Αρχιμανδρίτης Aγαθάγγελος Μιχαηλίδης – Ξενοφωντινός (1908-1991)

Loading...


Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μιχαηλίδης του Μιχαήλ και της Βικτωρίας γεννήθηκε στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας το 1908, το οποίο ήταν και το χωριό του ΟΣΙΟΥ Σάββα του Ηγιασμένου. Τα παιδικά του χρόνια, όπως διηγείτο, τα διήλθε σε μεγάλη πενία, οδυνηρή ορφάνια, πολλούς κόπους και μεγάλες ταλαιπωρίες. Η θερμή πίστη και η άδολη ευσέβεια, καθώς και η φυσική καππαδοκική ευλάβεια, τον έκαναν να τα ξεπεράσει όλα. Το 1922 πρόσφυγας εφθασε με τη μητέρα και τις δυο αδελφές του στην Κόρινθο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάσθηκε σε ιποδηματοποιείο.

Ο πόθος του Θεού νέο τον έφερε στο Άγιον Όρος, το όρος του Θεού και των αγίων. Εκάρη μοναχός στη μονή Ξενοφώντος το 1930. Σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή. Κατά την πανήγυρη της μονής του, του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, το 1940, χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Στη μονή της μετανοίας του παρέμεινε επί δεκαετία.

Μετά τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1947 από τον μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο († 1961) και διετέλεσε πρωτοσύγκελλος της ιεράς μητροπόλεως Μεσσηνίας. Μία εικοσαετία στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα διακρίθηκε ως ο πλέον φιλακόλουθος ιερεύς, άριστος εξομολόγος, αναπαύοντας πλήθη πιστών, ελεήμων, ανάργυρος και ευπροσήγορος. Μία τοπική εφημερίδα εγραφε γι’ αυτόν: «Ποίος εκτύπησε την θύραν του κελλίου του και δεν του άνοιξε; Ποίος εζήτησε την βοήθειάν του και του την ηρνήθη; Ποίος του υπέδειξε πάσχοντας και ενδεείς και δεν έσπευσε να έλθη αρωγός; Ποίος τέλος κατέφυγε σ αυτόν δι’ οιονδήποτε θέμα του -πνευματικόν, οικογενειακόν, οικονομικόν κ.α.- και δεν εύρε παραμυθίαν και συμπαράστασιν στοργικήν και πατρικήν;».

Στη συνέχεια διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου-Πεντέλης και προϊστάμενος μεγάλων ενοριακών ναών των Αθηνών. Μετά τη συνταξιοδότηση του αποσύρθηκε στην Ιερά μονή Καλαμίου Αργολίδος, ως Πνευματικός της φιλόθεης αδελφότητος και νέος κτήτορας. Ο μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, που τον γνώριζε καλά» γράφει σε σχετικό πόνημα του: «Ο π. Αγαθάγγελος διακρινόταν για την παιδική του απλότητα, την ταπείνωση, την αφάνεια, και προ πάντων για την γνήσια και ειλικρινή αγάπη του προς τον συνάνθρωπο και μάλιστα τον πονεμένο. Ήταν αληθινός ποιμένας και στοργικός πατέρας».

Τον γνωρίσαμε κι εμείς στην Αθήνα, με τον συνέκδημό του π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, με το φωτεινό του πρόσωπο, τη διάκριση και την καλοσύνη του. Ο αείμνηστος Γέροντας είχε πολύπλευρη προσφορά στην Εκκλησία του Χριστού, την οποία κόσμησε με το απαράμιλλο ήθος του και το βιωμένο του παράδειγμα. Τα πνευματικά του τέκνα δεν λησμονούν τη σεμνότητα, ταπεινότητα, απλότητα, διακριτικότητα και πνευματικότητά του, το ορθόδοξο ύφος και το λειτουργικό ήθος του. Ανεπαύθη στις 13.3.1991 στη μονή Καλαμίου, όπου και ετάφη.

Έγραφε ο Γέροντας στο ημερολόγιό του: «Ευχαριστώ τον Θεόν τον Σωτήρα μου, διότι από νήπιο με έκαμε να αγαπώ μέχρι τρέλας το θυσιαστήριό Του, να θέλω να υπηρετώ Αυτόν και μόνο, και να επιθυμώ να εύρω την ευτυχία μου και τη χαρά μου μόνο κοντά Του… Ευχαριστώ τον Θεό, διότι με οδήγησε να γνωρισθώ με Αγιορείτες μοναχούς, από τους οποίους ωφελήθηκα πολύ…». Στη διαθήκη του κατέληγε: «Ευχαριστώ από καρδίας όλους όσοι μου συμπαραστάθησαν καθ’ όλην την διάρκειαν της ζωής μου• ιδιαιτέρως δε εκείνους πού με διηκόνησαν κατά τα γηρατεία μου εν πάση ανιδιοτελεία. Συγχωρώ πάντας. Ζητώ την συγχώρησιν πάντων, όσους τυχόν επίκρανα. Και παρακαλώ όλους ΤΟΥΣ γνωστούς, να με ενθυμούνται εις τας προσευχάς των και μάλιστα οι κληρικοί εις το ιερόν θυσιαστήριον». Ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος έλεγε περί αυτού: «Ο π. Αγαθάγγελος είναι ό,τι λέει το όνομά του».