο «Το ελ­λη­νο­πουλο» (με­τα­φραση Κω­στη Πα­λαμά):

Τούρ­κοι δι­α­βη­καν, χα­λα­σμος, θα­να­τος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’ όμορφο νησί, μαύρη απο­με­νει ξέρα,

με τα κρα­σιά, με τα δεν­τρα

 
 τ’ αρ­χον­το­νήσι, που βουνά και σπι­τια και λαγ­κα­δια

και στο χορό τις λυ­γε­ρες κα­μια φορά τα βρα­δια

κα­θρε­φτιζε μες στα νερά.

Ερ­μια παν­του. Μα κοί­ταξε κι απά­νου εκεί στο βράχο,

στού κα­στρου τα χα­λα­σματα κα­ποιο παιδί μο­νάχο

κα­θε­ται, σκυ­βει θλι­βερά

παιδί, που κα­θε­σαι ξυ­πο­λυτο στις ρα­χες

για να μην κλαίς λυ­πη­τερά, τι ΄θε­λες τάχα να ΄χες;

Δι­α­βάτη,

μου κρα­ζει το Ελ­λη­νο­πουλο με το γα­λα­ζιο μάτι:

Βο­λια, μπα­ρούτι θέλω· να.

Ο επι­φα­νης Γαλ­λος λο­γο­τε­χνης απο­δι­δει μ’ αυ­τον τον τρόπο την επι­τα­κτική ανάγκη για υλική, απτή βο­η­θεια προς την Ελ­λάδα κατά τον αγώνα της Ανε­ξαρ­τη­σίας.

Το 1864, ο επίσης Γάλλος ποι­η­της Θε­ο­δω­ρος de Banville, προ­σω­πο­ποιεί την Χίο «ως την πε­θα­μένη κόρη του βα­ρι­ο­μοι­ρου πα­τρος της, του Ομή­ρου, που τη θρη­νεί στην άκρη του πε­λα­γου»:

Δεν κλαίμε εδώ αν εχάσαμε γεννήματα του ονείρου

Εδώ θρηνούμε το χαμό της κόρης του Ομήρου.

Τις θυ­σίες των Ελ­λη­νων της Χίου, κατά την δι­αρ­κεια του ιε­ρού αυ­του αγώ­νος, πρα­γμα­τεύ­ε­ται πλει­άδα ποι­η­τι­κων ερ­γων, μει­ζο­νων και ησ­σο­νων Ελ­λη­νων δη­μι­ουρ­γων.
  Η Ελευ­θε­ρία, όπως την ορα­μα­τι­σθηκε ο Σο­λω­μος, αγρυ­πνεί με όψη γε­μάτη φρον­τίδα, ανη­συ­χία και πε­ρι­σκεψη. Στον Ύμνο εις την Ελευ­θε­ρίαν ανη­συ­χεί για τους Ελ­λη­νες και πι­κραί­νε­ται από τις θυ­σίες τους, για

[όσους] είν’ άδικα σφα­γμε­νοι

από τούρ­κι­κην οργή.

Τότε εσή­κω­νες το βλέμμα
μες στα κλάι­ματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλη­θος αίμα ελ­λη­νικό.

Καί στο έργο του Εις τον θα­να­τον του Λορ­δου Μπάυ­ρον, ο εθνι­κος μας ποι­η­της ση­μει­ω­νει:

Αλλά πάει στους νόας μία θέρμη,
που ει­ναι αλ­λι­ω­τικη απ᾿ αυτή,
οπού εσκόρ­πισε στην έρμη
Χίο του Τούρ­κου η ’πι­βουλή,

όταν το­σοι επέ­φταν χα­μου,

και με λο­για απελ­πι­σιάς…

Πε­ρι­φη­μοι έχουν μεί­νει επίσης οι στι­χοι του Γε­ωρ­γίου Δρο­σίνη:

Τα γι­α­σε­μια κοκ­κι­νι­σαν στον χρόνο της σφα­γης σου, πι­νον­τας αίμα αντί νερό στην αγι­α­σμένη γη σου.

