ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΝΕΑ: Ραγδαία άνοδο καταγράφει το ενδιαφέρον των παραγωγών για νέες φυτεύσεις ενόψει της νέας προκήρυξης των Σχεδίων Βελτίωσης, όπως επιβεβαιώνουν στελέχη του ΥΠΑΑΤ και υπηρεσιακοί παράγοντες που εμπλέκονται στη διαμόρφωση των παρεμβάσεων της νέας ΚΑΠ, με τις ενισχύσεις να φτάνουν στο 50% του κόστους και στο 60% για νέους αγρότες, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων που συγχρηματοδοτούνται μέσω του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
News: Το κλίμα στην ύπαιθρο χαρακτηρίζεται από κινητικότητα, καθώς δενδρώδεις καλλιέργειες όπως ελιά και ακτινίδιο θεωρούνται επενδύσεις χαμηλότερου ρίσκου σε σχέση με τις αροτραίες.
Πού στρέφεται το επενδυτικό ενδιαφέρον
Οι τιμές αναφοράς που συζητούνται στους φακέλους των μελετητών δείχνουν τη δυναμική: για ελαιώνες γίνεται λόγος για δαπάνες που φτάνουν τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα, ενώ στα ακτινίδια το κόστος εγκατάστασης μπορεί να αγγίξει τα 3.903 ευρώ, λόγω υποδομών στήριξης, άρδευσης και φυτικού υλικού υψηλής ποιότητας. Οι καλλιέργειες αυτές ευνοούνται από την εξαγωγική τους κατεύθυνση, αλλά και από τη μοριοδότηση που παραδοσιακά δίνουν τα Σχέδια Βελτίωσης σε επενδύσεις πολυετών φυτειών.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, η νέα πρόσκληση θα διατηρήσει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα, δηλαδή έγκριση μόνο για τις αιτήσεις με την υψηλότερη βαθμολογία. Στη διαδικασία αξιολόγησης θα λαμβάνονται υπόψη η δυναμική της εκμετάλλευσης, η περιοχή παρέμβασης και το είδος των επενδύσεων.
Το «αγκάθι» των αποκλεισμών
Ωστόσο, έντονες αντιδράσεις έχουν προκαλέσει προβλέψεις που αποκλείουν δικαιούχους προηγούμενων Σχεδίων, ακόμη κι αν έχουν λάβει ελάχιστη ενίσχυση. Μελετητές ζητούν πρόβλεψη ώστε να γίνονται δεκτοί όσοι έχουν ολοκληρώσει παλαιότερα προγράμματα ή όσοι επενδύουν σε νέες φυτεύσεις διαφορετικές από τις προηγούμενες.
Στα παλαιότερα προγράμματα, οι φυτεύσεις απαιτούσαν μία ή τρεις προσφορές, ανάλογα με την τυποποίηση της καλλιέργειας, καθώς και τεχνική έκθεση για περιπτώσεις υψηλής πυκνότητας. Η τεκμηρίωση κατοχής γης, άδειες φύτευσης και μακροχρόνια μισθωτήρια παρέμεναν βασικές προϋποθέσεις.
Βαθμολογία και μόρια ένταξης
Οι δενδρώδεις φυτεύσεις λειτουργούν παραδοσιακά ως «μοριοδοτικό εργαλείο». Η κατεύθυνση σε εξαγωγικά προϊόντα αυξάνει τη βαθμολογία, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει η ηλικία και η επαγγελματική ιδιότητα του αιτούντος. Το νέο πλαίσιο αναμένεται να δημοσιευθεί από τον ΟΠΕΚΕΠΕ με λεπτομέρειες για τα επιλέξιμα κόστη και τα όρια.
Παράλληλη ένταση για τους βοσκότοπους
Την ίδια στιγμή, αναταραχή προκαλεί η δημόσια παρέμβαση της ΠΟΓΕΔΥ, η οποία θέτει σοβαρά ερωτήματα για κατανομές βοσκοτόπων σε ανύπαρκτα ή εικονικά ζώα. Οι γεωτεχνικοί του Δημοσίου μιλούν για ενδεχόμενη υπονόμευση της ισονομίας και ζητούν διασταυρωτικούς ελέγχους για παραστατικά ζωοτροφών και γάλακτος.
Η Ομοσπονδία αφήνει σαφείς αιχμές για πιθανή επιλεκτική εφαρμογή ελέγχων, ζητώντας διαφάνεια και δημοσιοποίηση των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν. Το ζήτημα αγγίζει ευαίσθητο πεδίο, καθώς σχετίζεται με τη διαχείριση κοινοτικών πόρων και την αξιοπιστία των μηχανισμών εποπτείας.
Πολιτικές και διοικητικές διαστάσεις
Το θέμα αποκτά πολιτικό βάρος, καθώς οποιαδήποτε αδυναμία τεκμηρίωσης πραγματικής κτηνοτροφικής δραστηριότητας μπορεί να επιφέρει δημοσιονομικές διορθώσεις από την ΕΕ. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η σύγκρουση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που η αγροτική οικονομία επιχειρεί επανεκκίνηση μέσω επενδύσεων σε φυτικό κεφάλαιο.
Το γενικότερο πλαίσιο
Τα Σχέδια Βελτίωσης αποτελούν κομβικό εργαλείο της νέας ΚΑΠ, η οποία στοχεύει σε εκσυγχρονισμό εκμεταλλεύσεων, βελτίωση ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Οι νέες φυτεύσεις εντάσσονται στη λογική αύξησης προστιθέμενης αξίας και εξωστρέφειας.
Οι παραγωγοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να επενδύσουν, όμως ζητούν σταθερό πλαίσιο και ίσους όρους πρόσβασης. Η επιτυχία της προκήρυξης θα εξαρτηθεί από τη σαφήνεια των κανόνων και την ταχύτητα αξιολόγησης.
Σε κάθε περίπτωση, το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά–ορόσημο για τη δομή των ελληνικών εκμεταλλεύσεων, με τις πολυετείς καλλιέργειες να επιστρέφουν στο επίκεντρο και τη διαχείριση των ενισχύσεων να δοκιμάζει τα όρια αξιοπιστίας του συστήματος.




















