Μπορεί να σταθεί η Εκκλησία απέναντι σε ένα άθεο κράτος;

Loading...


Του Γ. Θεοχάρη

Η κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας που ξέσπασε πρόσφατα, με αφορμή το μάθημα των θρησκευτικών, έδειξε ότι ο ελληνικός λαός είναι χωρισμένος στα τρία όσον αφορά τη στάση του απέναντι στην Εκκλησία.

Το 1/3 περίπου καταλαμβάνουν οι άνθρωποι που είναι πιστοί σε αυτήν. Το άλλο τρίτο καταλαμβάνουν όσοι είναι εχθρικοί απέναντί της, χωρίς κατ’ ανάγκη να είναι άθεοι (όπως π.χ. ο τότε Υπουργός Παιδείας ) και το άλλο τρίτο, αυτοί που είναι αδιάφοροι, χωρίς να είναι εχθρικοί απέναντι στην Εκκλησία.

Στην τελευταία κατηγορία κατατάσσονται οι χλιαροί χριστιανοί του Πάσχα και των Χριστουγέννων ή ακόμη και οι αγνωστικιστές, δηλαδή αυτοί που ούτε απορρίπτουν ούτε δέχονται την ύπαρξη του Θεού ή πιστεύουν σε μία αόρατη απρόσωπη ανώτερη δύναμη και γενικά «δεν ασχολούνται με το θέμα».

Περίπου η ίδια κατάσταση επικρατούσε στην Εκκλησία και στην εποχή του . Ο τότε Αρχιεπίσκοπος ακολούθησε μία τακτική έντονης αντιπαράθεσης προς την Πολιτεία για τα αντιχριστιανικά μέτρα της. Με την τακτική αυτήν κατάφερε να συσπειρώσει τις δύο μερίδες, αυτήν των πιστών χριστιανών (ούτως ή άλλως αυτοί είναι πάντα με την Εκκλησία, όποιος και αν ηγείται αυτής) και αυτήν των χλιαρών χριστιανών, και να έχει με το μέρος του τουλάχιστον το 70% του ελληνικού λαού. Από την άλλη πλευρά προκάλεσε έντονη αντίδραση στους κύκλους των εχθρικών προς την Εκκλησία, κυρίως αριστεριστών, οι οποίοι ήλθαν σε ανοικτή σύγκρουση μαζί του.

Διαβάστε εδώ:  Θρησκευτικά - Στην λύση των προσωρινών βιβλίων στρέφεται το υπουργείο Παιδείας

Ο ακολούθησε μία διαφορετική τακτική, των ήπιων προς όλες τις μερίδες τόνων. Με την τακτική αυτήν πέτυχε την συγκατάνευση ή και την υποστήριξη των εχθρικών προς την Εκκλησία ανθρώπων και απέφυγε την σύγκρουση μαζί τους, εκτός από την περίπτωση των θρησκευτικών. Από την άλλη πλευρά όμως αποδείχθηκε ότι δεν είχαμε την συσπείρωση στην Εκκλησία, που είχε προκαλέσει ο προκάτοχός του, καθώς η «υπνώττουσα» μερίδα από την μία αύξησε τον «ύπνο» και την χλιαρότητά της και από την άλλη βρέθηκε μπροστά σε νέες προκλήσεις των καιρών, που ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς πριν από κάποια χρόνια.
Είναι δύσκολο να κρίνει κανείς ποια από τις δύο τακτικές ήταν η καλύτερη. Αυτό θα το κρίνει ο Θεός και θα το δείξει η ιστορία.

Εκείνο όμως που πρέπει να επισημάνουμε προς την ηγεσία της σήμερα είναι ότι σε αυτή την φάση η Εκκλησία πρέπει να στοχεύσει κυρίως στην αφύπνιση της μερίδας των χλιαρών χριστιανών, δεδομένου ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα είναι πολύ περισσότερες από ό,τι στην περίοδο του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Καί τί εννοούμε αφύπνιση: εννοούμε την σθεναρή και άμεση αντίδραση της Εκκλησίας σε περιπτώσεις όπως π.χ. αυτής των «έμφυλων ταυτοτήτων», που είναι πολύ πιο επικίνδυνη και από αυτήν των θρησκευτικών. Πριν τα Χριστούγεννα ο νέος Υπουργός Παιδείας προέβη σε εγκύκλιο για τις «έμφυλες ταυτότητες», η οποία έχει ως στόχο να αποδομήσει στα παιδιά την έννοια του φύλου, με σαφές μακροπρόθεσμο τραγικό αποτέλεσμα και την αποδόμηση της ορθόδοξης αντίληψης του ανθρωπίνου προσώπου ως πλασμένου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού.

Ένα άλλο παράδειγμα: η εγκύκλιος του Μητροπολίτη Σιατίστης για τον πολιτικό γάμο. Μήπως θα έπρεπε και όλη η επίσημη Εκκλησία να θέσει στα μέλη της τον προβληματισμό πώς μπορούν να νοούνται μέλη της και ταυτόχρονα να τελούν πολιτικό γάμο; Μήπως θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουμε κάποτε τη στάση μας απέναντι στο εάν θέλουμε τον Θεό στην ζωή μας;

Εάν λοιπόν η Εκκλησία κατορθώσει να αφυπνίσει αυτήν την μερίδα των χλιαρών χριστιανών (και είναι βέβαιο ότι θα το πετύχει), θα πάρει με το μέρος της πάνω από το 50% του λαού και τότε είναι βέβαιο ότι το ερώτημα που θέσαμε με τον τίτλο του άρθρου μας θα αντιστραφεί:
Μπορεί να σταθεί ένα άθεο κράτος απέναντι σε μία συσπειρωμένη και θαρραλέα Εκκλησία;