Τα χε­λι­δο­νια πε­ρα­σαν χω­ρις να στα­μα­τη­σουν,

μη ξε­ρον­τας στο χα­λα­σμο που τις φω­λιές να χτι­σουν.

Ο Αν­δρέας Καλ­βος αφι­ε­ρω­νει την Έκτη των Ωδών του «Εις Χίον»:

Ως ότε από το στόμα
κρε­με­ται των θνη­των
αυ­λος λε­λυ­πη­με­νος
και η φωνή του με κο­πον
τρε­μουσα εκ­βαί­νει·

Ως μέσα εις τα πο­λυ­δεν­δρα
δάση το βράδυ ει­σπνέει
το τε­θλιμ­με­νον φυ­σημα
Με­σημ­βρι­νον και φαί­νε­ται
θρη­νος αν­θρω­πων·

Εις τον ηρη­μω­με­νον
αι­γι­α­λον της νη­σου
ούτω φερ­νουν τα κυ­ματα
και το πα­ρα­πο­νον τους
η Ωκε­α­νι­δαι.


 
 Όχι φως και χα­ραν,
αμή φλο­γω­δεις άκαν­θας
βρε­χει δι᾿ αυ­τους ο ήλιος,
και η γη σχι­σμένη δι­δει
αι­μα­τος βρυ­σεις.

Εµ­πνευ­σθείς από τον απαγ­χο­νι­σμο του εθνο­μαρ­τυ­ρος Μη­τρο­πο­λι­του Χίου Πλα­τω­νος Φραγ­κι­άδη, μαζί με αλ­λους Κλη­ρι­κούς και προ­κρι­τους στην Πλα­τεία του Βου­να­κίου της πο­λεως της Χίου, ο ποι­η­της Θε­ο­δω­ρος Ορ­φα­νι­δης γρα­φει:

Των µαρ­τυ­ρων φο­ρεί το στε­φάνι

η χρη­στη των προ­κρι­των οµας

ως κη­δείας δ’ ο Χίου τι­µας

εµ­παιγ­µούς Ιου­δαίων λαµ­βα­νει.

Το από­σπα­σμα πε­ρι­λαμ­βα­νε­ται στο «λυ­ρικο-επι­κον ποί­ημα εις άσματα τεσ­σερα» με τίτλο Άγιος Μη­νας (Επει­σο­διον της Ελ­λη­νι­κης Επα­να­στα­σεως). Ανα­φε­ρε­ται στην ομώ­νυμη Μονή, όπου «ετε­λε­σθη η σκλη­ρο­τέρα των σφα­γων», κατά την Κυ­ρι­ακή του Πα­σχα του 1822.

Λα­ο­γρα­φι­κως κα­τα­γρα­φον­ται επί­σης δη­μώδη άσματα με θέμα την καταστροφή της Χίου, ακόμη και πα­λιά «κλε­φτικα» από την Πε­λο­πον­νησο ή αλ­λες πε­ρι­ο­χες της Ελ­λα­δας, τα οποία πι­θα­νο­λο­γεί­ται ότι με­τε­φε­ραν Χίοι προ­σφυ­γες της μεγάλης σφαγής στην Πε­λο­πον­νησο, μετά την επι­στροφή τους στο νησί.

 Μέσα από αυτά τα έργα της τε­χνης προ­κυ­πτει το ερώ­τημα πως μπο­ρούμε εμείς να στα­θούμε στην συ­νε­χεια όσων έδω­σαν την μαρ­τυ­ρία της θυ­σίας και των δι­καίων της ελευ­θε­ρίας σε ολό­κληρη την Οι­κου­μένη. Η ευ­θύνη μας ει­ναι ευ­θύνη φρου­ρων, ευ­θύνη μαρ­τυ­ρων ενός κο­σμου, ο οποίος δο­κι­μα­ζε­ται και αγω­νι­ζε­ται για την δι­αρ­κειά του στις συν­τε­τα­γμε­νες της ιστο­ρίας. Καί δι­α­χρο­νι­κως, ως Ελ­λη­νες, στη­ρι­ζουμε στους ώμους ένα σταυρό πίστεως, ομο­λο­γίας και μαρ­τυ­ρίου, ο οποίος όμως είναι και σταυρός ανα­στα­σεως.